Εψές ήταν η εκδήλωση του Alert στην πλατεία της Φανερωμένης. Λλίος κόσμος εμαζεύτηκεν 50-60 άτομα, οι πλείστοι γνωστοί ακτιβιστές που διάφορες ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς τζιαι του αντιεξουσιαστικού χώρου. Εστηθήκαν μικρόφωνα, φωτισμός, κάμερα, έδρα τζιαι έγινεν μια σχετικά καλή τζιαι οργανωμένη συζήτηση όπου ακουστήκαν διάφορες απόψεις. Το κλίμα ήταν βέβαια κάπως υποτονικό, εκυκλοφορούσεν τζιαι ένας αέρας απαισιοδοξίας τζιαι για το μέλλον της υπόθεσης του ξυλοδαρμού αλλά τζιαι για τες προοπτικές του κινήματος. Γιατί είμαστεν τόσοι λλίοι; Νομίζω επειδή το Αλερτ μάσιεται να παίξει σε 2 ταμπλώ, τζιαι ως Μη Κυβερνητική Οργάνωση τζιαι ως κινηματική πλατφόρμα. Κάτι όπως το έπαιξεν η ΚΙΣΑ την περίοδο 2004-2007 τζιαι όπως το παίζει σήμερα η Πλατφόρμα Εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος. Εν εξαιρετικά δύσκολο όμως. Γιατί αν γύρει στη μια πάντα χάνει την νεολαία που δυσπιρκά με τες επισημότητες τζιαι αν γύρει που την άλλη πάντα χάνει τους ηλιακά μεγαλλύττερους τζιαι πιο κοινωνικά ενταγμένους που απαιτούν σοβαρότητα τζιαι θεσμική πολιτική δράση. Η προσπάθεια της Αλερτ να αυτοπροσδιαριστεί αποτελεί τζιαι εννά συνεχίσει να αποτελεί θέμα.
Για να επιτευχθεί όμως η αποκέντρωση που σωστά επροβλήθηκεν ως στόχος που το συντονιστικό σημαίνει να νιώσουν το αλερτ ως δικό τους πολλοί ανθρώποι έτσι ώστε να αφοσιώσουν χρόνο τζιαι ενέργεια. Τούτον εν φαίνεται εφικτό προς το παρόν. Οι φιλελευθερίζοντες εν ήρταν καν ενώ οι αναρχίζοντες μιτσιοί εσαμποτάραν το καθώς με το τέλος της συζήτησης εμεταφερθήκαν ούλλοι στην άλλη πλευρά της Πλατείας, στο Μανώλη τζιαι εκάτσαν τζιαμέ διαλύοντας το προγραμματισμένο πάρτυ μπροστά που το σχολείο. Λλίον μαλακιούλλα βέβαια τζιαι έλληψη αλληλεγγύης αν μη τι άλλο προς το συντονιστικό του Αλερτ που έστησεν την φάση τζιαμέ.
Πάντως εν ωραία που διεκδικούμεν την περιοχή γύρω που την Φανερωμένη. Μπορεί να είμαστεν περικυκλωμένοι που μιαν εθνικιστική σημειολογία αλλά ταυτόχρονα μαζί τους μετανάστες αννοίουμεν μιαν προοπτική ντε φάκτο επανοικειοποίησης ενός κομβικού δημόσιου χώρου.
πολιτικός τζιαι θεωρητικός προβληματισμός, απόπειρα ιστορικής αφήγησης τζιαι επίκαιροι τραγουδιστοί συνειρμοί
Saturday, September 12, 2009
Thursday, September 10, 2009
Friday, September 4, 2009
Οι πολιτικές προεκτάσεις του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος (Το Καλέμι, Σεπτέμβρης 2009)
του Γρηγόρη Ιωάννου
Αφορμή για το κείμενο αυτό αποτελεί το άρθρο του Ιωάννη Κασουλίδη στο περιοδικό “Εκπαιδευτική Αλλαγή” (τεύχος 6, Μάιος - Ιούνιος 2009) με τίτλο “Ελληνισμός, Χριστιανισμός, Παιδεία και Κυπριακό”, στο οποίο ο ευρωβουλευτής προσπαθεί να υπερασπιστεί την παραδοσιακή, ηγεμονική ιστορική αφήγηση που «κινδυνεύει» από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Καθώς όμως δεν αμφισβητεί την πολιτική λογική της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, η οποία στα πλαίσια του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος προωθεί ανάμεσα σε άλλα και την καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης στην Κύπρο, αναγκάζεται να ακροβατήσει ανάμεσα στον εθνικισμό από την μια και την αναγκαιότητα της επανένωσης από την άλλη. Η υιοθέτηση και η αναπαραγωγή του ελληνο-χριστιανικού ιδελογήματος που θέλει την Κύπρο ελληνική, όπως άλλωστε είχε δηλώσει και προεκλογικά, είναι μια προβληματική θέση. Πόσο μάλλον όταν προσπαθεί να αποφύγει πάση θυσία τις πολιτικές προεκτάσεις της ιδεολογικής αυτής θέσης, αφού διακηρυγμένος του στόχος παραμένει η επανένωση της χώρας και η συνύπαρξη με τους Τ/κ στα πλαίσια μιας ανεξάρτητης διεθνικής πολιτείας. Έτσι ο κ. Κασουλίδης αναγκάζεται να καταφύγει στην ασάφεια, στις επιλεκτικές αναφορές και στις κραυγαλέες αντιφάσεις που καταδεικνύουν όχι απλώς την άγνοια του, αλλά πολύ περισσότερο την ανευθυνότητα του ως πολιτικού που καταφεύγει σε ένα είδος πολιτικαντισμού τοποθετούμενος λαϊκίστικα στο δημόσιο διάλογο για ένα τόσο σοβαρό θέμα.
Ο αναγνώστης μπορεί εύλογα να διερωτηθεί γιατί αυτή η εστίαση στο άρθρο του κ. Κασουλίδη. Άλλωστε υπάρχει πληθώρα λαϊκίστικων και πολιτικάντικων άρθρων στον Τύπο που αναμασούν διάφορες εκδοχές του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος και που πολεμούν λυσσαλέα την απόπειρα εκσυγχρονισμού της παιδείας. Αυτό που καθιστά τη στάση του κ. Κασουλίδη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η απόπειρα ακροβασίας ανάμεσα στη φιλελεύθερη μετριοπάθεια και τον ακραίο εθνικιστικό λόγο. Η διγλωσσία όμως που προκύπτει ως αποτέλεσμα της νοοτροπίας να αρθρώνονται άλλοι/διαφορετικοί λόγοι/discourses αναλόγως ακροατηρίου, είναι εκφραστική μιας τάσης στην οποία ο πολιτικός ηγέτης θέλει να διαχειριστεί την πολιτική μόνος του και κατά συνέπεια λέει ό,τι θέλει το ακροατήριο, αγνοώντας έτσι τις συνέπειες των λόγων στην πράξη αλλά και την ιστορική μνήμη. Οι τοποθετήσεις των πολιτικών δεν έχουν όμως μόνο προβλεπτές, αλλά και απρόβλεπτες συνέπειες. Στην προσπάθεια δηλαδή να επιτύχουν την κομματική συσπείρωση, δεν μπορούν οι σοβαροί πολιτικοί να μη διανοούνται άλλες παράπλευρες και πιθανές συνέπειες όπως την αποδοχή, νομιμοποίηση και αναπαραγωγή καταστροφικών ιδεοληψιών του παρελθόντος.
Ας εξετάσουμε όμως τις θεωρητικές και ιστορικές καταβολές της “ελληνοχριστιανικής” θέσης που υπερασπίζεται τόσο ο κ. Κασουλίδης όσο και το περιοδικό “Αλλαγή” γενικότερα. Η έννοια του “ελληνοχριστιανισμού” ή της “ελληνορθοδοξίας” αποτελεί κατασκευή των εθνικιστών ιστορικών του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα του Παπαρηγόπουλου, στην προσπάθεια νομιμοποίησης του νεοελληνικού κράτους μέσα από την αυθαίρετη διασύνδεση του αρχαίου ελληνικού με το βυζαντινό πολιτιστικό στοιχείο. Το βασικό ζητούμενο ήταν η απόδειξη της δήθεν ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους από τις αρχαίες πόλεις – κράτη μέσα από τη βυζαντινή αυτοκρατορία στο σύγχρονο ελληνικό κράτος, Η αγωνιώδης προσπάθεια τεκμηρίωσης της εθνικιστικής θέσης για την αέναη ιστορική πορεία και τη διαχρονική υπόσταση του έθνους δεν αποτελεί βέβαια ελληνικό φαινόμενο. Όλοι οι εθνικιστές πιστεύουν στη διαχρονικότητα του έθνους τους και στην προσπάθεια τους να το αποδείξουν, πολλές φορές “επινοούν παραδόσεις” όπως επισημαίνει ο ιστορικός Χόμπσπαουμ.
Η μεγάλη εθνική αφήγηση, μια εκδοχή της οποίας παρουσιάζει ο κ. Κασουλίδης, αποτελείται από αυθαίρετες επιλογές από ιστορικά στοιχεία (μεταφορά ρωμαϊκής έδρας στο Βυζάντιο, άλωση της Κων/πολης, εκπροσώπηση του Γένους από την Εκκλησία, αγώνας ΕΟΚΑ), που τοποθετούνται σε μια σειρά για να στοιχειοθετήσουν ένα μύθο. Τον μύθο της ιστορικής συνέχειας του έθνους στα πλαίσια του οποίου καθορίζεται και θα πρέπει να καθορίζεται η πολιτιστική και πολιτική ταυτότητα. Η άνεση με την οποία διατυπώνεται η εθνική αυτή αφήγηση δεν έχει σχέση με την πλησιότητά της στα πραγματικά ιστορικά δεδομένα, αλλά με τη χρήση της από την παραδοσιακή εξουσία ως ηγεμονική ιδεολογία. Πρόκειται για μια ερμηνεία της ιστορίας που προβάλλει ως να είναι υπεράνω πολιτικής, ως πλαίσιο του τι συνιστά αποδεκτή πολιτική. Όταν ο κ. Κασουλίδης μιλά για την “ελληνική παιδεία [που] δεν μπορεί να είναι ούτε αριστερή ούτε δεξιά” δεν εκφράζει μια πολιτικά ουδέτερη θέση. Αποφεύγει ουσιαστικά το διάλογο για την παιδεία διεκδικώντας το μονόλογο. Και το κάνει αυτό στεκόμενος πάνω σε δεκαετίες ιδεολογικής κατήχησης και παραταξιακού πολιτικού προσανατολισμού της παιδείας. Όταν μιλά για τα “ελληνικά ιδεώδη” της ΕΟΚΑ χωρίς να μπαίνει καν στον κόπο να τα ορίσει, δεν πρόκειται απλώς για μια ασάφεια. Πρόκειται για μια συνειδητή αποσιώπηση, έτσι ώστε να καθοριστεί ένα πολιτικό πλαίσιο μέσα από την ιστορική αφήγηση. Ένα πλαίσιο που αγνοεί -με τρόπο προκλητικό για την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα- άβολες αλήθειες που καταρρίπτουν την “εθνική” εκδοχή, όπως τον πόλεμο του Θεοδόσιου ενάντια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, το λειτουργικό ρόλο της Εκκλησίας στο Οθωμανικό κράτος το ελληνικό πραξικόπημα που προηγήθηκε της τουρκικής εισβολής το 1974. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι η αναπαραγωγή και επιβολή της μεγάλης εθνικής αφήγησης είναι πάντοτε βασισμένη στην αποσιώπηση, τη συγκάλυψη και τη λογοκρισία. Και αυτό διαφάνηκε ξεκάθαρα και μέσα από την πρόσφατη, ευτυχώς τελικά αποτυχημένη απόπειρα παρέμβασης στο ντοκυμαντέρ του Κώστα Γαβρά για την Ακρόπολη, που παρουσίαζε την άβολη για τον ελληνοχριστιανικό μύθο αλήθεια της οργανωμένης καταστροφής των αρχαίων ελληνικών μνημείων από Χριστιανούς τον 3ο αιώνα μ.Χ.
Οι πολιτικές προεκτάσεις του εθνοκεντρικού φακού είναι όμως αναπόφευκτες. Είναι μάλιστα ορατές ως έμμεση διαφοροποίηση στην αναφορά στις 2 κοινότητες: οι Ε/κ είναι «Έλληνες» ενώ οι Τ/κ «Τουρκοκύπριοι». Γιατί δεν είναι και οι Τ/κ «Τούρκοι» ή οι Ε/κ «Ελληνοκύπριοι»; Τα (συνειδητά ή ασυνείδητα) αίτια αυτής της ονομαστικής στρατηγικής μπορεί να είναι ποικίλα. Από τη μια φαίνεται να εξυπηρετεί το πλαίσιο που αναφέρεται πιο πάνω – να δημιουργήσει ένα αίσθημα εθνικής έπαρσης σε όσους ταυτίζονται με τους Έλληνες (ως ένα έθνος/ ένας πολιτισμός πέρα από κράτη όπως καταδεικνύει και η συντήρηση της ορολογίας για «ιδιαίτερη πατρίδα»), ενώ οι Τ/κ παραπέμπονται στη πιο συνηθισμένη αναφορά/ορολογία, η οποία δεν τους εντάσσει στο φαντασιακό του τουρκικού έθνους αλλά σε μια κοινότητα της Κύπρου. Έτσι οι μεν (Ε/κ) είναι έθνος ενώ οι άλλοι κοινότητα. (Σ' αυτή τη συγκριτική αναφορά θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχει ένας μικρός ήπιος ρατσισμός). Από την άλλη, αυτή η αποστασιοποίηση των Τ/κ από τον τουρκισμό λειτουργεί και κάπως θετικά στο φαντασιακό κόσμο τον οποίο φαίνεται να επικαλείται ο κ. Κασουλίδης, όπου «Έλληνες» και «Τούρκοι» είναι «προαιώνιοι εχθροί». Αλλά υπάρχει και ένα αστείο στην όλη διαδικασία: αυτή η στρατηγική προσδιορίζει μόνο τους Τ/κ σε σχέση με την Κύπρο. Έχει κάτι από Κύπρο ο ελληνοχριστιανισμός που θέλει να προβάλει ο κ. Κασουλίδης; Η απάντηση αναπόφευκτα γυρίζει πίσω στη λογική του «Η Κύπρος είναι ελληνική». Το αδιέξοδο όμως είναι εμφανές: δεν μπορεί να είναι μόνο ελληνική η Κύπρος, αφού ήδη γίνεται πια αναφορά σε άλλη κοινότητα. Και έμμεσα αλλά σαφώς υπονούνται και άλλες μορφές διαφοροποίησης από το φαντασιακό ελληνισμό τον οποίο επικαλείται ο λόγος του ευρωβουλευτή.
Ο πολιτικός λόγος είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι αυτοί που τον εκφέρουν έχει συνέπειες. Και τα ιδεολογήματα δεν είναι αθώα, έχουν πολιτικές προεκτάσεις, που τις βιώσαμε μάλιστα στο παρελθόν στην Κύπρο με πολύ οδυνηρό τρόπο. Είναι λυπηρό τώρα που βρισκόμαστε στο μεταίχμιο της υπέρβασης της εθνοτικής σύγκρουσης, κάποιοι να αναπαράγουν, έστω άθελα τους, προσεγγίσεις και λογικές που μας εγκλωβίζουν σε αυτό το άσχημο παρελθόν. Και είναι διπλά λυπηρό όταν αυτοί οι κάποιοι επαγγέλλονται κατά τα άλλα το όραμα του εκσυγχρονισμού, της επανένωσης και της ειρηνικής συνύπαρξης.
Βιβλιογραφία:
Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους, Ελευθερουδάκης, 6η έκδοση, 1932.
Umut Ozkimirli and Spyros Sofos, Tormented by history: nationalism in Greece and Turkey, Hurst, 2008.
Eric Hobsbawm, Nations and nationalism since 1780, Cambridge, 1990.
Eric Hobsbawm and Terence Ranger (eds), The invention of tradition, 1983.
Kyriakos Markides, The rise and fall of the Cyprus Republic, London, 1977.
Edward Gibbon (J.B. Bury ed) [1974] A history of the decline and fall of the Roman Empire in 6 volumes, Norwalk, Connecticut: The Easton Press.
Μιχάλης Μιχαήλ, Η εκκλησία της Κύπρου κατά την Οθωμανική περίοδο, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2005
Αφορμή για το κείμενο αυτό αποτελεί το άρθρο του Ιωάννη Κασουλίδη στο περιοδικό “Εκπαιδευτική Αλλαγή” (τεύχος 6, Μάιος - Ιούνιος 2009) με τίτλο “Ελληνισμός, Χριστιανισμός, Παιδεία και Κυπριακό”, στο οποίο ο ευρωβουλευτής προσπαθεί να υπερασπιστεί την παραδοσιακή, ηγεμονική ιστορική αφήγηση που «κινδυνεύει» από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Καθώς όμως δεν αμφισβητεί την πολιτική λογική της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, η οποία στα πλαίσια του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος προωθεί ανάμεσα σε άλλα και την καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης στην Κύπρο, αναγκάζεται να ακροβατήσει ανάμεσα στον εθνικισμό από την μια και την αναγκαιότητα της επανένωσης από την άλλη. Η υιοθέτηση και η αναπαραγωγή του ελληνο-χριστιανικού ιδελογήματος που θέλει την Κύπρο ελληνική, όπως άλλωστε είχε δηλώσει και προεκλογικά, είναι μια προβληματική θέση. Πόσο μάλλον όταν προσπαθεί να αποφύγει πάση θυσία τις πολιτικές προεκτάσεις της ιδεολογικής αυτής θέσης, αφού διακηρυγμένος του στόχος παραμένει η επανένωση της χώρας και η συνύπαρξη με τους Τ/κ στα πλαίσια μιας ανεξάρτητης διεθνικής πολιτείας. Έτσι ο κ. Κασουλίδης αναγκάζεται να καταφύγει στην ασάφεια, στις επιλεκτικές αναφορές και στις κραυγαλέες αντιφάσεις που καταδεικνύουν όχι απλώς την άγνοια του, αλλά πολύ περισσότερο την ανευθυνότητα του ως πολιτικού που καταφεύγει σε ένα είδος πολιτικαντισμού τοποθετούμενος λαϊκίστικα στο δημόσιο διάλογο για ένα τόσο σοβαρό θέμα.
Ο αναγνώστης μπορεί εύλογα να διερωτηθεί γιατί αυτή η εστίαση στο άρθρο του κ. Κασουλίδη. Άλλωστε υπάρχει πληθώρα λαϊκίστικων και πολιτικάντικων άρθρων στον Τύπο που αναμασούν διάφορες εκδοχές του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος και που πολεμούν λυσσαλέα την απόπειρα εκσυγχρονισμού της παιδείας. Αυτό που καθιστά τη στάση του κ. Κασουλίδη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η απόπειρα ακροβασίας ανάμεσα στη φιλελεύθερη μετριοπάθεια και τον ακραίο εθνικιστικό λόγο. Η διγλωσσία όμως που προκύπτει ως αποτέλεσμα της νοοτροπίας να αρθρώνονται άλλοι/διαφορετικοί λόγοι/discourses αναλόγως ακροατηρίου, είναι εκφραστική μιας τάσης στην οποία ο πολιτικός ηγέτης θέλει να διαχειριστεί την πολιτική μόνος του και κατά συνέπεια λέει ό,τι θέλει το ακροατήριο, αγνοώντας έτσι τις συνέπειες των λόγων στην πράξη αλλά και την ιστορική μνήμη. Οι τοποθετήσεις των πολιτικών δεν έχουν όμως μόνο προβλεπτές, αλλά και απρόβλεπτες συνέπειες. Στην προσπάθεια δηλαδή να επιτύχουν την κομματική συσπείρωση, δεν μπορούν οι σοβαροί πολιτικοί να μη διανοούνται άλλες παράπλευρες και πιθανές συνέπειες όπως την αποδοχή, νομιμοποίηση και αναπαραγωγή καταστροφικών ιδεοληψιών του παρελθόντος.
Ας εξετάσουμε όμως τις θεωρητικές και ιστορικές καταβολές της “ελληνοχριστιανικής” θέσης που υπερασπίζεται τόσο ο κ. Κασουλίδης όσο και το περιοδικό “Αλλαγή” γενικότερα. Η έννοια του “ελληνοχριστιανισμού” ή της “ελληνορθοδοξίας” αποτελεί κατασκευή των εθνικιστών ιστορικών του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα του Παπαρηγόπουλου, στην προσπάθεια νομιμοποίησης του νεοελληνικού κράτους μέσα από την αυθαίρετη διασύνδεση του αρχαίου ελληνικού με το βυζαντινό πολιτιστικό στοιχείο. Το βασικό ζητούμενο ήταν η απόδειξη της δήθεν ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους από τις αρχαίες πόλεις – κράτη μέσα από τη βυζαντινή αυτοκρατορία στο σύγχρονο ελληνικό κράτος, Η αγωνιώδης προσπάθεια τεκμηρίωσης της εθνικιστικής θέσης για την αέναη ιστορική πορεία και τη διαχρονική υπόσταση του έθνους δεν αποτελεί βέβαια ελληνικό φαινόμενο. Όλοι οι εθνικιστές πιστεύουν στη διαχρονικότητα του έθνους τους και στην προσπάθεια τους να το αποδείξουν, πολλές φορές “επινοούν παραδόσεις” όπως επισημαίνει ο ιστορικός Χόμπσπαουμ.
Η μεγάλη εθνική αφήγηση, μια εκδοχή της οποίας παρουσιάζει ο κ. Κασουλίδης, αποτελείται από αυθαίρετες επιλογές από ιστορικά στοιχεία (μεταφορά ρωμαϊκής έδρας στο Βυζάντιο, άλωση της Κων/πολης, εκπροσώπηση του Γένους από την Εκκλησία, αγώνας ΕΟΚΑ), που τοποθετούνται σε μια σειρά για να στοιχειοθετήσουν ένα μύθο. Τον μύθο της ιστορικής συνέχειας του έθνους στα πλαίσια του οποίου καθορίζεται και θα πρέπει να καθορίζεται η πολιτιστική και πολιτική ταυτότητα. Η άνεση με την οποία διατυπώνεται η εθνική αυτή αφήγηση δεν έχει σχέση με την πλησιότητά της στα πραγματικά ιστορικά δεδομένα, αλλά με τη χρήση της από την παραδοσιακή εξουσία ως ηγεμονική ιδεολογία. Πρόκειται για μια ερμηνεία της ιστορίας που προβάλλει ως να είναι υπεράνω πολιτικής, ως πλαίσιο του τι συνιστά αποδεκτή πολιτική. Όταν ο κ. Κασουλίδης μιλά για την “ελληνική παιδεία [που] δεν μπορεί να είναι ούτε αριστερή ούτε δεξιά” δεν εκφράζει μια πολιτικά ουδέτερη θέση. Αποφεύγει ουσιαστικά το διάλογο για την παιδεία διεκδικώντας το μονόλογο. Και το κάνει αυτό στεκόμενος πάνω σε δεκαετίες ιδεολογικής κατήχησης και παραταξιακού πολιτικού προσανατολισμού της παιδείας. Όταν μιλά για τα “ελληνικά ιδεώδη” της ΕΟΚΑ χωρίς να μπαίνει καν στον κόπο να τα ορίσει, δεν πρόκειται απλώς για μια ασάφεια. Πρόκειται για μια συνειδητή αποσιώπηση, έτσι ώστε να καθοριστεί ένα πολιτικό πλαίσιο μέσα από την ιστορική αφήγηση. Ένα πλαίσιο που αγνοεί -με τρόπο προκλητικό για την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα- άβολες αλήθειες που καταρρίπτουν την “εθνική” εκδοχή, όπως τον πόλεμο του Θεοδόσιου ενάντια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, το λειτουργικό ρόλο της Εκκλησίας στο Οθωμανικό κράτος το ελληνικό πραξικόπημα που προηγήθηκε της τουρκικής εισβολής το 1974. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι η αναπαραγωγή και επιβολή της μεγάλης εθνικής αφήγησης είναι πάντοτε βασισμένη στην αποσιώπηση, τη συγκάλυψη και τη λογοκρισία. Και αυτό διαφάνηκε ξεκάθαρα και μέσα από την πρόσφατη, ευτυχώς τελικά αποτυχημένη απόπειρα παρέμβασης στο ντοκυμαντέρ του Κώστα Γαβρά για την Ακρόπολη, που παρουσίαζε την άβολη για τον ελληνοχριστιανικό μύθο αλήθεια της οργανωμένης καταστροφής των αρχαίων ελληνικών μνημείων από Χριστιανούς τον 3ο αιώνα μ.Χ.
Οι πολιτικές προεκτάσεις του εθνοκεντρικού φακού είναι όμως αναπόφευκτες. Είναι μάλιστα ορατές ως έμμεση διαφοροποίηση στην αναφορά στις 2 κοινότητες: οι Ε/κ είναι «Έλληνες» ενώ οι Τ/κ «Τουρκοκύπριοι». Γιατί δεν είναι και οι Τ/κ «Τούρκοι» ή οι Ε/κ «Ελληνοκύπριοι»; Τα (συνειδητά ή ασυνείδητα) αίτια αυτής της ονομαστικής στρατηγικής μπορεί να είναι ποικίλα. Από τη μια φαίνεται να εξυπηρετεί το πλαίσιο που αναφέρεται πιο πάνω – να δημιουργήσει ένα αίσθημα εθνικής έπαρσης σε όσους ταυτίζονται με τους Έλληνες (ως ένα έθνος/ ένας πολιτισμός πέρα από κράτη όπως καταδεικνύει και η συντήρηση της ορολογίας για «ιδιαίτερη πατρίδα»), ενώ οι Τ/κ παραπέμπονται στη πιο συνηθισμένη αναφορά/ορολογία, η οποία δεν τους εντάσσει στο φαντασιακό του τουρκικού έθνους αλλά σε μια κοινότητα της Κύπρου. Έτσι οι μεν (Ε/κ) είναι έθνος ενώ οι άλλοι κοινότητα. (Σ' αυτή τη συγκριτική αναφορά θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχει ένας μικρός ήπιος ρατσισμός). Από την άλλη, αυτή η αποστασιοποίηση των Τ/κ από τον τουρκισμό λειτουργεί και κάπως θετικά στο φαντασιακό κόσμο τον οποίο φαίνεται να επικαλείται ο κ. Κασουλίδης, όπου «Έλληνες» και «Τούρκοι» είναι «προαιώνιοι εχθροί». Αλλά υπάρχει και ένα αστείο στην όλη διαδικασία: αυτή η στρατηγική προσδιορίζει μόνο τους Τ/κ σε σχέση με την Κύπρο. Έχει κάτι από Κύπρο ο ελληνοχριστιανισμός που θέλει να προβάλει ο κ. Κασουλίδης; Η απάντηση αναπόφευκτα γυρίζει πίσω στη λογική του «Η Κύπρος είναι ελληνική». Το αδιέξοδο όμως είναι εμφανές: δεν μπορεί να είναι μόνο ελληνική η Κύπρος, αφού ήδη γίνεται πια αναφορά σε άλλη κοινότητα. Και έμμεσα αλλά σαφώς υπονούνται και άλλες μορφές διαφοροποίησης από το φαντασιακό ελληνισμό τον οποίο επικαλείται ο λόγος του ευρωβουλευτή.
Ο πολιτικός λόγος είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι αυτοί που τον εκφέρουν έχει συνέπειες. Και τα ιδεολογήματα δεν είναι αθώα, έχουν πολιτικές προεκτάσεις, που τις βιώσαμε μάλιστα στο παρελθόν στην Κύπρο με πολύ οδυνηρό τρόπο. Είναι λυπηρό τώρα που βρισκόμαστε στο μεταίχμιο της υπέρβασης της εθνοτικής σύγκρουσης, κάποιοι να αναπαράγουν, έστω άθελα τους, προσεγγίσεις και λογικές που μας εγκλωβίζουν σε αυτό το άσχημο παρελθόν. Και είναι διπλά λυπηρό όταν αυτοί οι κάποιοι επαγγέλλονται κατά τα άλλα το όραμα του εκσυγχρονισμού, της επανένωσης και της ειρηνικής συνύπαρξης.
Βιβλιογραφία:
Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους, Ελευθερουδάκης, 6η έκδοση, 1932.
Umut Ozkimirli and Spyros Sofos, Tormented by history: nationalism in Greece and Turkey, Hurst, 2008.
Eric Hobsbawm, Nations and nationalism since 1780, Cambridge, 1990.
Eric Hobsbawm and Terence Ranger (eds), The invention of tradition, 1983.
Kyriakos Markides, The rise and fall of the Cyprus Republic, London, 1977.
Edward Gibbon (J.B. Bury ed) [1974] A history of the decline and fall of the Roman Empire in 6 volumes, Norwalk, Connecticut: The Easton Press.
Μιχάλης Μιχαήλ, Η εκκλησία της Κύπρου κατά την Οθωμανική περίοδο, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2005
Wednesday, September 2, 2009
Εργατική υποχώρηση
Ο τέντζερης της επανάστασης
έχασε το καπάκι
κύλησε από μόνος του
κι έπεσε στο χαντάκι
Στο λάκκο με τους φιλελεύθερους
σα χριστιανός πρωτάρης
μας έβγαλε στη ζητιανιά
ο μαύρος καβαλάρης
Είμαι κομουνιστής, φτωχός, αόμματος
ορίστε έχω και χαρτιά του κόμματος
βοηθήστε με, μαντάμ, να ανανήψω
το αριστερό μου παρελθόν... να τους το κρύψω
Φέρτε μου πτώματα να τα πατήσω
να καταλάβω, να καζαντίσω
Θέλω να ονειρευτώ αμερικάνικα
και να με δένουν σα σκυλί... με τα λουκάνικα
Όσα δεν φτάνει η κουρελού
συμπλήρωσε μοκέτα
μάζεψε τα συνθήματα
και βάλ' τα σε πακέτα
Μισές αλήθειες είπε ο Κάρολος
του σατανά φιρμάνι
και το σφυρί για καμουφλάζ
να κρύβει το δρεπάνι
Τζίμης Πανούσης,
Δουλειές του κεφαλιού. The gretast kitch live, 1990
έχασε το καπάκι
κύλησε από μόνος του
κι έπεσε στο χαντάκι
Στο λάκκο με τους φιλελεύθερους
σα χριστιανός πρωτάρης
μας έβγαλε στη ζητιανιά
ο μαύρος καβαλάρης
Είμαι κομουνιστής, φτωχός, αόμματος
ορίστε έχω και χαρτιά του κόμματος
βοηθήστε με, μαντάμ, να ανανήψω
το αριστερό μου παρελθόν... να τους το κρύψω
Φέρτε μου πτώματα να τα πατήσω
να καταλάβω, να καζαντίσω
Θέλω να ονειρευτώ αμερικάνικα
και να με δένουν σα σκυλί... με τα λουκάνικα
Όσα δεν φτάνει η κουρελού
συμπλήρωσε μοκέτα
μάζεψε τα συνθήματα
και βάλ' τα σε πακέτα
Μισές αλήθειες είπε ο Κάρολος
του σατανά φιρμάνι
και το σφυρί για καμουφλάζ
να κρύβει το δρεπάνι
Τζίμης Πανούσης,
Δουλειές του κεφαλιού. The gretast kitch live, 1990
Sunday, August 30, 2009
Οι κινητοποιήσεις για την ειρήνη και η προοπτική της επανένωσης της χώρας
Διανύουμε το δεύτερο χρόνο των συνομιλιών Χριστόφια-Ταλάτ και διαφαίνεται ξανά στον ορίζοντα προοπτική κατάληξης σε κάποιου είδους συμφωνία, είτε συνολικής είτε μερικής, που αναμένεται να σηματοδοτήσει το πέρασμα σε ένα καινούργιο στάδιο στη διαδικασία της επανένωσης που άρχισε το 2003 με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων. Δεν είναι ξεκάθαρο αν πάμε ή όχι για συνολική επίλυση του προβλήματος και οι μεταβλητές είναι πολλές για να γίνουν αξιόπιστες προβλέψεις. Το γεγονός ότι το σκηνικό δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμα όμως είναι ενδεικτικό των υφιστάμενων ισορροπιών ανάμεσα στις επανενωτικές και στις διχοτομικές δυνάμεις μέσα στην κοινωνία. Καθώς οι συνομιλίες θα κορυφωθούν στους επόμενους μήνες, αναμένεται να χαρακτηριστούν και από οξυμένη αντιπαράθεση μέσα από την οποία θα επιβληθούν οι όροι της νέας κατάστασης – είτε του αδιεξόδου είτε της συμφωνίας.
Η μακροχρόνια διαίρεση της χώρας έχει ενδυναμώσει τη λογική του διαχωρισμού ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Υπάρχει και στον νότο μια σημαντική μειοψηφία που αναδεικνύεται και μέσα από έρευνες ότι πιστεύει στο στάτους κβο και στη λύση δυο κρατών. Αυτό το γεγονός πρέπει να το αναγνωρίσουμε και να κατανοήσουμε ότι έχουμε τους Ε/κ διχοτομιστές απέναντι μας και η σύγκρουση μας μαζί τους είναι αναπόφευκτη, αν προχωρήσουμε σε συμφωνία επανένωσης της χώρας. Ήδη διεξάγεται ένας υπόγειος πόλεμος νοηματόδησης στα μέσα ενημέρωσης και ένας σημειολογικός πόλεμος στους δημόσιους χώρους. Αυτό είναι ενδεικτικό από το πώς παρουσιάζεται η είδηση, πώς ερμηνευόνται και πώς σχολιάζονται οι δηλώσεις ,από το πώς αναλύεται η επικαιρότητα στα ΜΜΕ, στο διαδίχτυο, στα συνθήματα στους τοίχους των πόλεων. Από τη μια οι δυνάμεις της εθνοτικής σύγκρουσης και του διχοτομικού στάτους κβο και από την άλλη οι δυνάμεις της συμφιλίωσης και της επανένωσης. Ο πολυδιάστατος αυτός πόλεμος θα ενταθεί και θα υπερκαθορίσει την πολιτική ταύτοτητα των ε/κ με παράμοιο τρόπο που έγινε το 2004.
Το θέμα είναι ο βαθμός ετοιμότητας και η αποτελεσματικότητα μας στην δημόσια έκφραση της θέση μας και οι πολιτικές και ιδεολογικές συμμαχίες που χρειάζονται για να συγκροτηθεί το νέο ιστορικό μπλοκ που θα πάρει την κοινωνία μπροστά μέσα από την συμφωνία για την επανένωση. Η μάχη για τη κατάκτηση της δημόσιας σφαίρας είναι αποφασιστικής σημασίας. Και έχοντας ως δεδομένο την εθνικιστική κλίση τόσο των δημοσιογράφων όσο και των αφεντικών τους αυτή η μάχη είναι άνιση και δύσκολη. Εδώ έγκειται και η σημασία των κινητοποιήσεων. Η παρουσία μας στον δρόμο είναι αυτή που μπορεί να αναγκάσει τα ΜΜΕ να μας προβάλουν, να μας πάρουν στα σοβαρά και εν τέλει να συζητήσουν αυτά που έχουμε να πούμε. Πρέπει να αποδείξουμε εκ νέου ότι οι δυνάμεις της επανένωσης αποτελούμε εν δυνάμει πλειοψηφικό ρεύμα. Όχι επειδή αναμένεται απλά να ακολουθήσουμε παθητικά τη ρεαλιστική στάση των δυο μεγάλων ε/κ κομμάτων, αλλά επειδή ο ρεαλισμός των δυο μεγάλων κομμάτων αποτελεί έκφραση της κοινωνικά πλειοψηφικής θέσης της συμφιλίωσης και της επανένωσης.
Δεν πρέπει να υποτιμούμε ποτέ τη δύναμη που έχει η φωνή του κόσμου στο δρόμο. Οι κινητοποιήσεις μπορούν όχι απλά να ασκήσουν πίεση στους ηγέτες, αλλά να τους σπρώξουν προς συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση. Οι κινητοποιήσεις των συμπατριωτών μας τ/κ κατάφεραν να ανατρέψουν τη λογική του διαχωρισμού και την θέση της διχοτόμησης, μια στάση που η πολιτική τους ελίτ είχε καταφέρει να επιβάλει για ολόκληρο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Ας μιμηθούμε το παράδειγμα τους και ας εντείνουμε τις κινητοποίησεις μας με όσο το δυνατόν περισσότερη συμμετοχή. Την 1η και τη 2η Σεπτεμβρίου διοργανώνονται δυο δικοινοτικές εκδηλώσεις για την γιορτή της ειρήνης. Η πρώτη από την Πλατφόρμα της Ειρήνης (συγκέντρωση στην Πλατεία Ελευθερίας στις 18.00 και πορεία στο Λήδρα Πάλας) και η δέυτερη από την ΠΕΟ και την Ντεβίς, στις 18.30 στο γήπεδο του Ορφέα. Συμμετέχουμε για να δώσουμε το μήνυμα ότι αγωνιζόμαστε για την ειρήνη, ότι διεκδικούμε την επανένωση.
Γρηγόρης Ιωάννου
Η μακροχρόνια διαίρεση της χώρας έχει ενδυναμώσει τη λογική του διαχωρισμού ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Υπάρχει και στον νότο μια σημαντική μειοψηφία που αναδεικνύεται και μέσα από έρευνες ότι πιστεύει στο στάτους κβο και στη λύση δυο κρατών. Αυτό το γεγονός πρέπει να το αναγνωρίσουμε και να κατανοήσουμε ότι έχουμε τους Ε/κ διχοτομιστές απέναντι μας και η σύγκρουση μας μαζί τους είναι αναπόφευκτη, αν προχωρήσουμε σε συμφωνία επανένωσης της χώρας. Ήδη διεξάγεται ένας υπόγειος πόλεμος νοηματόδησης στα μέσα ενημέρωσης και ένας σημειολογικός πόλεμος στους δημόσιους χώρους. Αυτό είναι ενδεικτικό από το πώς παρουσιάζεται η είδηση, πώς ερμηνευόνται και πώς σχολιάζονται οι δηλώσεις ,από το πώς αναλύεται η επικαιρότητα στα ΜΜΕ, στο διαδίχτυο, στα συνθήματα στους τοίχους των πόλεων. Από τη μια οι δυνάμεις της εθνοτικής σύγκρουσης και του διχοτομικού στάτους κβο και από την άλλη οι δυνάμεις της συμφιλίωσης και της επανένωσης. Ο πολυδιάστατος αυτός πόλεμος θα ενταθεί και θα υπερκαθορίσει την πολιτική ταύτοτητα των ε/κ με παράμοιο τρόπο που έγινε το 2004.
Το θέμα είναι ο βαθμός ετοιμότητας και η αποτελεσματικότητα μας στην δημόσια έκφραση της θέση μας και οι πολιτικές και ιδεολογικές συμμαχίες που χρειάζονται για να συγκροτηθεί το νέο ιστορικό μπλοκ που θα πάρει την κοινωνία μπροστά μέσα από την συμφωνία για την επανένωση. Η μάχη για τη κατάκτηση της δημόσιας σφαίρας είναι αποφασιστικής σημασίας. Και έχοντας ως δεδομένο την εθνικιστική κλίση τόσο των δημοσιογράφων όσο και των αφεντικών τους αυτή η μάχη είναι άνιση και δύσκολη. Εδώ έγκειται και η σημασία των κινητοποιήσεων. Η παρουσία μας στον δρόμο είναι αυτή που μπορεί να αναγκάσει τα ΜΜΕ να μας προβάλουν, να μας πάρουν στα σοβαρά και εν τέλει να συζητήσουν αυτά που έχουμε να πούμε. Πρέπει να αποδείξουμε εκ νέου ότι οι δυνάμεις της επανένωσης αποτελούμε εν δυνάμει πλειοψηφικό ρεύμα. Όχι επειδή αναμένεται απλά να ακολουθήσουμε παθητικά τη ρεαλιστική στάση των δυο μεγάλων ε/κ κομμάτων, αλλά επειδή ο ρεαλισμός των δυο μεγάλων κομμάτων αποτελεί έκφραση της κοινωνικά πλειοψηφικής θέσης της συμφιλίωσης και της επανένωσης.
Δεν πρέπει να υποτιμούμε ποτέ τη δύναμη που έχει η φωνή του κόσμου στο δρόμο. Οι κινητοποιήσεις μπορούν όχι απλά να ασκήσουν πίεση στους ηγέτες, αλλά να τους σπρώξουν προς συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση. Οι κινητοποιήσεις των συμπατριωτών μας τ/κ κατάφεραν να ανατρέψουν τη λογική του διαχωρισμού και την θέση της διχοτόμησης, μια στάση που η πολιτική τους ελίτ είχε καταφέρει να επιβάλει για ολόκληρο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Ας μιμηθούμε το παράδειγμα τους και ας εντείνουμε τις κινητοποίησεις μας με όσο το δυνατόν περισσότερη συμμετοχή. Την 1η και τη 2η Σεπτεμβρίου διοργανώνονται δυο δικοινοτικές εκδηλώσεις για την γιορτή της ειρήνης. Η πρώτη από την Πλατφόρμα της Ειρήνης (συγκέντρωση στην Πλατεία Ελευθερίας στις 18.00 και πορεία στο Λήδρα Πάλας) και η δέυτερη από την ΠΕΟ και την Ντεβίς, στις 18.30 στο γήπεδο του Ορφέα. Συμμετέχουμε για να δώσουμε το μήνυμα ότι αγωνιζόμαστε για την ειρήνη, ότι διεκδικούμε την επανένωση.
Γρηγόρης Ιωάννου
Wednesday, August 26, 2009
Tuesday, August 25, 2009
Ας παλέψουμε για την ειρήνη και για μια επανενωμένη Κύπρο!
Η εκμετάλλευση και η βία, η οποία ασκείται από τον ιμπεριαλισμό, αυξάνει την οικονομική, πολιτική και κοινωνική ανισότητα μεταξύ ατόμων και χωρών. Όπως και σε άλλα μέρη του κόσμου, η Μέση Ανατολή, όπου ζούμε και εμείς, αντιμετωπίζει πολέμους και σφαγές. Οι σφαγές εναντίον του ιρακινού λαού και των Παλαιστινίων συνεχίζονται. Καθημερινά, δεκάδες παιδιά, γυναίκες και άμαχοι σκοτώνονται. Ο ιμπεριαλισμός των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους εγκληματεί χωρίς να διστάζει, έτσι ώστε να έχει τον έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων και να ισχυροποιεί συμφέροντά του στην περιοχή. Ομοίως, η μάχη στον Καύκασο είναι μια μάχη για τις πηγές ενέργειας αλλά και της διανομής της.
Η παγκόσμια Μέρα Ειρήνης είναι η μέρα, κατά την οποία οι άνθρωποι όλων των κοινοτήτων υψώνουν τη φωνή τους για την ειρήνη, αφού ο κόσμος έχει μετατραπεί σε μια κόλαση πολέμου. Δυστυχώς, όλοι οι Κύπριοι έχουν υποφέρει από τους πολέμους. Το πρόσφατο παρελθόν μας έχει δείξει το απάνθρωπο πρόσωπο του πολέμου και το συνεπακόλουθο πένθος. Το αποτέλεσμα αυτής της αβάστακτης βίας ενάντια σε γυναίκες, παιδιά και αμάχους έχει πρόσφατα γίνει πιο γνωστό. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν διαιρέσει την Κύπρο με βάση την εθνική ταυτότητα, προκαλώντας ρατσισμό και σωβινισμό. Η μάχη μεταξύ των κοινοτήτων δεν μας έδωσε τίποτε άλλο εκτός από αίμα, δάκρυα και πένθος και κατά συνέπεια η χώρα διαιρέθηκε.
Η κατάρα των πολέμων, ο ρατσισμός και ο σωβινισμός μπορεί να μην είναι το τέλος αυτών που μπορούν να κάνουν οι ιμπεριαλιστές. Αυτός είναι ο λόγος που εμείς πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε την ειρήνη. Η αποφασιστικότητά μας πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένο αγώνα μέσα στον οποίο δεν πρέπει να υπάρχουν τα ‘ναι μεν αλλά’. Ο δρόμος για την ειρήνη στην Κύπρο είναι ο κοινός αγώνας όλων των εθνοτήτων οι οποίες απαρτίζουν τον Κυπριακό λαό για μια ενωμένη Κύπρο. Αυτοί οι οποίοι λεν ότι ‘και εμείς επίσης θέλουμε ειρήνη, αλλά’ είναι αυτοί οι οποίοι δραπετεύουν από τον κοινό αγώνα και απλώς θέλουν να τους βλέπουν οι άλλοι ως ειρηνιστές. Είναι αυτοί οι οποίοι δεν θέλουν αλλαγή στη σημερινή κατάσταση και θέλουν να τη συνεχίσουν. Μάλιστα, υποφέρουν από τη διαδικασία της ειρήνης, καθώς είναι αναγκασμένοι να κυκλοφορούν με τη μάσκα της.
Εμείς, οι οποίοι υπογράφουμε τη διακήρυξη, έχουμε ως στόχο μας την ειρήνη και την επανένωση της Κύπρου. Είμαστε αποφασισμένοι να δείξουμε την δέσμευσή μας, γι’ αυτό και την 1η του Σεπτέμβρη 2009, θα συναντηθούμε στην Πλατεία Ελευθερίας στο νότιο μέρος της Λευκωσίας, στις 18.00 η ώρα και στο Kugulu Park την ίδια ώρα και θα βαδίσουμε προς το Λήδρα Πάλας. Θα διακηρύξουμε τη θέληση μας για ειρήνη και επανένωση της Κύπρου. Γι’ αυτό το λόγο, καλούμε τους Ελληνοκύπριους, Τουρκοκύπριους,Αρμένιους, Μαρωνίτες και Λατίνους – όλους τους Κύπριους - σε ένα κοινό αγώνα για ειρήνη και επανένωση της χώρας μας.
Ζήτω η ειρήνη και ο κοινός αγώνας για μια επανενωμένη Κύπρο!
Ζήτω η ειρήνη!
Kıbrıs Barış Platformu / Πλατφόρμα Ειρήνης Κύπρου / Cyprus Peace Platform
Kıbrıs Türk Öğretmenler Sendikası (KTÖS), Kıbrıs Türk Orta Eğitim Öğretmenler Sendikası (KTOEÖS), Kıbrıs Türk Hekimleri Sendikası (Tıp-İş), Doğu Akdeniz Üniversitesi Birlik ve Dayanışma Sendikası (Daü-Bir-Sen), Gümrük Çalışanları Sendikası (GÜÇ-SEN) Toplumcu Demokrasi Partisi (TDP), Birleşik
Πλατφόρμα Εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος, Εργατική Δημοκρατία, Όμιλος Ιστορικού Διαλόγου και Έρευνας, Νεολαία ενάντια στον Εθνικισμό, Συμφιλίωση.
Η παγκόσμια Μέρα Ειρήνης είναι η μέρα, κατά την οποία οι άνθρωποι όλων των κοινοτήτων υψώνουν τη φωνή τους για την ειρήνη, αφού ο κόσμος έχει μετατραπεί σε μια κόλαση πολέμου. Δυστυχώς, όλοι οι Κύπριοι έχουν υποφέρει από τους πολέμους. Το πρόσφατο παρελθόν μας έχει δείξει το απάνθρωπο πρόσωπο του πολέμου και το συνεπακόλουθο πένθος. Το αποτέλεσμα αυτής της αβάστακτης βίας ενάντια σε γυναίκες, παιδιά και αμάχους έχει πρόσφατα γίνει πιο γνωστό. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν διαιρέσει την Κύπρο με βάση την εθνική ταυτότητα, προκαλώντας ρατσισμό και σωβινισμό. Η μάχη μεταξύ των κοινοτήτων δεν μας έδωσε τίποτε άλλο εκτός από αίμα, δάκρυα και πένθος και κατά συνέπεια η χώρα διαιρέθηκε.
Η κατάρα των πολέμων, ο ρατσισμός και ο σωβινισμός μπορεί να μην είναι το τέλος αυτών που μπορούν να κάνουν οι ιμπεριαλιστές. Αυτός είναι ο λόγος που εμείς πρέπει να είμαστε αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε την ειρήνη. Η αποφασιστικότητά μας πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένο αγώνα μέσα στον οποίο δεν πρέπει να υπάρχουν τα ‘ναι μεν αλλά’. Ο δρόμος για την ειρήνη στην Κύπρο είναι ο κοινός αγώνας όλων των εθνοτήτων οι οποίες απαρτίζουν τον Κυπριακό λαό για μια ενωμένη Κύπρο. Αυτοί οι οποίοι λεν ότι ‘και εμείς επίσης θέλουμε ειρήνη, αλλά’ είναι αυτοί οι οποίοι δραπετεύουν από τον κοινό αγώνα και απλώς θέλουν να τους βλέπουν οι άλλοι ως ειρηνιστές. Είναι αυτοί οι οποίοι δεν θέλουν αλλαγή στη σημερινή κατάσταση και θέλουν να τη συνεχίσουν. Μάλιστα, υποφέρουν από τη διαδικασία της ειρήνης, καθώς είναι αναγκασμένοι να κυκλοφορούν με τη μάσκα της.
Εμείς, οι οποίοι υπογράφουμε τη διακήρυξη, έχουμε ως στόχο μας την ειρήνη και την επανένωση της Κύπρου. Είμαστε αποφασισμένοι να δείξουμε την δέσμευσή μας, γι’ αυτό και την 1η του Σεπτέμβρη 2009, θα συναντηθούμε στην Πλατεία Ελευθερίας στο νότιο μέρος της Λευκωσίας, στις 18.00 η ώρα και στο Kugulu Park την ίδια ώρα και θα βαδίσουμε προς το Λήδρα Πάλας. Θα διακηρύξουμε τη θέληση μας για ειρήνη και επανένωση της Κύπρου. Γι’ αυτό το λόγο, καλούμε τους Ελληνοκύπριους, Τουρκοκύπριους,Αρμένιους, Μαρωνίτες και Λατίνους – όλους τους Κύπριους - σε ένα κοινό αγώνα για ειρήνη και επανένωση της χώρας μας.
Ζήτω η ειρήνη και ο κοινός αγώνας για μια επανενωμένη Κύπρο!
Ζήτω η ειρήνη!
Kıbrıs Barış Platformu / Πλατφόρμα Ειρήνης Κύπρου / Cyprus Peace Platform
Kıbrıs Türk Öğretmenler Sendikası (KTÖS), Kıbrıs Türk Orta Eğitim Öğretmenler Sendikası (KTOEÖS), Kıbrıs Türk Hekimleri Sendikası (Tıp-İş), Doğu Akdeniz Üniversitesi Birlik ve Dayanışma Sendikası (Daü-Bir-Sen), Gümrük Çalışanları Sendikası (GÜÇ-SEN) Toplumcu Demokrasi Partisi (TDP), Birleşik
Πλατφόρμα Εκπαιδευτικών Ενωμένη Κύπρος, Εργατική Δημοκρατία, Όμιλος Ιστορικού Διαλόγου και Έρευνας, Νεολαία ενάντια στον Εθνικισμό, Συμφιλίωση.
Labels:
δικοινοτική πρωτοβουλία,
επανένωση,
κινητοποιήσεις
Subscribe to:
Posts (Atom)

