Γενάρης 1999.
Επήεν 3 ή ώρα. Τα βλέφαρα γέρνουν.
Το όπλο εν κουττούτζι μεσ' τα σιέρκα του,
Τζιαι ο ρόλος που τον εβάλαν να παίζει, έσιει έξι μήνες τωρά, φαίνεσται του πιο γελοίος τζιαι πιο σαχλός παρά ποττέ.
Θωρεί ψηλά το φεγγάρι, μα τζίνον εν απόμακρο τζιαι αδιάφορο. Ακόμα τζιαι τ' αστέρκα που του εκάμναν παρέα τόσην ώρα, τωρά φαίνουνται απλησίαστα σαν τα όνειρα των μοναξιασμένων που δραπετεύκουν χωσμένα βαθκιά μέσ΄τον καπνό του τσιάρου.
4 τζιαι10. Η αλλαγή αρκεί να ρτει. Όπως την κορού που εξίασεν τζιαι έστησεν τον στο προχτεσινό τους ραντεβού.
Χαμηλώννει τα μάθκια. Χαμέ λάσπες τζιαι ξερά φύλλα.
Ακινησία. Ψεύτικη γαλήνη, θέατρο,
κουφό ηλίθιο θέατρο...
Οκτώβρης 2009.
17χρονος εθνοφρουρός πέθανε στην σκοπιά υπό συνθήκες που διερευνώνται.
Σιωπή. Δακρυσμένο πλήθος.
Γιατί; Ως πότε;
Λογοκρισία τζιαι αυτολογοκρισία.
Ανοχή τζιαι συνενοχή.
Ο λυγμός να γενεί κραυγή,
όι απόγνωσης αλλά απόφασης
να τελειώννουμεν με το παραλόγο
έστω τζιαι αργά.
Μισόν αιώνα αργά.
πολιτικός τζιαι θεωρητικός προβληματισμός, απόπειρα ιστορικής αφήγησης τζιαι επίκαιροι τραγουδιστοί συνειρμοί
Showing posts with label ποίηση. Show all posts
Showing posts with label ποίηση. Show all posts
Monday, January 4, 2010
Monday, March 10, 2008
Εποχές
Κοιτάω ψηλά, ερημιά
μοναχικά πουλάκια πετάνε στον βρώμικο αέρα
χάμω ένα σκαθάρι τριγυρίζει μέσα στα χώματα
θέλει να γνωρίσει τον κόσμο
μια πεταλούδα του χαμογελά ειρωνικά ενώ δίπλα μια σαύρα
αγριοκοιτάζει τα τζιτζίκια που θορυβούν άσκοπα.
Σιωπηλέ διαβάτη αμήχανε
παίζεις νευρικά το παιχνίδι
το μυαλό και το σώμα σου βαδίζουν στα ίδια μονοπάτια
το βλέμμα σου αδιάφορο και νωχελικό
οι στιγμές σου μουντές και άχρωμες.
Μια φωτιά και δυο χαμόγελα
λόγια ψιθυριστά στο χαρτί
και κραυγές που δεν σβήνουν
έξω άνεμος κρύος παγερός
μέσα μια θλίψη γλυκόπικρη.
Γεια σου χαρά σου ήλιε ζεστέ
έλα να χαϊδέψεις το δέρμα
να δροσίσεις την ψυχή και να ξεκουράσεις το μυαλό
ισορροπώντας γαλήνια την σάρκα
και λυτρώνοντας την ιδέα την φευγαλέα.
μοναχικά πουλάκια πετάνε στον βρώμικο αέρα
χάμω ένα σκαθάρι τριγυρίζει μέσα στα χώματα
θέλει να γνωρίσει τον κόσμο
μια πεταλούδα του χαμογελά ειρωνικά ενώ δίπλα μια σαύρα
αγριοκοιτάζει τα τζιτζίκια που θορυβούν άσκοπα.
Σιωπηλέ διαβάτη αμήχανε
παίζεις νευρικά το παιχνίδι
το μυαλό και το σώμα σου βαδίζουν στα ίδια μονοπάτια
το βλέμμα σου αδιάφορο και νωχελικό
οι στιγμές σου μουντές και άχρωμες.
Μια φωτιά και δυο χαμόγελα
λόγια ψιθυριστά στο χαρτί
και κραυγές που δεν σβήνουν
έξω άνεμος κρύος παγερός
μέσα μια θλίψη γλυκόπικρη.
Γεια σου χαρά σου ήλιε ζεστέ
έλα να χαϊδέψεις το δέρμα
να δροσίσεις την ψυχή και να ξεκουράσεις το μυαλό
ισορροπώντας γαλήνια την σάρκα
και λυτρώνοντας την ιδέα την φευγαλέα.
Subscribe to:
Posts (Atom)