Showing posts with label συνδικαλισμός. Show all posts
Showing posts with label συνδικαλισμός. Show all posts

Saturday, October 1, 2016

Ως εργαζόμενοι στην έρευνα και διδασκαλία έχουμε δικαιώματα

Η επιστημονική έρευνα υπηρετεί την κοινωνία και συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων. Την τελευταία δεκαετία η ερευνητική δραστηριότητα στην Κύπρο έχει αναβαθμιστεί, όμως, ταυτόχρονα, παρατηρείται και μια τάση υποβάθμισης των όρων και συνθηκών εργασίας των νέων επιστημόνων σε μη οργανικές θέσεις. Το γεγονός αυτό αποτελεί τον βασικό λόγο για την «διαρροή εγκεφάλων» από την Κύπρο, φαινόμενο που λειτουργεί ουσιαστικά ως τροχοπέδη για την κοινωνική, πολιτισμική και οικονομική ανάπτυξη.

Η ΔΕΔΕ: ποιοι είμαστε και τι πετύχαμε  
Η ίδρυση της Συντεχνίας Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας αποτελεί απόπειρα αναχαίτισης του φαινομένου αυτού. Η ΔΕΔΕ εκπροσωπεί το «υποβαθμισμένο» ακαδημαϊκό προσωπικό των κυπριακών πανεπιστημίων, δηλαδή κατόχους διδακτορικού τίτλου οι οποίοι επιτελούν βασική ακαδημαϊκή εργασία έρευνας ή/και διδασκαλίας στα δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια της Κύπρου αλλά δεν κατέχουν οργανικές θέσεις.

Μέσα σε μόλις ένα χρόνο λειτουργίας και συλλογικής δράσης η ΔΕΔΕ έχει ήδη πετύχει:
-          Βελτίωση των όρων των συμβολαίων των μεταδιδακτορικών ερευνητών του Πανεπιστημίου Κύπρου το 2016 σε σχέση με το 2015.
      Ανακοπή της αναδρομικής εφαρμογής του χρονικού περιορισμού εργοδότησης Ειδικών Επιστημόνων Διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και αναστολή απολύσεων συναδέλφων.
-   Αναγνώριση από το ΙΠΕ του δικαιώματος υποβολής ερευνητικών προτάσεων ως «Συντονιστές  Έργου» καθώς και κλιμακωτή μισθοδοσία με βάση την ακαδημαϊκή εμπειρία.

Κι αυτά που πρέπει να κάνουμε μαζί
Ιδρυτικό και αδιαπραγμάτευτο αίτημα της ΔΕΔΕ παραμένει η αύξηση των θέσεων ΔΕΠ τόσο στα δημόσια όσο και στα ιδιωτικά πανεπιστήμια της Κύπρου, ώστε ο να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ακαδημαϊκής έρευνας και της διδασκαλίας. Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα όμως θα πρέπει να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε και να διεκδικούμε τα δικαιώματα των νέων ερευνητών και διδασκόντων ως πλήρων μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, όπως άλλωστε συμβαίνει σε χώρες με αναπτυγμένα πανεπιστήμια. Τέτοια δικαιώματα είναι η συμμετοχή στα συλλογικά σώματα λήψης αποφάσεων των Πανεπιστημίων, η διασφάλιση άδειας μητρότητας, άδειας ασθενείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης καθώς και ο τερματισμός των ωρομίσθιων εργασιακών συμβάσεων για την κάλυψη πάγιων αναγκών.

Βασική προϋπόθεση για την πραγμάτωση των πιο πάνω αιτημάτων είναι η μαζική συλλογική δράση.

Η ΔΕΔΕ είναι οι νέες και οι νέοι ερευνητές και διδάσκοντες!
Η ΔΕΔΕ είσαι εσύ! Στήριξε τον δικό σου αγώνα!

Για την εγγραφή σας, επισκεφθείτε τη σελίδα της ΔΕΔΕ:  http://www.dede.org.cy/  
Email : info@dede.org.cy


Wednesday, June 29, 2016

«Η προσωρινότητα στην ανώτατη εκπαίδευση και στην έρευνα μας ασφυκτιά»

phd102615s
μετάφραση της Χριστίνα-Ζωή Μπακάλη
Άρθρο για τις πρώτες συναντήσεις σε εθνικό επίπεδο των προσωρινών εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα.
 «Η προσωρινότητα στην ανώτατη εκπαίδευση και στην έρευνα μας ασφυκτιά»
Αναδημοσιεύουμε το παρακάτω το άρθρο που αφορά τις πρώτες συναντήσεις σε εθνικό επίπεδο των επισφαλώς εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα οι οποίες έλαβαν χώρα τον Μάιο και δημοσιεύτηκαν την Πέμπτη 16 Ιουνίου στην γαλλική εφημερίδα LeMonde.

http://www.attack.org.gr/?p=1970
Από τον Gabriel Bortzmeyer εκ μέρους της συλλογικότητας των επισφαλώς εργαζομένων στην ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα.
«Δουλεύω τη διδακτορική μου διατριβή στον κλάδο της Ιστορίας εδώ και 5 χρόνια και δεν επωφελούμαι καμία χρηματοδότηση αντίστοιχη της δουλειάς μου σαν ερευνήτρια. Σαν διδακτορικός είμαι επίσης προσωρινά επιφορτισμένη με τη διδασκαλία σε ένα πανεπιστήμιο που βρίσκεται 50 km μακριά από το σπίτι μου και  τα έξοδα της μετακίνησης δεν  υποστηρίζονται από τον εργοδότη μου. Πληρώνομαι καθαρά 30 ευρώ την ώρα, αλλά ο χρόνος που απαιτείται για να ετοιμάσω τα μαθήματα και να διορθώσω τις  εργασίες δε λαμβάνεται υπ’ όψιν. Επιπλέον, για να επωφεληθεί το πανεπιστήμιο από την αμοιβή που μου δίνεται, πρέπει να πληρώνω μόνη μου τα τέλη της εγγραφής, σαν μία φοιτήτρια του πανεπιστημίου. Συνεπώς, το πανεπιστήμιο  με προσλαμβάνει χωρίς να καλύπτει την κοινωνική μου ασφάλιση και την ανεργία. Ο μισθός δε μου παρέχεται σε μηνιαίες δόσεις.  Μου παρέχεται σε μία δόση περίπου έξι μήνες μετά το τέλος του εξαμήνου. Δεν είναι πλέον σίγουρο αν αυτός  ο μισθός αρκεί για να ζήσω, έτσι δουλεύω και τρεις μέρες την εβδομάδα σαν ημι-απασχολούμενη διοικητικός υπάλληλος στη γραμματεία του τμήματός μου, με συμβόλαιο 3 μηνών, όπου αναλαμβάνω να διευθετήσω τις εγγραφές εκατοντάδων φοιτητών οι οποίοι εγγράφονται κάθε χρόνο στο προπτυχιακό επίπεδο. Έτσι καλούμαι να προχωρήσω τη διατριβή μου κατά τη διάρκεια του σπάνιου ελεύθερου χρόνου που διαθέτω.»
 « Είμαι κάτοχος διδακτορικού στη κοινωνιολογία. Εδώ κι 6 χρόνια, θέτω υποψηφιότητα κάθε χρόνο σε θέσεις υπευθύνου για τη διεξαγωγή συνεδρίων. Για να εμπλουτίσω το βιογραφικό μου και να παραμείνω στα δρώμενα, διδάσκω πολλές ώρες και αναλαμβάνω μαθήματα τα οποία κανένας δε θέλει. Εναλλάσσομαι μεταξύ τυχαίων ερευνητικών συμβάσεων και περίοδων ανεργίας. Συνήθως συνάπτω συμβάσεις ορισμένου χρόνου  και τόσο πριν την έναρξη όσο και μετά τη λήξη τους μου ζητούν να δουλέψω παρέχοντας υπηρεσίες στην ομάδα,. Η εν λόγω συμβάσεις ποτέ δεν υπογράφονται στην ώρα τους και συχνά πληρώνομαι με καθυστέρηση ένα με δύο μήνες. Ένας επιφανής ακαδημαϊκός φορέας επιχείρησε να με προσλάβει σαν αυτόαπασχολούμενο για να δουλεύω σε ένα δικό του ερευνητικό πρόγραμμα. Κάθε φορά, ο φόρτος εργασίας μου είναι αντίστοιχος με εκείνον των συναδέλφων κατόχων διδακτορικών, αλλά ο μισθός μου, τα επαγγελματικά μου δικαιώματα και η αναγνώριση δεν επέρχονται. Το να διαμαρτυρηθώ θα με εξέθετε με αποτέλεσμα να μην με προσλαμβάνουν.»
index
Αυτές οι ατομικές περιπτώσεις απεικονίζουν την επισφάλεια που αγγίζει την πλειοψηφία των εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα. Οι θεσμοί γνωρίζουν ήδη τι ετοιμάζει αυτός ο νόμος που αφορά τα εργασιακά για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας. Εκπαιδευτικοί, ερευνητές, διοικητικοί, τεχνικοί για τη συντήρηση και την ασφάλεια της εκπαίδευσης και της έρευνας, όλα τα επαγγέλματα και οι θέσεις πλήττονται. Έτσι, γινόμαστε σταδιακά πάροχοι υπηρεσιών, σκλάβοι για ένα ευχαριστώ και φιμωμένοι, ενώ βράζουμε από θυμό.
Αυτές οι συνθήκες συχνά είναι ακόμα χειρότερες στον ιδιωτικό τομέα. Η κακομεταχείριση έχει γίνει συχνό φαινόμενο, όπως η ξεκάθαρη απουσία πληρωμής της εργασίας, η οποία στο τέλος παρακάμπτεται μπροστά στην  κοινή επιτροπή εργοδοτών –εργαζομένων που διερευνά και δικάζει τέτοια ζητήματα (Prud’homme). Εκεί, είναι κατακριτέο να παραπονιέται κανείς, καθώς οι εργαζόμενοι ρισκάρουν να απορριφθούν και να εγγραφούν στη λίστα των ανθρώπων που δε θα προσληφθούν ποτέ ξανά. Η υπακοή αγοράζεται με εκβιασμό για την εργασιακή σταδιοδρομία και με την υπόσχεση ότι μία μέρα θα πάρεις τον τίτλο. Οι μειώσεις των θέσεων εργασίας επιμηκύνουν και σχεδόν μονιμοποιούν την υποτιθέμενη προσωρινή επισφάλεια σε. Παράλληλα, δε λαμβάνουν υπ’ όψιν το γεγονός ότι οι ανισότητες στην πρόσβαση για εργασία ευνοούν την παγίωση των ίδιων προσώπων στις θέσεις ισχύος, προσώπων συνήθως γένους αρσενικού, χρώματος λευκού και αντίληψης αστού. Όταν κάποιος καταφέρει να καταλάβει μία θέση, αυτό γίνεται συχνά σε αρκετά προχωρημένη ηλικία. Το γεγονός ότι είναι απίθανο να κατακτήσουμε σταθερές συνθήκες ζωής πριν τα σαράντα έχει καταστροφικές συνέπειες για την ύπαρξή μας.
Η αντίληψη με όρους  καθαρού management της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της έρευνας είναι ακόμα πιο εμφανείς. Η ανεπάρκεια των μέσων, η επισφάλεια στο καθεστώς, η λογική του ορισμένου χρόνου και θεσμική διαχείριση δεν μπορούν παρά να υποβαθμίζουν την ποιότητα της δουλειάς μας και των παροχών μας στο δημόσιο τομέα. Επιπλέον, οι δουλειές μας συνεχώς εμποδίζονται από το χαμένο χρόνο, καθώς κάθε μέρα αναγκαζόμαστε να συντάσσουμε φακέλους για να ζητήσουμε χρηματοδότηση, συχνά όμως χωρίς αποτέλεσμα. Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στα πανεπιστήμια και στην έρευνα έχουν τελικά καταλήξει σε ένα διαρκή και επικίνδυνο ανταγωνισμό μεταξύ των ιδρυμάτων. ι πρόεδροι των πανεπιστημίων έχουν δει τα εισοδήματά τους να αυξάνονται, παρόλο που το προσωπικό τους κατά πλειοψηφία εργάζεται επισφαλώς. Όσον αφορά τους προϋπολογισμούς, αυτοί κάθε χρόνο όλο και περισσότερο ροκανίζονται.
Εμείς, οι προσωρινά εργαζόμενοι στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα, έχουμε υπάρξει «αόρατοι» για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά ο αριθμός μας συνεχώς αυξάνεται και ο ρόλος μας στην έρευνα και την εκπαίδευση είναι κεντρικός. Παρόλα αυτά, όλες αυτές οι συνθήκες μας κάνουν να είμαστε όλο και λιγότερο σε θέση να διασφαλίσουμε την έρευνα ως κοινωνικό λειτούργημα, όσο και την παραγωγή και τη διάχυση της γνώσης. Η προσωρινότητα των εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα σημαίνει επίσης ότι η εκπαίδευση και η ποιότητα που αυτή αντανακλά και για τις οποίες εμείς θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε, οδηγούνται σε θάνατο. Αρνούμαστε να σιωπήσουμε από εδώ και πέρα. Με τη συνέχιση των κινητοποιήσεων κόντρα στο νόμο για τα εργασιακά, τον οποίο αντιπαλεύουμε με την ίδια λογική όπως και την κακομεταχείριση που περιγράφηκε παραπάνω, έχουμε αποφασίσει να οργανώσουμε τις τοπικές συλλογικότητες της ομοσπονδίας σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας όλους τους προσωρινά εργαζομένους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της έρευνας ώστε να είμαστε έτοιμοι. Οι διεκδικήσεις μας είναι όχι μόνο απλές αλλά και ρεαλιστικές:
  1. Κατοχύρωση όλων των συμβασιούχων και των προσωρινά εργαζομένων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα, οι οποίοι δουλεύουν σε μόνιμες θέσεις εργασίας.
  2. Μαζική δημιουργία και δημόσια χρηματοδότηση τόσο συμβάσεων για υποψήφιους διδάκτορες όσο και θέσεων εργασίας για όσους τις δικαιούνται, στα πανεπιστήμια και την έρευνα. Το παραπάνω αφορά το σύνολο των επαγγελμάτων όπως εκπαιδευτικούς, ερευνητές, βιβλιοθηκάριους, διοικητικό και τεχνικό προσωπικό, προσωπικό για καθαριότητα. Να πραγματοποιηθεί με ανακατανομή των χρημάτων, κυρίως αυτών που θα απέμεναν αν δεν υπήρχε η φορολογική  μείωση στις επιχειρήσεις, προκειμένου να επενδύσουν οι ίδιες στην έρευνα και την ανάπτυξη (R & D).
  3. Δημόσιος έλεγχος στο καθεστώς της επισφάλειας μέσα στα πανεπιστήμια και τους οργανισμούς της έρευνας. Απογραφή σε ισολογισμούς των κτιρίων, του αριθμού και του φόρτου εργασίας των συμβασιούχων, των προσωρινά εργαζομένων και των εργαζομένων σε καθεστώς εργολαβίας.
  4. Η πληρωμή των προσωρινά εργαζομένων και των συμβασιούχων να γίνεται σε μηνιαίες δόσεις. Σεβασμός στο δικαίωμα στην εργασία όπως η υποχρέωση να υπογράφεται σύμβαση πριν την έναρξη της εργασίας και να υποβάλλεται πληρωμή κάθε μήνα.
  5. Τέλος στη δωρεάν εργασία, την απληρωσιά και την κατάχρηση της πρακτικής άσκησης. Αμοιβή όλων αυτών των «αόρατων» εργασιών που πραγματοποιούνται από υποψήφιους διδάκτορες, όπως η επιτήρηση στις εξετάσεις, η διόρθωση γραπτών, οι επιπρόσθετες απλήρωτες ώρες, η μη αμειβόμενη εργασία στα ερευνητικά project.
  6. Η πρόσβαση στο επίπεδο του διδακτορικού πρέπει να είναι δικαίωμα για όλους. Οι διδάκτορες πρέπει να αμείβονται ευπρεπώς για να κάνουν τη δουλειά τους, αυτήν της παραγωγής γνώσης, χωρίς από τα πριν να τίθενται όρια για τη διάρκεια της διδακτορικής τους διατριβής και με απαλλαγή από τα τέλη της εγγραφής τους.
  7. Διαφάνεια στην διανομή της χρηματοδότησης για τις διδακτορικές διατριβές, για τις θέσεις προσωρινά εργαζομένων στην εκπαίδευση και την έρευνα και για τις συμβάσεις των μετά-διδακτορικών. Διαφάνεια και στις διαδικασίες της αξιολόγησης των προσόντων και της πρόσληψης των εκπαιδευτικών και των ερευνητών με δημοσιοποίηση των κατατιθέμενων αναφορών για την επιλογή και για την απόρριψη, αντίστοιχα.
  8. Επιμήκυνση της διάρκειας της παρουσίας των διδακτόρων στο εργαστήριό τους με πρόσβαση στις παροχές και στις χρηματοδοτήσεις με τον ίδιο τρόπο που την δικαιούνται οι υπόλοιποι εργαζόμενοι.
  9. Κατάργηση των κριτηρίων, όπως αυτό της εθνικότητας, για την πρόσβαση σε θέσεις εργασίας και σε χρηματοδοτήσεις. Παραχώρηση κατοικίας των εργαζομένων ξένων υποψήφιων διδακτόρων και διδακτόρων διασφαλίζοντας παράλληλα την πρόσβαση σε παροχές ανεργίας μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας τους.
  10. Αγώνας ενάντια στις διακρίσεις που προβαίνει το σύστημα στα πανεπιστήμια και την έρευνα, οι οποίες υποστηρίζουν και ενισχύουν τις καταστάσεις επισφάλειας στο εσωτερικό τους.

Monday, June 13, 2016

Νέοι ακαδημαϊκοί σε μη οργανικές θέσεις – από το περιθώριο στον κάδο ανακύκλωσης;

Δελτίο Τύπου – Συντεχνία Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (ΔΕΔΕ) 18/5/2016

Ο αριθμός των μόνιμων θέσεων εργασίας στα δημόσια πανεπιστήμια έχει ήδη μειωθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια και είναι σε συνεχή πτώση, την στιγμή που ο αριθμός των φοιτητών και των κλάδων σπουδών μεγαλώνει με αποτέλεσμα οι πάγιες ανάγκες των πανεπιστημίων να εξυπηρετούνται από νέους ακαδημαϊκούς σε μη οργανικές θέσεις (Ειδικοί Επιστήμονες διδασκαλίας, Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό).

Οι νέοι αυτοί ακαδημαϊκοί, συχνά με προσόντα αντίστοιχα των μελών ΔΕΠ, υποχρεώνονται σήμερα να εργάζονται στη βάση διαδοχικών και διακεκομμένων συμβολαίων, για τα οποία πρέπει να υποβάλλουν κάθε φορά αίτηση εκ του μηδενός, και με ιδιαίτερα επισφαλείς όρους εργασίας. Κάτι που οδηγεί άριστους επιστήμονες είτε να εγκαταλείψουν σταδιακά αυτό τον χώρο είτε να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, ανεξαρτήτως της ποιότητας του διδακτικού και ερευνητικού έργουπου προσφέρουν και του δυναμικού τους.

Πέραν των οικονομικών και εργασιακών προβλημάτων που θέτει για τους ίδιους, η επισφάλεια των συμβολαίων αποτελεί εμπόδιο και στην απαραίτητη συνοχή της πανεπιστημιακής διδασκαλίας και στην παραγωγή νέας επιστημονικής γνώσης, καθώς και εγκυμονεί τον κίνδυνο της μείωσης της ποιότητας. Αυτό το φαινόμενο ακολουθεί μια τάση που χαρακτηρίζει ευρύτερα τον διεθνή χώρο, η οποία είναι όμως ιδιαίτερα κρίσιμη για τον κυπριακό πανεπιστημιακό χώρο που βρίσκεται σε στάδια διαμόρφωσης και καθιέρωσής του στην κοινωνία.

Εκτός από τους χαμηλούς μισθούς και την απουσία σημαντικών εργασιακών δικαιωμάτων που καταδικάζει τους νέους ακαδημαϊκούς στο περιθώριο, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να επιδεινώνονται ακόμα περισσότερο οι όροι εργασίας με μειώσεις στους μισθούς αλλά και επιβολή χρονικών περιορισμών στην εργοδότησή τους. Η λογική επιβολής χρονικών περιορισμών για θέσεις υψηλής ακαδημαϊκής εξειδίκευσης, άσχετων με τα προσόντα, τις δεξιότητες και την εμπειρία τους δεν έχει αιτιολογηθεί και φαίνεται να μην εξυπηρετεί κανένα άλλο σκοπό από την καθιέρωση της συνεχούς ροής εργασίας και της εδραίωσης μιας μεγάλης δεξαμενής αναλώσιμων ακαδημαϊκών που μόλις αποκτούν διδακτική εμπειρία θα αποκλείονται από το Πανεπιστήμιο. Μιας ροής εργασίας που αναπόφευκτα είναι εις βάρος της ποιότητας διδασκαλίας και εις βάρος και των φοιτητών/ριών.

Ως ΔΕΔΕ θεωρούμε ότι η πολιτεία οφείλει να ενισχύσει τα δημόσια πανεπιστήμια για να ανατραπεί αυτή η πορεία και να αυξήσει τις δυνατότητες συμβολής τους στην κοινωνία, με την προκήρυξη νέων οργανικών θέσεων ΔΕΠ σε αναλογία με τις πραγματικές ανάγκες. Παράλληλα και ταυτόχρονα τα δημόσια πανεπιστήμια χρειάζεται να αναβαθμίσουν τους όρους και τις συνθήκες εργασίας των ακαδημαϊκών σε μη οργανικές θέσεις, χωρίς να υιοθετούνται κατά το δοκούν περιορισμοί στη βάση των οποίων προσλαμβάνονται και με γνώμονα την εφαρμογή καθολικών κριτηρίων αξιολόγησης, μόνο βάση των προσόντων και της εμπειρίας των υποψηφίων. Αυτό θα τους επιτρέψει από την μια να προσλαμβάνουν τους καλύτερους υποψηφίους για την κάθε θέση, αλλά και να θεσπίσουν και όρους εργασίας με στοιχειώδη αξιοπρέπεια, προς όφελος των πανεπιστήμιων και της πανεπιστημιακής κοινότητας ευρύτερα.


Ιστότοπος: http://www.dede.org.cy/
https://www.facebook.com/cydede/?ref=bookmarks

Wednesday, January 13, 2016

Ίδρυση της συντεχνίας Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (ΔΕΔΕ)

Συντεχνία Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (ΔΕΔΕ)

Δελτίο Τύπου - Λευκωσία, 13 Ιανουαρίου 2016
Ίδρυση της συντεχνίας Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (ΔΕΔΕ)

         Ανακοινώνουμε την ίδρυση μιας καινούργιας παγκύπριας συντεχνίας, που αφορά μια μεγάλη μερίδα εργαζομένων στον νευραλγικό χώρο της ακαδημαϊκής έρευνας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η συντεχνία Διδακτορικών Επιστημόνων Διδασκαλίας και Έρευνας (ΔΕΔΕ) ιδρύθηκε την 6η Νοεμβρίου 2015 στη Λευκωσία, εγγράφηκε στον Έφορο Συντεχνιών στις 17/12/2015 και έχει την έδρα της στη Λευκωσία (Πανεπιστήμιο Κύπρου). Μέλη της μπορούν να γίνουν όλοι οι κάτοχοι διδακτορικού τίτλου που ασχολούνται με την ακαδημαϊκή έρευνα ή και τη διδασκαλία αλλά δεν κατέχουν οργανικές θέσεις στα κυπριακά δημόσια και ιδιωτικά πανεπιστήμια.
         Πρόκειται για ένα μεγάλο και ολοένα αυξανόμενο αριθμό επιστημόνων, στην εργασία των οποίων βασίζεται σε μεγάλο βαθμό η συνεχής επέκταση της κυπριακής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας. Επιστημόνων που παρά την υψηλή εξειδίκευση, τα προσόντα και την εμπειρία τους, εργοδοτούνται είτε σε ωρομίσθια βάση (διδασκαλία), είτε με συμβόλαια περιορισμένης διάρκειας (έρευνα), που ανανεώνονται διακεκομμένα για χρόνια, στην πλειοψηφία τους με χαμηλούς μισθούς, χωρίς τα περισσότερα από τα αυτονόητα εργασιακά δικαιώματα και ωφελήματα και γενικά σε συνθήκες εργασιακής ανασφάλειας. Παρά το ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στα οποία εργάζονται, δεν έχουν ουσιαστική συμμετοχή στα σώματα και τις διαδικασίες της ακαδημαϊκής κοινότητας, ενώ, παρόλο που συχνά πρωταγωνιστούν στην έρευνα, έχουν υποβαθμισμένους ρόλους στα ερευνητικά προγράμματα ως αποτέλεσμα της εργασιακής σχέσης που έχουν με τα πανεπιστήμια. 
         Η ΔΕΔΕ έχει στόχο να στηρίξει τους επισφαλώς εργαζόμενους ερευνητές και διδάσκοντες σε όλα τα κυπριακά πανεπιστήμια για να διεκδικήσουν βελτίωση της θέσης των νέων επιστημόνων στον κυπριακό ακαδημαϊκό χώρο καθώς και των όρων και των συνθηκών εργασίας τους. Θεωρούμε ότι αυτό δεν εξυπηρετεί μόνο τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των μελών της, αλλά συνολικά την κυπριακή έρευνα και τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς οι όροι της ερευνητικής και διδακτικής εργασίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με την ποιότητα της παραγόμενης έρευνας και της παρεχόμενης εκπαίδευσης, την αναβάθμιση των οποίων θέτει ως προτεραιότητα.
                                                                  
Για περισσότερες πληροφορίες:
Γρηγόρης Ιωάννου
Email: gregoris.ioannou@gmail.com  / Κινητό: +357 99 380819
Ιστοσελίδα: www.dede.org.cy

Facebook page: www.facebook.com/cydede

Friday, September 18, 2015

Πάρτο απόφαση βρε Στράτο



Από βραδίς το Στράτο
τον πιάσαν δυο καλοί
του λεν στο συνδικάτο
να πάει να γραφτεί

Πάρτο απόφαση βρε Στράτο
να γραφτείς στο συνδικάτο

Μα κείνος λέει ωχου
μπελά δε θέλω εγώ
μου φτάνουν κείνα πόχου
κι οι ρίζες στο χωριό

Μα κανείς δεν ξέρει Στράτο
χρειάζεται το συνδικάτο

Ένα πρωί το Στράτο
τον πιάνει η μηχανή
τον βάζει από κάτω
κι ακόμα να φανεί

Έλα γρήγορα βρε Στράτο 
να γραφτείς στο συνδικάτο

Φώντας Λάδης, Μάνος Λοίζος, Γιώργος Νταλάρας
Τα τραγούδια μας, 1976

Thursday, June 11, 2015

Συνδικάτα στην Κύπρο Η σημερινή κατάσταση και οι προσεχείς προκλήσεις

Το Friedrich-Ebert-Stiftung (FES) σας προσκαλεί σε παρουσίαση μελέτης, συνέδριο και συζήτηση στρογγυλής τραπέζης:
Συνδικάτα στην Κύπρο
Η σημερινή κατάσταση και οι προσεχείς προκλήσεις

Μέρα: Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015
Ώρα: 15.00 – 20.30
Τόπος: Chateau Status, Ουδέτερη Ζώνη (κοντά στο Ledra Palace απέναντι από το Goethe Institute), Λευκωσία
Γλώσσες συνεδρίου: Αγγλικά, Ελληνικά, Τούρκικα (με αυτόματη μετάφραση)
Η εκδήλωση είναι ανοιχτή στο κοινό.

Καλωσόρισμα:
15.00: Hubert Faustmann, Διευθυντής του Γραφείου του FES στη Κύπρο
Συνεδρία  I: Τουρκοκυπριακά Συνδικάτα
Πρόεδρος: Γρηγόρης Ιωάννου
15.10 – 15.30 Παρουσίαση αποτελεσμάτων της Μελέτης FES για το βορρά από τον Δρ.Sertac Sonan, Πολιτικό Επιστήμονα
15.30 – 16.00 Σύντομος σχολιασμός από εκπροσώπους των Τουρκοκυπριακών Συνδικάτων  
                DEV-İŞ: Hasan Felek (Προεδρεύων)
                HÜR-İŞ: Yakup Ö. Latifoğlu (Πρόεδρος)
                KTAMS: Güven Bengihan (Γενικός Γραμματέας)
                KTÖS: Şener Elcil (Γενικός Γραμματέας)
                TÜRK-SEN: Arslan Bıçaklı (Πρόεδρος)
16.00 – 16.45 Συζήτηση
16.45 – 17.15 Διάλειμμα για καφέ
Συνεδρία II: Ελληνοκυπριακά Συνδικάτα
Πρόεδρος: Sertac Sonan
17.15 – 17.35 Παρουσίαση αποτελεσμάτων της Μελέτης FES για το νότο από τον Δρ. Γρηγόρη Ιωάννου, Κοινωνιολόγο
 17.35 – 18.00 Σύντομος σχολιασμός από εκπροσώπους των Ελληνοκυπριακών Συνδικάτων
                ΠΕΟ: Πάμπης Κυρίτσης (Γενικός Γραμματέας)
               ΣΕΚ: Ανδρέας Μάτσας (Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας) ή Πανίκος Αργυρίδης (Γενικός Οργανωτικός Γραμματέας)
18.00 – 18.30 Συζήτηση
18.30 – 19.00 Διάλειμμα για καφέ
Συνεδρία III: Ο Συνδικαλισμός στην εποχή της λιτότητας σε Ευρώπη και Κύπρο
Πρόεδρος: Hubert Faustmann
19.00 – 19.30 Συνδικάτα στην Ευρώπη: βασικές εξελίξεις και προκλήσεις
Διάλεξη από τον Torsten Müller, Ανώτερο Ερευνητή, Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUI)
19.30 – 20.45 Συζήτηση
                ΠΕΟ: Πάμπης Κυρίτσης (Γενικός Γραμματέας)
               ΣΕΚ: Ανδρέας Μάτσας (Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας) ή Πανίκος Αργυρίδης (Γενικός Οργανωτικός Γραμματέας)
               DEV-İŞ: Hasan Felek (Προεδρεύων)
                HÜR-İŞ: Yakup Ö. Latifoğlu (Πρόεδρος)
                KTAMS: Güven Bengihan (Γενικός Γραμματέας)
                KTÖS: Şener Elcil (Γενικός Γραμματέας)
                TÜRK-SEN: Arslan Bıçaklı (Πρόεδρος)  


Wednesday, January 30, 2013

Αλληλεγγύη στην απεργία των οικοδόμων


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΕΟ

Στήριξη του αγώνα των οικοδόμων και του Απεργιακού Ταμείου

Το Εκτελεστικό Συμβούλιο της ΠΕΟ σε σημερινή του συνεδρία επαναβεβαίωσε την πλήρη και αμέριστη συμπαράσταση όλων των Κλάδων της Ομοσπονδίας στον αγώνα των Οικοδόμων.

Τα ζητήματα που είναι στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης στην απεργία των Οικοδόμων είναι ζητήματα που αφορούν όλους τους εργαζόμενους σε όλους τους κλάδους του ιδιωτικού τομέα.

Το Ε.Σ. αποφάσισε να ξεκινήσει άμεσα εκστρατεία ενίσχυσης του Απεργιακού Ταμείου και διαβεβαίωσε τη Συντεχνία Οικοδόμων ότι θα υπάρξει όχι μόνο ηθική, αλλά και οικονομική στήριξη της απεργίας.

Η ΠΕΟ καλεί τους εργαζόμενους και την κυπριακή κοινωνία να συμπαρασταθούν στους απεργούς Οικοδόμους και να στηρίξουν οικονομικά το δίκαιο αγώνα που διεξάγουν.

Η χθεσινή ανακοίνωση της ΟΕΒ και η πρόθεση της να προχωρήσει μονομερώς και αυθαίρετα σε παραβίαση και παράκαμψη των συλλογικών συμβάσεων, βάζει λάδι στη φωτιά και οδηγεί τις εργασιακές σχέσεις σε ολομέτωπη όξυνση.

Το Συνδικαλιστικό Κίνημα από την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, συμπεριφέρεται με σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Είναι όμως ολοφάνερο ότι οι εργοδότες θέλουν να χρησιμοποιήσουν την αγωνία και ανασφάλεια των εργαζομένων για να δημιουργήσουν τετελεσμένα οδηγώντας τις εργασιακές σχέσεις και τους θεσμούς πολλά χρόνια πίσω.

Η ΠΕΟ προκρίνει και επιλέγει τον δρόμο του διαλόγου, της διαπραγμάτευσης, στη βάση της προστασίας και του σεβασμού του Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων και έχει πλήρη επίγνωση της ανάγκης για κοινωνική συναίνεση και υπευθυνότητα.

Όμως, μια τέτοια προσέγγιση χρειάζεται αμοιβαιότητα και κοινά αποδεκτές ενέργειες.

Το Ε.Σ. εξουσιοδότησε το Εκτελεστικό Γραφείο της ΠΕΟ να διαβουλευτεί και με τις άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη λήψη μέτρων αποφασιστικής αντίδρασης

Η αυθαιρεσία και οι μονομερείς αποφάσεις καθώς και η λογική του αποφασίζουμε και διατάσσουμε δεν μας βρίσκει σύμφωνους αντίθετα θα μας βρει αντιμέτωπους.


30 Ιανουαρίου 2013

Wednesday, November 21, 2012

48 ΩΡΗ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ 22 – 23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2012


ΟΙΚΟΔΟΜΟΙ ΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ ΜΑΣ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ

ΟΙ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ ΓΙΑ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΦΤΗΝΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ

ΓΙ ΑΥΤΟ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΑΣΧΕΤΕ ΟΛΟΙ ΜΑΖΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑ 48ΩΡΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΣΤΙΣ 22 ΚΑΙ 23 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2012

ΜΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΝΑ ΠΕΡΙΦΡΟΥΡΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙΣ ΜΑΣ

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΜΑΣ ΘΑ ΔΙΚΑΙΩΘΕΙ

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΙΣ ΑΠΕΡΓΙΑΚΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΘΑ ΔΕΙΞΕΙ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΜΑΣ ΓΙΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ ΜΑΣ

Συνάδελφοι, την πρώτη μέρα της απεργίας, μέχρι τις 10.00 π.μ να βρισκόμαστε στους χώρους δουλειάς για να περιφρουρήσουμε την απεργία μας και στις 11.00 π.μ θα πραγματοποιηθούν απεργιακές συγκεντρώσεις ως εξής :
ΛΕΥΚΩΣΙΑ , Οίκημα ΠΕΟ
ΛΕΜΕΣΟΣ , Οίκημα ΣΕΚ
ΛΑΡΝΑΚΑ, Οίκημα ΣΕΚ
ΠΑΦΟΣ, Οίκημα ΠΕΟ
ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ, Οίκημα ΣΕΚ

ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΣΥΝΤΕΧΝΙΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ

Saturday, June 30, 2012

Συνδικάτα και πολιτική στη βόρεια Κύπρο

(μετάφραση αποσπάσματος από το υπό έκδοση στα αγγλικά βιβλίο , “Labour relations in Cyprus: employment, trade unionism and class composition”, σελ. 175-177. Η έκδοση όμως θα καθυστερήσει και το υφιστάμενο κείμενο θα αναδομηθεί σημαντικά και θα εμπλουτιστεί λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και τις σημαντικές εξελίξεις στα εργασιακά που συνέβηκαν τον τελευταίο χρόνο)

7.3.2. Κοινοτική ταυτότητα: επανεξέταση της τάξης και της εθνότητας

Η σύνδεση μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, παντού και πάντοτε ουσιαστική παρά τις παραλλαγές στη μορφή που μπορεί να πάρει σε διαφορετικούς χρόνους και χώρους, λαμβάνει ένα πιο έντονο και άμεσο χαρακτήρα στη σημερινή βόρεια Κύπρο. Αυτό συμβαίνει λόγω του μοναδικού ιδιαίτερου καθεστώτος εξαίρεσης που υπάρχει ως αποτέλεσμα του ιστορικού και συνεχιζόμενου κυπριακού προβλήματος. Τόσο το πρώτο κύμα εκτεταμένων κινητοποιήσεων στην αρχή της δεκαετίας του 2000 όσο και το δεύτερο κύμα στο τέλος της δεκαετίας προκλήθηκαν από οικονομικούς λόγους αλλά απόκτησαν σύντομα πολιτικό χαρακτήρα, συνδεόμενα άμεσα στην πρώτη εξέγερση, έμμεσα στη δεύτερη με τις διεξαγόμενες συνομιλίες και τότε και τώρα. Όπως ανέφερα στο τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου, η ιστορική εθνοτική διαίρεση της ντόπιας εργατικής τάξης και η εδαφική διαίρεση της χώρας μεσολάβησε στην ηγεμονία του κοινοτισμού και υπέταξε την τάξη σε δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με την εθνότητα. Στη βόρεια Κύπρο, λόγω του μικρού μεγέθους και των συνθηκών που αντιμετωπίζει η τουρκοκυπριακή κοινότητα, ο κοινοτισμός είναι ακόμα πιο ισχυρός σε σύγκριση με το νότο. Όμως, αντίθετα με την ελληνοκυπριακή κοινότητα, οι δυνάμεις της αριστεράς στην τουρκοκυπριακή κοινότητα έχουν κατορθώσει μέσα από τις δυο πρόσφατες τους εξεγέρσεις να αρθρώσουν μια αντι-ηγεμονική αντίληψη της κοινότητας ενάντια στη διχοτόμηση και προς υποστήριξη της επανένωσης της χώρας στη βάση μιας δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδιακής δομής.

Η ανάπτυξη και η άρθρωση αυτής της αντι-ηγεμονικής αντίληψης της κοινοτικής ταυτότητας είναι βέβαια μια σύνθετη διαδικασία που χρίζει έρευνα από μόνη της. Για τους σκοπούς του επιχειρήματος εδώ είναι αρκετό να δώσω μια σύντομη και σχηματική περιγραφή και ένα σχέδιο των βασικών συντεταγμένων μέσα από τις οποίες εμφανίστηκε. Χοντρικά, η αποτυχία του αποσχιστικού εγχειρήματος της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου να εξασφαλίσει διεθνή αναγνώριση και η προοπτική της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση που συνέπεσε με την πιο αναπτυγμένη προσπάθεια για διευθέτηση με τη μορφή του σχεδίου Ανάν που έκανε την επανένωση του νησιού συγκεκριμένη πιθανότητα και άμεση και ορατή δυνητικότητα, ενδυνάμωσε τον λόγο του Κυπρο-κεντρισμού και επέφερε μια στροφή στην πολιτική ταύτιση της κοινότητας που εκφράστηκε μέσα και από την έννοια του “Κυπριοτούρκου”. Η μετάθεση του παραδοσιακού Τουρκοκυπριακού αυτοπροσδιορισμού από “Τούρκοι της Κύπρου” σε “Κύπριοι Τούρκοι” δεν ήταν και δεν είναι ούτε τυχαία ούτε απλώς ζήτημα συμβολικής – εννοιολογικής τάξης, ούτε ασήμαντη. Οι ταυτότητες δεν είναι βέβαια ποτέ άκαμπτες, ούτε καθολικές ούτε απόλυτες αλλά πάντοτε ρευστές, μερικές και σχετικές όπως μια σειρά ερευνητών του εθνικισμού έχουν αναλύσει (Μαυράτσας, 1999; Παπαδάκης 2005; Παναγιώτου 2011). Πιο σημαντικά ο “Κυπριοτούρκος” είναι αμφιλεγόμενο υποκείμενο (Derya, 2007), παγιδευμένος όπως είναι ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή κυριαρχία της “Κυπριακότητας” και την εθνικιστική και τουρκική κυριαρχία της “Τουρκικότητας”, μεταξύ της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Παρόλο που η μαζική παρουσία των Τούρκων μεταναστών στη βόρεια Κύπρο υπήρξε εργαλειακή, ενισχύοντας τον Κυπροκεντρισμό των Τουρκοκυπρίων και παρόλο που είναι αλήθεια ότι ο τουρκοκυπριακός κοινοτισμός υπονομεύει την ταξική διάσταση που συνδέει τους Τουρκοκύπριους εργάτες με τους Τούρκους μετανάστες εργάτες, θα ήταν προβληματικό να το δούμε αυτό απλώς ως παράλληλο του ελληνοκυπριακού κοινοτισμού και των σχέσεων μεταξύ ντόπιων και ξένων εργατών στο νότο. Και αυτό για τρεις λόγους – α) το σχετικά τεράστιο μέγεθος και μοναδική εθνική καταγωγή του μεταναστευτικού πληθυσμού, β) την απουσία μιας αναγνωρισμένης και ανεξάρτητης κρατικής οντότητας και της συντριπτικής παρουσίας του τουρκικού κράτους και γ) του δυνητικά ανοιχτού χαρακτήρα του νέου και αριστερού προσανατολισμού του τουρκοκυπριακού κοινοτισμού τόσο προς τους Ελληνοκύπριους όσο και προς τους ενσωματωμένους1 Τούρκους μετανάστες σε ένα συνολικό κοσμικό λόγο για την επανένωση και την ανεξαρτησία της Κύπρου.

Παρόλο που είναι η αλήθεια ότι μερικές φορές με την πρώτη ανάγνωση η έννοια του “Κυπριοτούρκου” δείχνει σημάδια που παραπέμπουν σε ένα νέο εθνικισμό των ντόπιων, ακόμα και με ρατσιστική προκατάληψη ενάντια στους μετανάστες, είναι πολύ πιο σύνθετο από αυτό και όταν το πολιτικό πλαίσιο και οι συνθήκες ληφθούν υπόψη, η έννοια του “Κυπριακού εθνικισμού” όπως και η έννοια της “μικροαστικής κοινότητας” πρέπει να απορριφθούν. Ο τουρκοκυπριακός κοινοτισμός όπως αυτός έχει επαναπροσδιοριστεί την τελευταία δεκαετία αντιτίθεται στον τουρκικό έλεγχο της βόρειας Κύπρου και αγωνίζεται για κοινοτική πολιτιστική και πολιτική αυτονομία και ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό φαίνεται να είναι μέσα από την ομοσπονδιακή επανένωση της χώρας2. Καθώς τα συνδικάτα βρίσκονται στην καρδιά αυτού του επιχειρούμενου επαναπροσδιορισμού της κοινότητας και καθώς η αριστερή ιδεολογία έχει ιδιαίτερη επιρροή στην κατασκευή του λόγου του Κυπριοτούρκου, “τα εργατικά δικαιώματα και συμφέροντα” και ακόμα και η “τάξη” λαμβάνουν μια πιο κεντρική θέση στο νέο πολιτικό λεξιλόγιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η οπτική της εργατικής τάξης είναι κυρίαρχη στο τουρκοκυπριακό κίνημα, λιγότερο ακόμα στην κοινωνία της βόρειας Κύπρου, αλλά οι συνθήκες για ταξική πολιτική και κοινωνική δράση πέραν από την εθνότητα υπάρχουν στο βορρά σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ότι στο νότο.

Θα τελειώσω αυτό το κεφάλαιο με ένα πρόσφατο απεικονιστικό περιστατικό: 27 Τούρκοι εργάτες εργοδοτούνταν σε συνθήκες δουλείας και όταν διαμαρτυρήθηκαν στον εργοδότη τους, απολύθηκαν και δεν τους δόθηκαν καν αρκετά λεφτά να αγοράσουν τα εισιτήρια τους για επιστροφή στην Τουρκία. Δοκίμασαν να συνεχίσουν την διαμαρτυρία τους ως Τούρκοι πολίτες έξω από την Τουρκική πρεσβεία και απλά αγνοήθηκαν από τους αξιωματούχους που τους είπαν να φύγουν. Το πολιτιστικό κέντρο Μπαράκα, μια ομάδα ακτιβιστών που είχε προκαλέσει τον θυμό του Ταγίπ Ερτογάν στο πρώτο συλλαλητήριο του 2011 με το πανό της που έλεγε “Άγκυρα πάρε τα χέρια σου από τους ώμους μας”, κάλεσε την Ντεβίς (αριστερό τουρκοκυπριακό συνδικάτο), η ηγεσία της οποίας μετέβηκε εκεί και συμμετείχε στη διαμαρτυρία των Τούρκων εργατών, δημοσιοποιώντας τις συνθήκες εκμετάλλευσης τους και υποστηρίζοντας τα εργατικά τους δικαιώματα. Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων την επόμενη μέρα μιλούσαν για την Τουρκία που δεν νοιάζεται και που δεν υπερασπίζεται τα δικαιώματα των πολιτών της τη στιγμή που οι Κύπριοι κομμουνιστές που είναι ενάντια στην Τουρκία νοιάζονται και υπερασπίζονται τα δικαιώματα των Τούρκων πολιτών. Πέραν από μια νίκη προπαγάνδας, αυτή είναι μια εικόνα της τάξης που κλείνει ειρωνικά το μάτι καθώς υπονομεύει τον εθνικισμό.



1. Η ενσωμάτωση εδώ δεν αναφέρεται αυστηρά και αποκλειστικά στο στάτους της πολιτότητας και θα πρέπει να ιδωθεί περισσότερο με όρους κοινωνίας αντί κράτους. Ένας κοσμικός μετανάστης Τουρκικής καταγωγής που πολιτικά ταυτίζεται περισσότερο με την Κύπρο παρά με την Τουρκία είναι πιθανόν να είναι πιο ενταγμένος στον λόγο και την αντίληψη αυτού του νέου τουρκοκυπριακού κοινοτισμού παρά ένας θρησκευόμενος Μουσουλμάνος που ταυτίζεται με την “μητέρα Τουρκία” έστω και αν ο τελευταίος κατέχει υπηκοότητα της ΤΔΒΚ.

2 Αρχές της Συνδικαλιστικής Πλατφόρμας, 2011.

Tuesday, May 1, 2012

Δεύτερη Ανάγνωση - Οικονομία


Το ελάχιστο μέγεθος των συντεχνιών

Σύμφωνα με το νέο νομοσχέδιο που συζητείται στην επιτροπή εργασίας της βουλής αυξάνεται ο ελάχιστος αριθμός μελών για την εγγραφή συντεχνίας από 20 σε 100. Αυτή η σημαντική τροποποίηση σαφέστατα ευνοεί τις μεγάλες κλαδικές συντεχνίες και κατ' επέκταση τις ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες συντεχνιών στις οποίες υπάγονται και δυσκολεύει σημαντικά τις πιο μικρές επαγγελματικές συντεχνίες και τις ανεξάρτητες συντεχνίες σε επίπεδο επιχείρησης. Με αυτό το νόμο κάποιες συντεχνίες εντός δυο χρόνων από την ψήφιση του νόμου θα αναγκαστούν να συγχωνεφθούν ή να υπαχθούν σε άλλες μεγαλύτερες έτσι ώστε να διατηρήσουν την εγγραφή τους στον κατάλογο του εφόρου συντεχνιών. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της κοινοβουλευτικής επιτροπής εργασίας Ανδρέα Φακοντή, η προτίμηση των μεγάλων συντεχνιών γίνεται επειδή διαχρονικά έδειξαν “οι μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν λειτουργήσει μέχρι σήμερα με υπευθυνότητα και σωφροσύνη γι’ αυτό και η Κύπρος συγκαταλέγεται στις χώρες με τις λιγότερες χαμένες ώρες από απεργίες”. Οι δυο λόγοι που αναφέρονται για την αύξηση του ορίου μελών είναι να αποφεύγεται ή να δυσκολεύεται η δημιουργία εργοδοτικών “κίτρινων” συντεχνιών και η δημιουργία “ευκαιριακών” συντεχνιών που αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά κάποια στενά επαγγελματικά συμφέροντα.

Παρά το ότι και οι δυο λόγοι που αναφέρονται είναι βάσιμοι δεν είναι βέβαιο ότι τα φαινόμενα των κίτρινων συντεχνιών και των συντεχνιών αποκλειστικών συμφερόντων μπορούν να αντιμετωπιστούν με αυτόν τον τρόπο. Ήδη υπάρχει επιφύλαξη και κατάθεση τροπολογίας από τον ΠΟΑΣ για κάποιες εξαιρέσεις ενώ σε σχέση με τα ζητήματα των εργοδοτικών συντεχνιών και των ειδικών επαγγελματικών συντεχνιών οι σημερινοί και αυριανοί συσχετισμοί δύναμης ενδέχεται να προκαλέσουν συνέπειες που θα καταργούν το πνεύμα αν όχι και το ίδιο το γράμμα του νόμου όπως γίνεται ήδη με μια σειρά από άλλους εργατικούς νόμους. Η πιο άμεση συνέπεια αυτής της τροποποίησης πιθανότατα θα είναι η απώθηση ή και η καθυστέρηση της εμφάνισης και θεσμοθέτησης καινούργιων συντεχνιών, ανεξάρτητων από τις υφιστάμενες ομοσπονδίες.

Η τροποποίηση αυτή συνοδεύει τις άλλες τροποποιήσεις που δημοσιοποιήθηκαν πριν ένα περίπου μήνα που αυξάνουν τις εξουσίες του εφόρου (απευθείας διάταγμα αναγνώρισης συντεχνιών όταν 50% είναι μέλη συντεχνιών και μετά από απλή πλειοψηφία σε μυστική ψηφοφορία που θεωρείται έγκυρη με την συμμετοχή του 40% του συνόλου) και που δίνουν το δικαίωμα στα συνδικάτα για προσφυγή στα δικαστήρια όταν παραβιάζονται οι συλλογικές συμβάσεις.

Περικοπών και λιτότητας συνέχεια και οι εργατικοί αγώνες προσεχώς

Μετά την προσωρινή αποτυχία των εκπροσώπων του κεφαλαίου να ξεκινήσουν την διαδικασία για την αύξηση της ηλικίας στην οποία θα παίρνουν οι εργαζόμενοι την σύνταξη τους, στράφηκαν ξανά στο στόχο της μείωσης των εισοδημάτων των εργαζομένων. Μετά τις περικοπές στους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακολούθησαν οι περικοπές στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα – τώρα πέντε μήνες μετά ξεκινά ο νέος γύρος για περικοπές στους μισθωτούς του δημοσίου. Μετά την παρέλαση των διάφορων παραγόντων του κεφαλαίου στα ΜΜΕ που “εξηγούσαν” δήθεν τεχνοκρατικά και ουδέτερα την αναγκαιότητα να μειωθούν τα εισοδήματα, αφέθηκε να διαρρεύσει όταν οι 13οι μισθοί για το 2012 μπορεί και να μην δοθούν. Ο τραπεζίτης που ασκεί τα καθήκοντα του υπουργού οικονομικών δεν το διέψευσε – αλλά μετά από έντονες αντιδράσεις των συντεχνιών ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Ακολούθησε το γνωστό πλέον τροπάρι στον αστικό τύπο – ότι το Υπουργείο Οικονομικών ξέρει, θέλει και μπορεί (να σώσει την οικονομία) αλλά το ξεροκέφαλο Προεδρικό δεν το αφήνει. Το ενδιαφέρον όμως σε σχέση με τους μισθοφόρους του κεφαλαίου, που αποστολή τους είναι να προλειάνουν το έδαφος στην δημόσια σφαίρα μέσα από τις “αποκλειστικές τους πληροφορίες” και τις σοβαροφανείς τους αναλύσεις είναι η εμφανής τους πλέον ανησυχία καθώς η τραπεζική κρίση κορυφώνεται προσεχώς. Η τελευταία θεωρία που πλασάρεται από τις οικονομικές στήλες των αστικών εφημερίδων, ενδεικτική της αμηχανίας τους αν όχι του πανικού τους ενόψει και της αναζήτησης των ευθυνών για την κρίση, είναι ότι η αριστερά θέλει να επιδεινώσει την κρίση για να την εκμεταλλευτεί προεκλογικά. Η ΣΕΚ όμως στην τελευταία της ανακοίνωση αναφέρεται σε έκθεση της εργατικής τάξης στην “χρηματοπιστωτική κρίση που προκάλεσαν τα γεράκια του εύκολου πλουτισμού”...

Στο συσκευαστήριο πατατών στις Βρυσούλες ξεκίνησε την Δευτέρα επ' αόριστον απεργία των εργαζομένων των οποίων μειώθηκαν μονομερώς οι μισθοί κατά 22% ενώ σημειώθηκαν και μικρο-επεισόδια όταν φορτηγά επιχείρησαν να περάσουν μέσα από τις γραμμές των απεργών για να μεταφέρουν τις πατάτες σε άλλα ιδιωτικά συσκευαστήρια που εργοδοτούν κοινοτικούς εργάτες.

Τα συνδικάτα με αφορμή και την πρωτομαγιά επαναλαμβάνουν ότι δεν μπορεί να φορτώνεται το κόστος της οικονομικής κρίσης στους εργαζομένους που δεν ευθύνονται καθόλου για αυτήν και ότι θα αντιδράσουν σε επιβολή μονομερών μέτρων. ΠΕΟ και DEV-IS σε κοινή τους ανακοίνωση μεταξύ άλλων αναφέρουν ότι το “κεφάλαιο και οι εκπρόσωποι του χρησιμοποιούν την κρίση ως πρόσχημα για να καταργήσουν δικαιώματα και κατακτήσεις που κερδήθηκαν μέσα από σκληρούς και πολύχρονους αγώνες” και τονίζουν την αναγκαιότητα της συνδικαλιστικής οργάνωσης ως αντίσταση στις αντεργατικές πολιτικές και την απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Η ΣΕΚ τονίζει την ανάγκη προστασίας των μισθωτών νοικοκυριών και μεταξύ άλλων “προειδοποιεί ότι θα αντιδράσει δυναμικά με πανεργατικές κινητοποιήσεις” αν επιβληθούν νέες φορολογίες στους μισθωτούς και ότι δεν θα ανεχθεί “πολιτικές που φτωχοποιούν το λαό και περιθωριοποιούν τη νέα γενιά”.

Οι εργαζόμενοι στο δημαρχείο της βόρειας Λευκωσίας, που ανέστειλαν την απεργία την οποία διεξήγαγαν για σχεδόν ένα μήνα, παρέμειναν τελικά και πάλι απλήρωτοι. Η απεργία που στηρίζεται από το αριστερό συνδικάτο δημοτικών υπαλλήλων της BES ξεκίνησε στις αρχές του Απρίλη όταν οι εργαζόμενοι δεν πληρώθηκαν λόγω οικονομικών δυσκολιών του τ/κ δήμου και το πρόβλημα δεν έχει λυθεί μέχρι σήμερα με αποτέλεσμα να επικρατεί αναβρασμός καθότι δεν έχουν λάβει τους δυο τελευταίους μισθούς τους.


Friday, March 2, 2012

Συνδικάτα και επισφαλείς εργαζόμενοι


(μετάφραση αποσπάσματος από το υπό έκδοση στα αγγλικά βιβλίο , “Labour relations in Cyprus: employment, trade unionism and class composition”, σελ. 106-107)

4.2.2. Η περιορισμένη έλξη του συνδικαλισμού ανάμεσα στους επισφαλείς εργαζόμενους

...Η επισφαλής ζωή και εργασία δεν αποτελείται μόνο από την εξόφθαλμη οικονομική εκμετάλλευση και το θεσμικό αποκλεισμό, αλλά περιλαμβάνει επίσης την απώλεια της αυτονομίας πάνω στη ζωή του ανθρώπου και την υποταγή του στον αυταρχισμό του εργοδότη και στη σκληρότητα της αγοράς εργασίας. Η βιωμένη εμπειρία της αδύνατης θέσης των επισφαλώς εργαζομένων στην αγορά εργασίας και η εν γένει αβεβαιότητα του εργασιακού τους καθεστώτος, τους καθιστά δύσπιστους σε νομικίστικους και τυπικούς λόγους περί εργατικών δικαιωμάτων και δυνητικών ωφελημάτων και όχι μόνο διστακτικούς να ενταχτούν, αλλά επίσης καχύποπτους με τα συνδικάτα, τα οποία τους φαίνονται πάνω κάτω μέρος του συνολικά άδικου συστήματος εργασιακών σχέσεων.

Έχοντας πει αυτό, ας εξετάσουμε πιο στενά τη δυσκολία των συνδικάτων να οργανώσουν τους επισφαλείς εργάτες μέσα από τα δεδομένα της έρευνας πεδίου. Πολλοί νεαροί εργάτες, τόσο ενταγμένοι όσο και ανένταχτοι στα συνδικάτα, μου εξέφρασαν την απογοήτευσή τους με τα συνδικάτα. “Οι συντεχνίες εν έχουν υπόθεση. Το μόνο που τους ενδιαφέρει εν τα λεφτά των συνδρομών...που ήταν το ζήτημα της ανανέωσης των συμβάσεων ούλλοι ήταν έτοιμοι για απεργία. Τελικά εσυμφώνησαν με τους μαστόρους1”. Το αίσθημα (ανάμεσα στους εργαζόμενους) ότι τα συνδικάτα με κάποιο τρόπο ήταν πουλημένα στα αφεντικά ήταν όντως μια σημαντική διάσταση που βγήκε μέσα από την εμπειρική μου έρευνα. Πολλοί εργάτες βλέπουν τα συνδικάτα ως ανεπαρκείς μορφές αντιπροσώπευσης και οχήματα αγώνα. “Οι συντεχνίες έπρεπε να ήταν δαμέ κάθε μέρα να παλεύκουν για τα δικαιώματα μας. Έννενι2”. Αυτό μπορεί να πάρει και τη μορφή πλήρους απαξίωσης του συνδικαλισμού. “Είναι το ίδιο πράγμα να είσαι ή να μην είσαι σε συνδικάτο. Γιατί να παίρνει το συνδικάτο τα λεφτά;3” Η μεροληψία των συνδικάτων υπέρ των πιο ευνοούμενων, συνήθως ειδικευμένων εργατών, γίνεται αντιληπτή από τους επισφαλείς εργαζόμενους και αποτελεί παράγοντα που διατηρεί την απόσταση μεταξύ αυτών και των συνδικάτων. “Δεν θα πάω στην συνέλευση των συντεχνιών. Δεν τους ενδιαφέρει αφού τι θα πω. Οι συντεχνίες θέλουν να μας χρησιμοποιούν. Δεν θα κερδίσουμε τίποτα. Οι συντεχνιακοί ανήκουν σε άλλη τάξη. Οι μάστορες (εννοεί ειδικευμένοι χτίστες) θα μιλήσουν, θα φαν και θα πιουν και θα μας χρησιμοποιήσουν. Αν πάνε οι άλλοι (εννοεί ανειδίκευτοι εργάτες, κυρίως μετανάστες) θα πάω και εγώ4”.

Τα συνδικάτα σήμερα δεν είναι τόσο δυνατά όσο ήταν στο παρελθόν5. “Παλιά εμιλούσαν τζιαι οι εργοδότες ακούαν. Εν ετολμούσαν να μεν ακούσουν. Σήμερα τους μαστόρους εν τους κόφτει ίντα που λαλούν οι συντεχνίες6”. Όπως ανάφερα στο κεφάλαιο 3, η επέκταση της άτυπης και αρρύθμιστης εργασίας είχε συνέπειες στο συνδικαλιστικό κίνημα. Διαίρεσε το εργατικό δυναμικό και σταθερά διάβρωσε τη δύναμη των συνδικάτων στο επίπεδο του εργασιακού χώρου. Η αποτυχία των συνδικάτων να οργανώσουν τους “μη κανονικούς” εργάτες ή η δυσκολία τους να το κάνουν για διάφορους λόγους, περιλαμβανομένης της εργοδοτικής αλλά και της εγωιστικής του πυρήνα των εργαζομένων αντίστασης σε συνδυασμό με την αδιαφορία των περιφερειακών εργαζόμενων, ενισχύει τη διαίρεση των εργαζομένων, αυξάνοντας την απόσταση μεταξύ των ενταγμένων και των αποκλεισμένων. Τα συνδικάτα αφήνονται έτσι να παίζουν τον ρόλο του φρουρού των παλιότερων εργαζομένων του πυρήνα και προσβλέπουν περισσότερο προς το κράτος για τη γενικότερη προστασία των γενικών εργασιακών συνθηκών μέσα από τη νομοθεσία και ειδικότερα μέσα από την επιθεώρηση και τη ρύθμιση.

Η εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων και η πραγματική ή φαινομενική παρακμή της συνδικαλιστικής δύναμης είναι ουσιαστικά οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος, αναπόφευκτες πτυχές του νεο-φιλελεύθερου / μετα-φιλελεύθερου κυρίαρχου πλαισίου και συνθήκης. Σε αυτό το πλαίσιο τα συνδικάτα δεν μπορούν να αναπτύξουν μια στρατηγική με στόχο να απαντήσουν στην αντεπίθεση του κεφαλαίου και αυτοπεριορίζονται σε μια αμυντική στάση ολικής προσκόλλησης στον “εθνικό συμβιβασμό” του τριμερούς συστήματος. Όμως αυτός ο συμβιβασμός, κάποτε η επίσημη πολιτική των εργοδοτών, δεν αποτελεί σήμερα την προτεραιότητα τους. Αυτός ο συμβιβασμός, που κωδικοποιήθηκε σε μια περίοδο συνδικαλιστική δύναμης, δεν είναι συνολικά αποδεκτός σήμερα που τα συνδικάτα βρίσκονται σε πιο αδύνατη θέση. Μερικοί εργοδότες έχουν σαν υπόρρητο στόχο τους σήμερα την εξουδετέρωση της συνδικαλιστικής δύναμης και επανασχηματισμού της συνδικαλιστικής λειτουργίας έτσι ώστε να μετατραπεί σε μια υποβοηθητική διευθυντική και πειθαρχική λειτουργία. “Οι συντεχνίες δεν μπορούν να αφήνονται να καθορίζουν τη διευθυντική στρατηγική. Η φιλοσοφία μας είναι η εξατομικευμένη υπηρεσία. Αν οι συντεχνίες το δέχονται αυτό καλώς, αν όχι οι συντεχνίες πρέπει να φύγουν7”.


1Έρευνα πεδίου 3, νεαρός μάγειρας τώρα με μερική απασχόληση
2Έρευνα πεδίου 3 νεαρός μπάρμαν, μέλος συνδικάτου
3Έρευνα πεδίου 6, νεαρός εργάτης στα καλούπια
4Έρευνα πεδίου 6, ανειδίκευτος εργάτης
5Αυτή η άποψη εκφράστηκε από πολλούς εργαζόμενους στις έρευνες πεδίου 2, 3, 6 και 7.
6Έρευνα πεδίου 2, υπεύθυνος εστιατορίων.
7Έρευνα πεδίου 3, εκτελεστικός διευθυντής

Saturday, January 28, 2012

Στον αστερισμό της απεργίας

απόσπασμα από το τελευταίο δελτίο εναλλακτικής ενημέρωσης "Δεύτερη Ανάγνωση" που βγαίνει σε εβδομαδιαία βάση

Στον αστερισμό της απεργίας

Αυτή την βδομάδα φαίνεται ότι ξεκαθαρίζει κάπως το σκηνικό στο ταξικό πεδίο. Η επίθεση των εργοδοτών άρχισε να αντιμετωπίζει έστω και καθυστερημένα αντίσταση από την συνδικαλιστική πλευρά. Θυμίζουμε ότι παρά τις σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ ΟΕΒ και ΠΕΟ-ΣΕΚ, κλαδικοί σύνδεσμοι εργοδοτών είχαν καλέσει τα μέλη τους να προχωρήσουν στα παγώματα ενώ η παραβίαση των συλλογικών συμβάσεων γίνεται σήμερα σε συστηματική βάση. Έτσι ΠΕΟ και ΣΕΚ μη έχοντας άλλη επιλογή και αφού διαβλέπουν ότι διακυβεύεται πλέον όχι μόνο το βιοτικό επίπεδο των μελών τους αλλά και η συνέχιση της ύπαρξης των συλλογικών συμβάσεων και κατ' επέκταση του ίδιου του συνδικαλισμού προχωρούν σε απεργιακά μέτρα. Ήδη υπάρχουν εξαγγελθείσες 24ωρες προειδοποιητικές απεργίες στα λιμάνια Λεμεσού και Λάρνακας και σε όλες τις εταιρείες πετρελαιοειδών την 1 Φεβράρη και στις εταιρείες αναψυκτικών και στο γαλακτοκομείο Λανίτη στις 2 του Φεβράρη. Ακολουθεί η οικοδομική βιομηχανία με παγκύπρια 24ωρη απεργία ενώ εκκρεμούν ακόμα και τα ανοιχτά ζητήματα και στο τσιμεντοποιείο Βασιλικού αλλά και στην πολιτική αεροπορία και στο επιστημονικό προσωπικό της ΑΗΚ. Στις οικοδομές αίσθηση προκαλεί η συστηματική παραβίαση των συλλογικών συμβάσεων και της εργατικής νομοθεσίας από εργολάβους που εκτελούν έργα του δημοσίου αλλά και τα κρούσματα απλήρωτης εργασίας και απειλών που φαίνονται να εκτοξεύονται από "κοπέλια" της εργοδοσίας προς εργαζόμενους σε διάφορα εργοτάξια.

Στη βόρεια Κύπρο πάντως μετά από μια βδομάδα απεργιακών κινητοποιήσεων η κυβέρνηση Κουτσιούκ υποχώρησε από την θέση της για πώληση της τ/κ ηλεκτρικής υπηρεσίας σε Τούρκους επιχειρηματίες και συμβιβάστηκε με τα τ/κ συνδικάτα σε μια συμφωνία αυτονόμησης και αλλαγής στην οργανωτική δομή της υπηρεσίας αλλά την συνέχιση της ως δημόσιο οργανισμό. Η τουρκική κυβέρνηση φαίνεται να επικρίνει την κυβέρνηση Κουτσιούκ για την υποχώρηση της παρά το ότι η συμφωνία που έγινε  περιλαμβάνει και την φιλελευθεροποίηση της αγοράς τηλεπικοινωνιών την άλλη εστία των απεργιακών κινητοποίησεων οι οποίες όμως σταμάτησαν πριν την συνομολόγηση της συμφωνίας.

Εν τω μεταξύ είναι ξεκάθαρο ότι οι εργοδότες βλέπουν την οικονομική κρίση και το κλίμα φόβου που αυτή σπέρνει ως ευκαιρία για κατά μέτωπο επιθέσεις και αναδιάρθρωσης των εργασιακών συνθηκών προς όφελος τους. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και στη ξενοδοχειακή βιομηχανία όπου η κερδοφορία αυξήθηκε το 2011 με την σημαντική αύξηση του τουρισμού, οι εργοδότες επιχειρούν πάγωμα μισθών ΑΤΑ και τα συναφή εξαναγκάζοντας τα συνδικάτα να προειδοποιήσουν και εκεί με απεργίες προσεχώς. Σημειώνουμε επίσης την πλήρη στήριξη και της ΔΕΟΚ στα απεργιακά μέτρα που εξαγγέλλουν ΠΕΟ και ΣΕΚ, μέτρα που φαίνεται ότι θα κλιμακωθούν μετά και το επίσημο ναυάγιο στις διαπραγματεύσεις ΟΕΒ συνδικάτων την περασμένη Πέμπτη. Ήδη έχουμε προειδοποιήσεις για απεργίες και από εργαζόμενους σε εταιρείες ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, μεταλλουργική βιομηχανία και εισαγωγές μηχανοκίνητων οχημάτων. Περισσότερη και συνεχής ενημέρωσης στο Παρατηρητήριο εργασίας και ταξικών σχέσεων. http://paratiritirioergasias.blogspot.com/

Wednesday, January 18, 2012

Σημειώσεις 9 – 18/1/2012


Τα πρόσωπα της ημέρας εν αναμφίβολα η Πραξούλα Αντωνιάδου τζιαι ο Γιώργος Γεωργίου της συντεχνίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας που εσταθήκαν στον πούντο τους στην δημόσια σφαίρα. Μάλλον φιλελεύθεροι παρά αριστεροί...αλλά δεν εκωλώσαν μπροστά στην συμπεριφορά μιας σεξιστικής τζιαι εθνικιστικής κοινοβουλευτικής συναπαρτζιάς τζιαι μπροστά στον αυταρχισμό της ΟΕΒ αντίστοιχα. Να τα καταγράφουμεν τούτα, να τα θωρούν τζιαι οι αγαπητοί ΑΚΕΛικοί αν μη τι άλλον για να έχουμεν εικόνα άμαν μιλούμεν για αντίσταση...

Η Υπουργός Εμπορίου δήλωσε στο ΡΙΚ ότι προϋπόθεση για να παραστεί σε συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εμπορίου, είναι η δημόσια απολογία από τον Πρόεδρο της Επιτροπής, Λευτέρη Χριστοφόρου για τη συμπεριφορά βουλευτών έναντι της, σε προηγούμενη συνεδρίαση.

Ο εκπρόσωπος των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας (Μέρα Μεσημέρι, ΡΙΚ) απάντησε στην απαίτηση της ΟΕΒ για ιδιωτικοποίηση του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας ως αντίδραση στην απεργία ότι άλλο η ιδιωτικοποίηση και άλλο η απαγόρευση των απεργιών και ότι υπάρχουν και ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες στο εξωτερικό που χρεοκόπησαν. Και πιο ουσιαστικά απάντησε στην θέση της ΟΕΒ που έκανε λόγο για μερίδα εργαζομένων που κρατά όμηρο το κράτος και την κοινωνία με περίπου τα εξής:

Η ΟΕΒ είναι προφανώς μια πολύ σοβαρή οργάνωση που δουλεύει με πρόγραμμα και πολύ συστηματικά για τους σκοπούς της. Η μεθοδολογία είναι εξής: αναγνωρίζει τον στόχο όπου συγκεντρώνει τα πυρά της και αφού τον εξουδετερώσει τότε προχωρά στον επόμενο. Πρώτα επιτέθηκε στους δημόσιους υπαλλήλους. Όταν αποκόπηκαν οι μισθοί τους αμέσως προχώρησε στον ιδιωτικό τομέα. Και έχουμε τώρα έξι κλάδους εργαζομένων στους οποίους η ΟΕΒ ζητά αποκοπές μισθών. Και βλέπουμε και τις άλλες συντεχνίες που βρίσκονται σε αντιπαράθεση μαζί της.


ΥΓ. Η ΟΕΒ, σύμφωνα με τον Πολίτη, ζητά επίσης με επιστολή της σήμερα στην Υπουργό Εργασίας, 15% μείωση στον κατώτατο μισθό, να κατεβεί δηλαδή στα 726.75, άρα 677.33 ευρώ το μήνα καθαρά...

Tuesday, December 20, 2011

Σημειώσεις 5 – 20/12/2011

Το τι έγινε το τέλος της περασμένης βδομάδας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον από πολλές απόψεις – σχεδόν αποκαλυπτικό για το τι πιθανότατα θα ακολουθήσει. Ας το σημειώσουμε
  • αυθόρμητη απεργία στο δημόσιο από την βάση που ανάγκασε την ηγεσία της ΠΑΣΥΔΥ να αποφασίσει με έκτακτο συνέδριο κλιμάκωση των μέτρων
  • επίθεση λάσπης στη ΠΑΣΥΔΥ από το ΑΚΕΛ την στιγμή που η ΠΕΟ και η ΣΕΚ διαχώρησαν την θέση τους μεν αλλά δεν άσκησαν καμιά κριτική και δεν συμμετείχαν στην επίθεση νεοφιλελεύθερων και ΑΚΕΛικών στην ΠΑΣΥΔΥ.

Το θέμα εδώ δεν είναι ούτε η επάρκεια ή η ιδεολογία της ηγεσίας της ΠΑΣΥΔΥ ούτε η εισήγηση (που όντως άργησε να ανακληθεί) για τα μέτρα αποχής από τις δημοτικές εκλογές.
Το θέμα είναι η αποφασιστικότητα για αντίσταση και η ισχύς που επέδειξαν πλειοψηφίες των εργαζομένων στο δημόσιο και που εκφράστηκε και από τα συνδικάτα τους.

Όσον αφορά την συμπαράταξη των ΑΚΕΛικών με τους νεοφιλελεύθερους ενάντια στην ΠΑΣΥΔΥ η παρατήρηση μου είναι η εξής: είτε πρόκειται περί λάθους εκτίμησης, που υποδηλώνει ερασιτεχνισμό είτε πρόκειται για απόλυτη επικράτηση των αστικών δυνάμεων εσωτερικά. Το αποτέλεσμα είναι βέβαια το ίδιο – αρνητικότατες συνέπειες στον ταξικό αγώνα.

Διότι πέραν από τα ετεροβαρή και άδικα μέτρα λιτότητας κυβέρνησης – κομμάτων, υπάρχει και το ζήτημα των χειρισμών και της δημόσιας διαχείρισης τόσο των μέτρων όσο και των διαδικασιών συγκράτησης και εξουδετέρωσης των κοινωνικών αντιστάσεων. Εδώ η νεοφιλελεύθερη προσπάθεια υπόσκαψης του συνδικαλισμού και των εργασιακών δικαιωμάτων (που είναι αντίστοιχα πιο δυνατός και πιο εδραιωμένα στο δημόσιο) έχει ταξική λογική, θεωρία, μακρόπνοη πολιτική στόχευση κλπ -
αντίθετα η ΑΚΕΛική επίθεση στη ΠΑΣΥΔΥ υπήρξε μικροπολιτική, κοντόφθαλμα και στενόμυαλα κυβερνητική και αναποτελεσματική ακόμα και για αυτό που επιχειρούσε – το πρόσκαιρο εκλογικό κέρδος μέσα από μια φτηνή ΑΚΕΛική προπαγάνδα που έφερε ξανά στο νου παλιές κακές εποχές.

Δεν είναι μόνο το ότι η δημόσια στάση του ΑΚΕΛ ενάντια στην απεργία της ΠΑΣΥΔΥ υποτίμησε την νοημοσύνη των ιδεολογικά αριστερών και των ανθρώπων με συνδικαλιστική συνείδηση και διάθεση αγώνα υποβιβάζοντας την πολιτική στράτευση στο επίπεδο του οπαδισμού. Είναι κυρίως ότι απέδειξε ότι η διαδικασία της αστικοποίησης μπορεί να το καταστήσει εν δυνάμει επικίνδυνο για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Διότι αν η επίθεση στην ΠΑΣΥΔΥ ήταν σχετικά παθητική και περιορισμένη – αντανακλώντας έτσι απλά την οπισθοδρομική κοινωνική τάση που διαμορφώθηκε λόγω της ενορχηστρωμένης νεοφιλελεύθερης επίθεσης του προηγούμενου διαστήματος, τότε θα μπορούσαμε να μιλούμε απλά για συμπόρευση με το δεξιό ρεύμα. Η ΑΚΕΛική επίθεση στην ΠΑΣΥΔΥ όμως ήταν κάτι άλλο – ενεργητική και εφ' όλης της ύλης, υποδεικνύοντας ετοιμότητα (ακόμα και επιβολής) πατριωτικής θυσίας για το αστικό κράτος και την εθνική οικονομία, και πετώντας στον κάλαθο των αχρήστων όλη την ιστορία και θεωρία του διεθνούς και κυπριακού εργατικού κινήματος που λέει ότι είναι συνήθως οι ανώτερες βαθμίδες των εργαζομένων που μπορούν να αντέξουν και να ηγηθούν της ταξικής αντίστασης λόγω ακριβώς της σχετικής τους δύναμης και σχετικής τους αυτονομίας από την εξουσία του κεφαλαίου και των φορέων του (αλλά και των κομμάτων) που προκύπτει ακριβώς από την θέση τους στην κοινωνική δομή.


Tuesday, April 12, 2011

Οι κοινοτικοί εργαζόμενοι προτιμούνται που τους Κυπραίους

άμαν εν διεκδικούν τα δικαιώματα τους...

πχ στην μαρίνα της Λεμεσού η κοινοπραξία αποφεύγει να τηρήσει τους όρους της κλαδικής συλλογικής σύμβασης των οικοδομών η οποία παρακάμπτεται ως συνήθως μέσα που τες υπεργολαβίες. αντί να προσληφθούν απευθείας εργαζόμενοι που την υπεύθυνη εργοδότρια εταιρεία, συνάπτουνται συμβόλαια έργου με υπεργολάβους οι οποίοι εργοδοτούν με προσωπικά συμβόλαια κοινοτικούς εργαζόμενους με υποδιαίστερους όρους εργασίας.
η απεργία των εργαζομένων τζιαμέ συνεχίζεται. εξεκίνησεν εχτές τζιαι στηρίζεται τζιαι που τα 3 συνδικάτα. το εργοτάξιο περιφρουρείται για να εμποδιστούν οι απεργοσπάστες.

σήμερα στες ειδήσεις είπαν ότι μια εταιρεία μεταφορών απόλυσεν δεκάδες κοινοτικούς εργαζόμενους επειδή ετολμήσαν να γραφτούν σε συνδικάτο τζιαι να απαιτήσουν όρους εργασίας τζιαι ωφελήματα που προκύπτουν που συλλογική σύμβαση...οι απολυμένοι κοινοτικοί εργαζόμενοι επραγματοποιήσαν διαμαρτυρία στο υπουργείο εργασίας.

Saturday, February 26, 2011

Mevsimi Geldi Artik - Ήρτεν η ώρα



στους αγωνιστές τζιαι στες αγωνίστριες της ΚΤΟΣ που διούν νόημα τζιαι ουσία στες λέξεις
Κύπρος,
συνδικαλισμός,
δασκάλοι

Saturday, May 8, 2010

Η εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα στην Κύπρο 1960-2010 (Χρονικό του Πολίτη, 9/5/2010)

(το προηγούμενο για την περίοδο 1920-1960 εδημοσιεύτηκεν τον Νιόβρη του 2008
http://nekatomata.blogspot.com/2008/11/1920-1960-2112008.html)

Η μετα-αποικιακή εμπειρία

Η δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 πραγματοποιήθηκε όταν η εργατική τάξη βρισκόταν σε ένα σχετικά αναπτυγμένο στάδιο. Ο συνδικαλισμός ήταν ήδη εδραιωμένος και σε διαδικασία επέκτασης στο δημόσιο και τραπεζικό τομέα, ενώ υπήρχε η στοιχειώδης εργατική νομοθεσία και ένα υπό δημιουργία σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Η πιο σημαντική κληρονομιά όμως της αποικιοκρατίας ήταν η αντίληψη του τριμερούς συστήματος που καθόρισε και καθορίζει ακόμα τις παραμέτρους των εργασιακών σχέσεων στην περίοδο της ανεξαρτησίας. Τα σπάργανα του τριμερούς συστήματος τοποθετούνται στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα που δημιουργήθηκε το 1948 με στόχο την ανάπτυξη του κοινωνικού διαλόγου και της τριμερούς συνεργασίας.

Η εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημα είχαν βέβαια ήδη διαιρεθεί τόσο σε ιδεολογική όσο και σε εθνοτική βάση, διαδικασίες που ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1940 και ολοκληρώθηκαν στο τέλος της δεκαετίας του 1950 με τη μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων εργατών από την ΠΕΟ στην Κυπριακή Ομοσπονδία Τουρκικών Συντεχνίων. Ο ένοπλος αντι-αποικιακός αγώνας της ΕΟΚΑ και η μετεξέλιξη του σε διακοινοτική διένεξη με τη δημιουργία της ΤΜΤ σημάδεψαν την οριστική διάσπαση του εργατικού κινήματος και κατ' επέκταση ολόκληρης της κυπριακής κοινωνίας που πέρασε σε μια εύθραστη ανεξαρτησία κάτω από την πολιτική ηγεμονία δυο αντιμαχόμενων εθνικισμών.

Η ανάπτυξη του κυπριακού συστήματος βιομηχανικών σχέσεων

Το νέο κυπριακό κράτος που προέκυψε το 1960 αποτέλεσε ουσιαστικά μια μετεξέλιξη των υφιστάμεων αποικιακών διοικητικών δομών. Τα διάφορα τμήματα της αποικιακής διοίκησης διεύρυναν τις αρμοδιότητές τους και το πεδίο δράσης τους και μετονόμαστηκαν σε υπουργεία. Το σύνταγμα του κυπριακού κράτους στα άρθρα 21, 26 και 27 κατοχύρωσε τις προηγούμενες κατακτήσεις της εργατικής τάξης αναγνωρίζοντας επίσημα το δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης, συνεταιρισμού με άλλους περιλαμβανομένου του δικαιώματος δημιουργίας συντεχνιών και το δικαίωμα της απεργίας. Το νεοσύστατο Υπουργείο Εργασίας ανάλαβε την εποπτεία των εργασιακών σχέσεων και του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Παράλληλα ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες οργάνωσης των εργοδοτών μέσα από πρωτοβουλία του Τμήματος Εργασίας και το 1959 ιδρύθηκε ο “Συμβουλευτικός Σύνδεσμος Εργοδοτών Κύπρου”.

Το κυπριακό σύστημα βιομηχανικών σχέσεων κατασκευάστηκε στα βρετανικά πρότυπα με κυρίαρχη έννοια τον εθελοντισμό και την ελεύθερη συλλογική διαπραγμάτευση – την εθελούσια δηλαδή συνεργασία των αντιπροσώπων του κεφαλαίου και της εργασίας μέσα από την κρατική μεσολάβηση και όχι μέσα από τη νομική ρύθμιση και την κρατική παρέμβαση. Αυτό το μοντέλο εργασιακών σχέσεων κωδικοποιήθηκε το 1962 με την Βασική Συμφωνία έπειτα από μια ενδελεχή μελέτη των εργασιακών συνθηκών της εποχής και με τη στήριξη τόσο των συντεχνιών όσο και των εργοδοτών. Η Βασική Συμφωνία θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία για το νεοσύστατο Υπουργείο Εργασίας καθώς αποτελούσε ένα σημαντικό βήμα ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στο κράτος μέσα από τη δημιουργία ενός πολιτικού πλαισίου που θα διοχέτευε τις εργατικές διεκδίκησεις μέσα σε συγκεκριμένες διαδικασίες “επίλυσης συγκρούσεων”. Παρά το ότι η Βασική Συμφωνία που υπογράφηκε από τα συνδικάτα (ΠΕΟ, ΣΕΚ, ΠΟΑΣ και τις Τουρκικές Συντεχνίες) και τους εργοδότες δεν είχε νομική ισχύ ούτε δεσμευτικό χαρακτήρα, περιοριζόμενη ουσιαστικά σε μια ηθική δέσμευση και πολιτική υπόσχεση δράσης, αποτελεί σημαντικό σταθμό που μπορεί να μας πληροφορήσει για το συσχετισμό δυνάμεων εργασίας και κεφαλαίου στις απαρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η εργατική τάξη αποτελούσε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη στο νεοσύστατο κράτος και αυτό φάνηκε και από τις απεργιακές κινητοποιήσεις του 1960 με συμμετοχή 25 000 εργατών και την απώλεια 27 000 εργατικών ημερών. Οπόταν το ζήτημα της διοχέτευσης των εργατικών διεκδικήσεων μέσα σε “αποδεκτά” κανάλια περιορίζοντας τυχόν ριζοσπαστικές εκφάνσεις του εργατικού αγώνα αποτελούσε προτεραιότητα για το κράτος. Παρά την αυτοσυγκράτηση των συνδικάτων, οι εργατικές κινητοποιήσεις και η συνεπακόλουθη απώλεια εργατικών ημερών συνεχίστηκαν και τη διετία 1961-1962. Και παρά την σύναψη της Βασικής Συμφωνίας το 1962, και το 1963 ήταν μια χρονιά που χαρακτηρίστηκε από διαρκείς απεργιακές κινητοποιήσεις με αποτέλεσμα την απώλεια 36 000 εργατικών ημερών. Οι διακοινοτικές συγκρούσεις που ακολούθησαν ήταν αυτές που προκάλεσαν δραματική πτώση των εργατικών διαφορών, καθώς η λογική της εθνικής ενότητας και η κατάσταση της πολιτικής κρίσης επισκίασε τον ταξικό αγώνα. Είναι ενδεικτικό ότι κατά την τριετία 1964-1966 απωλέστηκαν μόνο 6 000 εργατικές ημέρες. Την δεκαετία του 1960 καθιερώθηκε όμως σχεδόν σε όλους τους κλάδους η 44ωρη εβδομαδιαία εργασία.

Το 1962 η κυβέρνηση εισήγαγε το πρώτο Πενταετές Σχέδιο με στόχο την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης, την αύξηση της παραγωγικότητας, την επέκταση των κοινωνικών ωφελημάτων και τη διατήρηση της εργατικής ειρήνης. Σε αυτά τα πλαίσια το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων επεκτάθηκε για να καλύψει όλους τους υπαλλήλους και τους αυτο-εργοδοτούμενους και αυξήθηκαν τα ωφελήματα, ενώ το 1965 εκσυγχρονίστηκε και φιλελευθεροποιήθηκε ο περί συντεχνιών νόμος διευκολύνοντας περαιτέρω τη συνδικαλιστική οργάνωση. Οι διάφορες συμβάσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας επικυρώθηκαν από την Βουλή και τέθηκαν σε εφαρμογή, ενώ με το δεύτερο Πενταετές Σχέδιο το 1968 η κυβέρνηση συνέχισε στην ίδια λογική δίνοντας έμφαση στην εκπαίδευση των εργαζομένων μέσα από τη δημιουργία Τμήματος Βιομηχανικής Κατάρτισης.

Οι αυξημένες απεργιακές κινητοποιήσεις του 1968 με την απώλεια 43 000 εργατικών ημερών έδωσαν ώθηση στις διεργασίες για την ενίσχυση της τριμερούς συνεργασίας μέσα από τροποποιήσεις στην Βασική Συμφωνία του 1962. Το 1969 προτάθηκε από τους εργοδότες να αποκτήσουν νομική ισχύ οι συμφωνίες και να ψηφιστεί νομοθεσία για τη διαπραγμάτευση σε βασικές υπηρεσίες. Αυτό δεν έγινε αποδεκτό ούτε από το κράτος ούτε από τα συνδικάτα. Παρόλ' αυτά έγινε μια απόπειρα δημιουργίας ενός Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων από πλευράς Υπουργείου, που συζητήθηκε το 1970 στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα. Αυτός ο προτεινόμενος Κώδικας προσπάθησε να περιορίσει το δικαίωμα στην απεργία, καταργώντας το σε περιπτώσεις ερμηνείας της σύμβασης και καλώντας τα μέρη να πάρουν τα “αναγκαία μέτρα” για να εμποδίσουν τις αυθόρμητες απεργίες και ανταπεργίες. Προσπάθησε επίσης να επιβάλει τη δεσμευτική διαιτησία σε περιπτώσεις συναίνεσης και των δυο πλευρών. Τελικά η έκρυθμη πολιτική κατάσταση που οδήγησε στο πραξικόπημα και την εισβολή το 1974 καθυστέρησαν τη δημιουργία του Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων που πραγματοποιήθηκε σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες το 1977.

Ο πόλεμος του 1974 πέραν από την εδαφικοποίηση της διχοτόμησης προκάλεσε τον βίαιο διαχωρισμό δεκάδων χιλιάδων αγροτών από τη γη τους (κυρίως Ε/κ) και την ένταξή τους στους κόλπους της εργατικής τάξης. Η προλεταριοποίηση που επέφερε ο πόλεμος δημιούργησε μιαν έκρυθμη κοινωνικό-οικονομική κατάσταση με την ανεργία να ανεβαίνει στο 39% το 1975, παρέχοντας μια στρατιά διαθέσιμης εργατικής δύναμης για τις ανάγκες της εκ νέου πρώιμης κεφαλαιακής συσσώρευσης. Ο μεταπολεμικός ιστορικός συμβιβασμός κεφαλαίου και εργασίας εκφράστηκε με τη “θυσία” της εργατικής τάξης προς την πατρίδα με αποδοχές μειώσεων στους μισθούς, στις συντάξεις, αναστολή της ΑΤΑ και των ανεργιακών επιδομάτων, που σύμφωνα με τον Παναγιωτόπουλο “επέφεραν πτώση του μεριδίου των μισθών ως ποσοστού επί των συνολικών εισόδων από το προπολεμικό 49.1% στο 28% του 1978. Ενώ οι πραγματικοί μισθοί έμεναν στάσιμοι η παραγωγικότητας της εργασίας αυξήθηκε με βάση το προπολεμικό 100, σε 130.4 το 1976...Το μερίδιο των εισφορών των εργαζομένων αυξήθηκε από το προπολεμικό 31.5% σε 68% το 1978. Αντίθετα οι εργοδοτικές εισφορές μειώθηκαν από 49.8% σε 22.5% με το υπόλοιπο να αναλογεί στους αυτοεργαζόμενους.” Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΠΕΟ, συνεχίζει ο Παναγιωτόπουλος που δημοσιεύτηκαν το 1979 επήλθε πτώση 25% στο βιωτικό επίπεδο, όμως, τουλάχιστον σύμφωνα με την ΠΕΟ, η “οπισθοχώρηση της εργατικής τάξης έγινε με οργανωμένο τρόπο και κάτω από τον έλεγχο του συνδικαλιστικού κινήματος”. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος εν τω μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας στην ανοικοδόμηση/ανάπτυξη για το “εθνικό συμφέρον” κωδικοποιήθηκε θεσμικά με την ολοκλήρωση της ένταξης των “αντιπροσώπων” της εργατικής τάξης στο ε/κ κράτος στα πλαίσια του τριμερούς συστήματος.

Ο Κώδικας Βιομηχανικών Σχέσεων του 1977 αποτέλεσε και αποτελεί ουσιαστικά το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου στην Κύπρο. Παρότι ο Κώδικας δεν έχει νομική ισχύ και αποτελεί ουσιαστικά μια “συμφωνία κυρίων”, τα δυο μέρη επιδεικνύουν σεβασμό στις πρόνοιες του και εφορμόζουν τις διαδικασίες του. Ο Κώδικας προνοεί χρονοδιαγράμματα μέσα στα οποία διεξάγεται η μεσολάβηση και η δεσμευτική διαιτησία και καλύπτει ζητήματα, όπως επίλυση διαφορών συμφερόντων και δικαιωμάτων καθώς και απολύσεων λόγω πλεονασμού. Το γεγονός ότι συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα αντικατοπτρίζει την πολιτική του σημασία – πέραν από μια αποκρυστάλλωση του ισοζυγίου δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας όπως αυτό σχηματίστηκε μετά τον πόλεμο, αποτελεί και το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγονται εφ' εξής οι εργατικοί αγώνες στην Κύπρο. Δεν είναι τυχαίο που, αφού τέθηκε το πολιτικό πλαίσιο, ακολούθησαν το 1979 ο θεσμός της πενθήμερης και 40ωρης εβδομάδας και το 1980 ο εκσυγχρονισμός του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων με αναλογικό σύστημα εισφορών και αύξηση των ωφελημάτων.

Υπηρεσιοποίηση της οικονομίας και αλλαγές στην τεχνική σύνθεση της εργατικής τάξης

Η διαδικασία της τριτογενοποίησης της οικονομίας της Κύπρου άρχισε πριν τον πόλεμο του 1974, όταν πραγματοποιήθηκε ραγδαία ανάπτυξη στον τομέα του τουρισμού στις περιοχές της Κερύνειας και του Βαρωσιού. Όμως η πραγματική μεταμόρφωση της κυπριακής κοινωνίας συντελέστηκε στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 μέσα από τη ραγδαία αστικοποίηση και την υπηρεσιοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας. Η ύπαιθρος και η γεωργοκτηνοτροφία συρρικνώθηκαν πραγματικά διαλύοντας την αγροτιά ως κοινωνική τάξη. Η υπηρεσιοποίηση της οικονομίας είχε σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην σύνθεση της εργατικής τάξης όσο και στον πολιτικό της προσανατολισμό.

Σύνολο επικερδώς απασχολούμενου πληθυσμού ανά τομέα
1973
(252 700)
1986
(220 100)
1999
(295 300)
Πρωτογενής
97 200 (38.4%)
36 400 (16.5%)
26 200 (8.9%)
Δευτερογενής
65 100 (25.8%)
67 000 (30.5%)
65 700 (22.2%)
Τριτογενής
90 400 (35.8%)
116 700 (53.0%)
203 400 (68.9%)
Πηγή: Στατιστική Υπηρεσία, Κυπριακή Δημοκρατία, Εργατικές στατιστικές, 2004

Απασχόληση κατά οικονομική δραστηριότητα και φύλο (μέσος όρος έτους 2006)
Σύνολο
357 281
Άντρες
200 359
Γυναίκες
156 922
Γεωργία, θήρα, δασοκομία και αλιεία
15 222
10 631
4 592
Ορυχεία και λατομεία
683
664
19
Μεταποιητικές βιομηχανίες
37 261
25 076
12 185
Ηλεκτρισμός, υγραέριο, υδατοπρομήθεια
2 916
2 507
410
Κατασκευές
40 046
36 621
3 425
Χοντρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευές
63 236
37 422
25 814
Ξενοδοχεία και εστιατόρια
23 851
10 986
12 865
Μεταφορές, αποθήκευση και επικοινωνίες
20 217
13 226
6 991
Ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί
18 924
9 284
9 640
Διαχείριση ακίνητης περιουσίας και επιχειρηματικές δραστηριότητες
26 673
11 860
14 813
Δημόσια διοίκηση
29 935
20 123
9 812
Εκπαίδευση
24 783
6 070
18 713
Υγεία και κοινωνική μέριμνα
14 211
3 965
10 246
Άλλες (κοινοτικές, κοινωνικές και προσωπικές) υπηρεσίες
21 571
9 587
11 984
Ιδιωτικά νοικοκυριά
14 803
380
14 423
Ετερόδικοι οργανισμοί
2 947
1 956
991
Πηγή: Έρευνα εργατικού δυναμικού 2006, σ.73

Η τουριστική ανάπτυξη συνοδεύτηκε από την παρακμή της γεωργίας καθώς οι νέοι εγκατέλειπαν την ύπαιθρο ψάχνοντας εργασία στις πόλεις. Οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνταν ήταν κυρίως στον τριτογενή τομέα, που αποτελούσε πλέον τον πυρήνα της οικονομικής ανάπτυξης. Οι ξενοδοχειακές μονάδες κατέλαβαν τις νότιες παραλίες, ενώ οι παράλιες πόλεις επεκτάθηκαν σημαντικά ακολουθώντας την Λευκωσία. Ο κατασκευαστικός τομέας αναπτύχθηκε παράλληλα και σε συνάρτηση με τον τουριστικό επίσης σε βάρος της υπαίθρου και της γεωργίας. Παρά την σχετική παρακμή της βιομηχανίας, το συνδικαλιστικό κίνημα σημείωσε σημαντική άνοδο καθώς η επέκταση της εργατικής τάξης συνοδεύτηκε και από την επέκταση των συνδικάτων που κατάφεραν να αυξήσουν την συνδικαλιστική πυκνότητα.

Χρονολογία
1971
1981
1991
2001
2007
Μέλη συνδικάτων
80 469
124 299
154 049
174 577
208 206
Μέλη συνδικάτων / σύνολο μισθωτών (συνδικαλιστική πυκνότητα)
60.00%
80.77%
77.09%
63.39%
53.96%
Πηγή: Αρχείο Εφόρου Συντεχνιών

Πιο σημαντικά, το δεύτερο κύμα της προλεταριοποίησης των δεκαετιών του 1970 και του 1980 έφερε και την αποφασιστική ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας. Στις μεταβαλλόμενες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες της ανάπτυξης με τις αυξημένες απαιτήσεις, το αντρικό μεροκάματο δεν ήταν πλέον αρκετό για να συντηρηθεί η οικογένεια. Η ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας υπήρξε αποφασιστικής σημασίας στιγμή στον αγώνα για την ισότητα των φύλων. Όμως η οικονομική ανεξαρτησία που κέρδισαν οι γυναίκες με την ένταξή τους στη μισθωτή εργασία δεν επεκτάθηκε και στο σπίτι καθώς ο κύριος φόρτος της οικιακής και αναπαραγωγικής εργασίας παρέμεινε στους ώμους τους. Και ακόμα και αυτή η οικονομική εργασία ήταν σχετική καθώς για πολλές εργαζόμενες γυναίκες η απασχόληση παραμένει μερική και χαμηλόμισθη. Τα πιο “γυναικεία” επαγγέλματα, καθαρίστριες, γραφείς, πωλήτριες, νοσοκόμες, νηπιαγωγοί παραμένουν μέχρι και σήμερα στο πάτο της μισθοδοτικής ιεραρχίας.

Η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, που κάποιοι την ονόμασαν και “οικονομικό θαυμα”, χαρακτηρίστηκε και από την είσοδο του παράκτιου και χρηματιστικού κεφαλαίου που δημιούργησε και συντηρεί μια σειρά από επαγγελματικές θέσεις εργασίας: οικονομολόγους, λογιστές, νομικούς, διοικητικούς λειτουργούς τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Πρόκειται για άλλη μια διάσταση της δομικής μεταβολής που είχε ως συνεπακόλουθο, όχι τόσο την επέκταση της μεσαίας τάξης μέσα από την αύξηση των ελευθέρων επαγγελματιών, αλλά κυρίως τη γραφειοποίηση της εργασίας και την ανάπτυξη μιας εργατικής αριστοκρατίας δημοσίων και τραπεζικών υπαλλήλων με δυο ισχυρά συνδικάτα, την ΠΑΣΥΔΗ και την ΕΤΥΚ. Τα συνδικάτα αυτά λόγω μεγέθους και στρατηγικής δύναμης στην εργασιακή διαδικασία έχουν εξασφαλίσει πέραν από τα σημαντικά ωφελήματα για τα μέλη τους και λόγο σε διοικητικά θέματα, όπως οι προσλήψεις και οι απολύσεις, οι προαγωγές κλπ.

Σε γεωπολιτικό επίπεδο η τριπλή πολιτικο-οικονομική δομή των διεθνών σχέσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη Δύση, τη Σοβιετική Ένωση και τον Αραβικό κόσμο επέτρεψαν στην μετατροπή της Κύπρου από μια περιφερειακή οικονομική περιοχή σ' ένα εύπορο εμπορικό κέντρο. Η μετακίνηση της Κύπρου από την περιφέρεια στον πυρήνα του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος ολοκληρώθηκε αυτή τη δεκαετία με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κύπρος ωφελήθηκε από τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης καθώς μετατράπηκε σε συνδετικό σταθμό της ροής της αξίας στα οικονομικά δίχτυα Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου. Παρά την έκρυθμη πολιτική κατάσταση στο νησί, η Κύπρος αποτέλεσε συγκριτικά με τη Μέση Ανατολή, περιοχή σταθερότητας για τις χρηματο-οικονομικές επενδύσεις που ενθαρρύνθηκαν με χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές.

Η οικονομική ανάπτυξη συνοδεύτηκε και από την εντυπωσιακή αύξηση του μορφωτικού επιπέδου των Κυπρίων, τόσο νότια όσο και βόρεια της πράσινης γραμμής. Η πλειοψηφία των απόφοιτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης προχωρά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αυτή τη δεκαετία και σε μεταπτυχιακές σπουδές με αποτέλεσμα τη συγκρότηση ενός υπερ-προσοντούχου τμήματος του εργατικού δυναμικού που στελεχώνει τις θέσεις εργασίας σε μια εν πολλοίς οικονομία της γνώσης. Η δημιουργία του πανεπιστημίου Κύπρου καθώς και μιας σειράς ιδιωτικών κολλεγίων, τόσο στον βορρά όσο και στον νότο είναι ενδεικτική αυτής της μεταβολής. Σήμερα η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Κύπρο αποτελεί σημαντική βιομηχανία αριθμώντας πέραν από τα διάφορα κολλέγια, 13 αναγνωρισμένα πανεπιστήμια, 6 στον νότο και 7 στον βορρά και άλλα 3 βρίσκονται υπό δημιουργία (2 στο βορρά και 1 στο νότο).

Μετανάστευση και πολυεθνοποίηση της εργατικής τάξης

Έτσι από την μια η επέκταση του τουρισμού και του κατασκευαστικού τομέα, από την άλλη η μετατροπή της Κύπρου σε διεθνές κέντρο χρηματο-οικονομικών υπηρεσιών, επέτρεψαν την ανάπτυξη του βιωτικού και μορφωτικού επιπέδου των Κυπρίων, δημιουργώντας ελλείψεις εργατικού δυναμικού στις χειροναχτικές και στις ανειδίκευτες εργασίες. Στο βόρειο (κατεχόμενο) μέρος, το καθεστώς της μη αναγνώρισης του τ/κ κράτους και η αδυναμία του να αναπτύξει εμπορικές σχέσεις και να προσελκύσει τουρισμό το κατέστησε εξαρτώμενη περιοχή της Τουρκίας όχι μόνο σε πολιτικο-στρατιωτικό αλλά και σε κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο. Αναπτύχθηκε ένας τεράστιος δημόσιος τομέας με δυναμικά συνδικάτα (που πρωτοστάτησαν στην εξέγερση του 2002-2003 που ανάτρεψε το καθεστώς Ντεκτάς), ενώ ο ιδιωτικός τομέας κατέστη ένα πεδίο άγριας εκμετάλλευσης ανοργάνωτων και συχνά αδήλωτων Τουρκοκυπρίων αλλά κυρίως Τούρκων μεταναστών.

Τη δεκαετία του 1990 η Κύπρος μετατράπηκε από χώρα εξαγωγής σε χώρας εισαγωγής εργατικής δύναμης. Ανατολικο-Ευρωπαίοι, Μεσανατολίτες και Νοτιοασιάτες άρχισαν να καταφτάνουν στην Κύπρο για να εργαστούν στη γεωργία, στις οικοδομές, και σε πάσης φύσεως εργασίες χαμηλής εξειδίκευσης και ιδιαίτερα χαμηλής μισθοδοσίας. Η ανάπτυξη της κυπριακής εργατικής αριστοκρατίας και του μεσοαστικού καταναλωτισμού ως κυρίαρχο μοντέλο ζωής μπορεί να εξηγήσει και το φαινόμενο της οικιακής εργασίας, όπου χιλιάδες γυναίκες από την Ασία εργάζονται ως υπηρέτριες σε σπίτια Κυπρίων. Πολλοί Πόντιοι με ελληνικά διαβατήρια εγκαταστάθηκαν επίσης στην Κύπρο μετά από συνεννόηση της κυπριακής με την ελληνική κυβέρνηση δημιουργώντας σχετικά μεγάλες κοινότητες στην παλιά Λευκωσία και στην Πάφο. Οι Πόντιοι λόγω της γλώσσας και της πολιτικής ρητορικής της “ομογένειας” και ιδίως λόγω της μακροχρόνιας παραμονής τους στην Κύπρο κατάφεραν να ενσωματωθούν σε σημαντικό βαθμό στην κυπριακή κοινωνία καθώς οι πλείστοι εντάχθηκαν σε συντεχνίες, ενώ κάποιοι δημιούργησαν και μικρές επιχειρήσεις.

Ξένοι εργάτες ανά οικονομική δραστηριότητα
2000
(26 398)
2005
(55 827)
Γεωργία
2 069
3 952
Μεταποιητικές βιομηχανίες
2 220
4 696
Κατασκευές
1 516
5 613
Χοντρικό/λιανικό εμπόριο/επισκευές
3 345
6 071
Ξενοδοχεία και εστιατόρια
4 395
11 502
Μεταφορές, αποθήκευση, επικοινωνίες
1 204
1 631
Ιδιωτικά νοικοκυριά
7 737
15 749
Άλλη
3 522
10 565
Εργατικές στατιστικές 2005, σ. 60

Εθνικότητα των εργαζομένων
Σύνολο
Άντρες
Γυναίκες
Κύπριοι
322 924
186 598
136 327
Ευρωπαίοι
22 273
12 737
9 537
Τρίτες Χώρες
29 087
9 068
20 019
Σύνολο
374 285
208 403
165 882
Έρευνα εργατικού δυναμικού 2006 σ.38

Το κυπριακό μοντέλο μετανάστευσης όπως διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 1990 βασίζεται στη λογική του φιλοξενούμενου εργατικού δυναμικού, όπου ο εργαζόμενος διασυνδέεται με συγκεκριμένο εργοδότη εκ των προτέρων και λαμβάνει άδεια παραμονής και εργασίας για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Τα συνδικάτα είχαν εκφράσει τις επιφυλάξεις τους για την εισαγωγή ξένου εργατικού δυναμικού, διαμαρτυρόμενα ότι οι ξένοι εργάτες θα ασκούσαν πίεση προς τα κάτω στους μισθούς των Κυπρίων εργάτων. Σταδιακά όμως αντιλήφθηκαν ότι ο καλύτερος τρόπος για να αποτρέψουν πτώση των μισθών των Κυπρίων από την υπερπροσφορά εργασίας είναι η ένταξη των ξένων εργατών στα συνδικάτα και η διεκδίκηση της ισομισθίας. Ο βαθμός βέβαια στον οποίο αυτό επιτυγχάνεται είναι περιορισμένος. Και αυτό λόγω απροθυμίας πολλών ξένων εργατών να ενταχθούν στις συντεχνίες από τον φόβο τυχόν αντίδρασης του εργοδότη τους που συχνά είναι ταυτόχρονα και ο παροχέας της στέγης τους.

Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 προκάλεσε σημαντική αύξηση των Τουρκοκυπρίων που εργάζονται στις περιοχές που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία ενώ διαμένουν στο βόρειο (κατεχόμενο) μέρος. Αυτοί αριθμούν μερικές χιλιάδες και απασχολούνται κυρίως στην οικοδομική βιομηχανία και κάποιοι από αυτούς εντάχτηκαν στα ε/κ συνδικάτα, μερικοί στη ΣΕΚ και περισσότεροι στην ΠΕΟ. Πολλοί εργαζομένοι, Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι και ξένοι εργάζονται παράτυπα στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς να καταβάλλουν κοινωνικές ασφαλίσεις και χωρίς να απολαμβάνουν στοιχειώδη δικαιώματα. Η αδήλωτη εργασία είναι βέβαια διαχρονικό φαινόμενο, όμως τις τελευταίες δεκαετίες έχει σημειώσει αύξηση ανά το παγκόσμιο σε συνάρτηση με την αύξηση της κινητικότητας της εργασίας μέσα από τα μεταναστευτικά ρεύματα.

Η πολυεθνοποίηση της εργατικής δύναμης στην Κύπρο, μια διαδικασία που συντελείται εδώ και δυο δεκαετίες τώρα μεταμορφώνει την εργατική τάξη και αυτή η μεταμόρφωση θα πρέπει να βρει έκφραση και στο συνδικαλιστικό κίνημα. Οι εφημερίδες της ΠΕΟ και της ΣΕΚ, “Εργατικό Βήμα” και “Εργατική Φωνή” έχουν πλέον σελίδες στα Ρώσικα για τους Πόντιους μέλη τους, ενώ το “Εργατικό Βήμα” έχει και σελίδες στα Τούρκικα. Η ΠΕΟ διατηρεί επίσης και ιστοσελίδα στα τούρκικα, έμμισθο Τουρκοκύπριο συνδικαλιστή, ενώ διατηρεί επίσης πολύ καλές σχέσεις με την τουρκοκυπριακή συντεχνία Ντεβίς. Όσον αφορά όμως τους Ανατολικο-Ευρωπαίους και τους Ασιάτες εργάτες τα ε/κ συνδικάτα συναντούν πολλές δυσκολίες. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το κύμα εργατών από τις πρώην ανατολικές χώρες που ακολούθησε έχει βρει το συνδικαλιστικό κίνημα απροετοίμαστο. Εδώ υπάρχει και το πρόβλημα της γλωσσικής επικοινωνίας που γίνεται συνήθως στα αγγλικά, παρότι πολλοί εργαζομένοι και αρκετοί συνδικαλιστές δεν τα κατέχουν σε ικανοποιητικό βαθμό για να μπορέσουν να εκφράσουν σύνθετες έννοιες δικαιωμάτων, διαδικασιών και προνοιών των συμβάσεων και της εργατικής νομοθεσίας.

Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η μάχη του 1999

Το εργατικό κίνημα σε παγκόσμιο αλλά ιδιαίτερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο εξαναγκάστηκε σε υποχώρηση τη δεκαετία του 1990, καθώς ο νεοφιλελευθερισμός κατέστη η κυρίαρχη ιδεολογία με τις βασικές του θέσεις να γίνονται αποδεκτές και από τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας. Η επίτευξη ευελιξίας στην αγορά εργασίας, η κινητικότητα των εργαζομένων και η προώθηση της έννοιας της “απασχολισιμότητας” αντί “του δικαιώματος στην εργασία” έγιναν κρατικοί στόχοι που καθοδήγησαν την εργατική πολιτική τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η παρακμή του συνδικαλισμού με τη συνεπακόλουθη πτώση της συνδικαλιστικής πυκνότητας και την ενίσχυση των τάσεων εξατομίκευσης των εργαζομένων επέτρεψε στο κεφάλαιο να περάσει στην αντεπίθεση αμφισβητώντας εργατικά κεκτημένα και ζητώντας καινούργιες ρυθμίσεις των εργασιακών σχέσεων.

Στην Κύπρο η απόπειρα “εκσυγχρονισμού” των εργασιακών σχέσεων τη δεκαετία του 1990 πήρε τη μορφή επίθεσης προς την ΑΤΑ, προς το χάσμα ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων και προς το δικαίωμα της απεργίας. Τελικά με εξαίρεση την τροποποίηση στον υπολογισμό της ΑΤΑ, η αντίσταση του εργατικού κινήματος παρεμπόδισε την απώλεια κεκτημένων. Η ένταση του ταξικού ανταγωνισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είναι ορατή μέσα από τις αυξημένες απεργιακές κινητοποιήσεις που το 1992 αφορούσαν 50 000 εργαζομένους οδηγώντας στην απώλεια 60 000 εργάσιμων ημερών ενώ αντίστοιχα το 1995 αφορούσαν 64 000 εργαζομένους οδηγώντας στην απώλεια 98 000 εργάσιμων ημερών. Όμως δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει αυτά τα κεκτημένα και για το σύνολο των νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας. Το φαινόμενο των άτυπων εργασιακών σχέσεων μέσα από την επέκταση των υπεργολαβιών, της προσωρινής και της μερικής απασχόλησης, των προσωπικών συμβολαίων και της εργασίας με το κομμάτι τέθηκε στο πολιτικό προσκήνιο.

Η όποια πρωτοβουλία όμως από πλευράς κεφαλαίου ενάντια στη συνθήκη της σταθερής, κανονικής και ρυθμισμένης εργασίας προϋπέθετε και την απόφαση σύγκρουσης με τα συνδικάτα. Μια τέτοια στιγμή σύγκρουσης υπήρξε η απεργία στα ξενοδοχεία της εταιρείας Lordos Holdings Ltd στη Λάρνακα το 1999. Εκεί η εργοδοσία αποχώρησε από τον εργοδοτικό σύνδεσμο, έτσι ώστε να μην δεσμεύεται από την κλαδική συλλογική σύμβαση και αφού προηγουμένως ζήτησε από μέρος του προσωπικού να υπογράψει προσωπικά συμβόλαια, ανακοίνωσε την απόφασή της να αναθέσει την καθαριότητα του ξενοδοχείου, το γυμναστήριο και το τμήμα ζαχαροπλαστικής σε εξωτερικούς υπεργολάβους απολύοντας 56 εργαζόμενους. ΠΕΟ και ΣΕΚ κινητοποιήθηκαν αστραπιαία, και στις 30/01/1999 158 ξενοδοχοϋπαλλήλοι κατήλθαν σε επ' αόριστον απεργία. Κάποιοι συναδέλφοι τους έμειναν βέβαια μέσα στηρίζοντας την εργοδοσία που προχώρησε και σε έκτακτες προσλήψεις κυρίως από την Ελλάδα με σκοπό να σπάσει την απεργία.

Η απεργία του 1999 υπήρξε σημαντική για τη διασαφήνιση του ισοζυγίου δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Το γεγονός ότι πρόκειται για τη μακρύτερη σε διάρκεια απεργία στην ιστορία του εργατικού κινήματος κρατώντας 168 μέρες δεν ήταν τυχαίο. Και οι δυο πλευρές επέμειναν στις θέσεις τους μέχρι τέλους, ακριβώς επειδή επρόκειτο για ένα βαθύτατα πολιτικό ζήτημα με προεκτάσεις όχι απλά σε ολόκληρη την ξενοδοχειακή βιομηχανία αλλά και σε πολλούς άλλους κλάδους. Δεν ήταν απλά μια σύγκρουση συμφερόντων σε μια εταιρεία, ήταν πάνω από όλα μια σύγκρουση πολιτικής για τον έλεγχο των εργασιακών σχέσεων. Την οποία τοπικά κέρδισε τελικά η εργοδοσία αφού ως αποτέλεσμα της απεργίας έδιωξε οριστικά τα συνδικάτα από την εταιρεία και από τότε εργοδοτεί ολόκληρο το προσωπικό της με προσωπικά συμβόλαια. Βέβαια αναγκάστηκε να αποζημιώσει τους απολυθέντες, αλλά αυτό ήταν ένα πολύ μικρό τίμημα μπροστά στα τεράστια κέρδη που πραγματοποίησε τα επόμενα χρόνια.

Η εργοδοσία προσπάθησε αρχικά να ποινικοποιήσει την απεργία και ζήτησε την παρέμβαση της αστυνομίας για να αποτρέψει την είσοδο των απεργών στα προαύλια των ξενοδοχείων. Τελικά το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η απεργία ήταν νόμιμη και έτσι η εργοδοσία τοποθέτησε αλυσίδες και ιδιωτικούς φρουρούς στις εισόδους των ξενοδοχείων. Το ΑΚΕΛ και οι οργανώσεις του συνεισέφεραν στο απεργιακό ταμείο και στελέχη του μίλησαν για αγώνα ολόκληρης της εργατικής τάξης ενάνια “στο πείραμα του Λόρδου που αν πετύχει θα εφαρμοστεί σε όλα τα ξενοδοχεία”. Η ΠΑΣΥΔΗ εξέφρασε τη στήριξη της στον απεργιακό αγώνα συνεισφέροντας το ποσό των 1000 λιρών στο απεργιακό ταμείο, ενώ ακολούθησαν η ΠΟΕΔ και η ΟΕΛΜΕΚ. Οι εργαζόμενοι στα συνεργεία αποκομιδής σκυβάλλων αποφάσισαν να απόσχουν από την περισυλλογή σκυβάλλων ενόσω συνεχιζόταν η απεργία. Στις 19/2/1999 πραγματοποιήθηκε δίωρη στάση εργασίας σε άλλα ξενοδοχεία της Λάρνακας, ενώ στις 3/3/1999 πραγματοποιήθηκε δίωρη στάση εργασίας σε όλα τα ξενοδοχεία της Λευκωσίας, της Πάφου, της Λεμεσού και της Αμμοχώστου. Οι εργαζόμενοι στην Αρχή Ηλεκτρισμού και η ΔΕΟΚ εξέφρασαν και αυτοί τη στήριξη τους στους απεργούς. Στις 18/3/1999 πραγματοποιήθηκε αυτοκινητοπομπή διαμαρτυρίας από τη Λάρνακα στη Λευκωσία. Οι εργαζόμενοι στα Διυλιστήρια, οικοδόμοι, ξυλουργοί, εργαζόμενοι στο Δήμο Πάφου συνεισφέρουν στο απεργιακό ταμείο, ενώ ΠΕΟ και ΣΕΚ ζητούν την αλληλεγγύη του ευρωπαϊκού και του διεθνούς συνδικαλιστικού κινήματος. Τον Μάη πραγματοποιείται στάση εργασίας στο αεροδρόμιο και οι εργαζόμενοι αποφασίζουν να μην εξυπηρετούν τις πτήσεις των οργανωτών ταξιδιών που προμηθεύουν με πελάτες τα υπό απεργία ξενοδοχεία, ενώ πραγματοποιείται εξάωρη παναπεργία των ξενοδοχοϋπαλλήλων με συμμετοχή 15 000 εργαζομένων. Το ΚΕΒΕ και η ΟΕΒ επικρίνουν τις κινητοποιήσεις και μαζί με τον ΠΑΣΥΞΕ και τον ΣΤΕΚ στηρίζουν την εταιρεία. Η αστυνομία μεταφέρει με υπηρεσιακά οχήματα απεργοσπάστες και στα μικρο-επισόδεια που σημειώνονται κρατά αντι-απεργιακή στάση. Ο αγώνας υπήρξε σκληρός και η κοινωνική σύγκρουση μεταξύ απεργών και απεργοσπαστών έντονη. Οι απεργοί “με ήσυχη τη συνείδηση ότι έπραξαν το χρέος τους προς τους εαυτούς τους και την εργατική τάξη και τη κοινωνία γενικότερα καταθέτουν τα όπλα” τον Ιούλη του 1999, αφού τελικά διορίζεται ερευνητική επιτροπή από το Υπουργικό Συμβούλιο για να διεξάγει δημόσια έρευνα, το τελευταίο στάδιο επίλυσης των εργατικών διαφορών σύμφωνα με τον Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων. Η έρευνα ολοκληρώθηκε τον Γενάρη του 2000, αλλά δεν υπήρξε ούτε ομόφωνη τοποθέτηση από πλευράς των μελών της επιτροπής και ούτε ξεκάθαρα συμπεράσματα επιτρέποντας στις δυο πλευρές να επικαλούνται νίκη.

Τα συνδικάτα θεωρούν ότι κέρδισαν για τα απολυθέντα μέλη τους αποζημιώσεις, ενώ με τη μακράς διάρκειας απεργία τους έστειλαν το μήνυμα σε άλλους εργοδότες να μην επιχειρήσουν παρόμοιο εγχείρημα. Και όντως δεν είχαμε αυτή τη δεκαετία παρόμοιο εγχείρημα τέτοιας έκτασης μετωπικής σύγκρουσης με τα συνδικάτα για την επιβολή της υπεργολαβίας. Όμως τα προσωπικά συμβόλαια, στη βάση των οποίων εργοδοτείται από τότε ολόκληρο το προσωπικό της Λόρδος Χόλντιγκς, αργά αλλά σταθερά εξαπλώθηκαν ως θεσμός σε πολλές ξενοδοχειακές μονάδες μέσα από τις νέες προσλήψεις. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η κάθοδος των κοινοτικών εργαζομένων στην Κύπρο υπήρξε καταλύτης σε αυτή τη διαδικασία με αποτέλεσμα σήμερα οι πλείστες νέες προσλήψεις στην ξενοδοχειακή βιομηχανία είτε αφορούν Κύπριους είτε κοινοτικούς να γίνονται έξω από το πλαίσιο των συλλογικών συμβάσεων και με άτυπη συνεννόηση μεταξύ εργοδοσίας και νεο-προσληφθέντων ότι θα απέχουν από συνδικαλιστική δραστηριότητα.

Η πτώση της συνδικαλιστικής πυκνότητας είναι βέβαια διεθνές φαινόμενο και όχι τόσο έντονο στην Κύπρο, που συγκαταλέγεται στις χώρες με σχετικά ψηλή συνδικαλιστική πυκνότητα (γύρω στο 55%). Παρόλ' αυτά οι προϋποθέσεις για την περαιτέρω πτώση της συνδικαλιστικής πυκνότητας είναι εδώ – η αύξηση των ξένων εργατών, η αυξημένη ροή εργασίας, οι νέες μορφές εργασιακών σχέσεων, η δυσπιστία των εργαζομένων προς τα συνδικάτα με κατηγορίες για ξεπούλημα στους εργοδότες – ενυπάρχουν ως τάσεις μέσα στο εργατικό δυναμικό της Κύπρου και δυνητικά τα κυπριακά συνδικάτα αναμένεται να αδυνατίσουν περαιτέρω. Αυτό αποτελεί δηλωμένο στόχο για μερίδα εργοδοτών που ενστερνίζονται τη νεοφιλελεύθερη κοσμοαντίληψη και θεωρούν τα συνδικάτα “αναχρονισμό” ή “γάγκραινα” για τις επιχειρήσεις. Η προοπτική της περαιτέρω αποδυνάμωσης των συνδικάτων προκαλεί σε πολλούς εργαζόμενους φόβο και ανησυχία, καθώς βλέπουν τους νεαρότερους ανοργάνωτους συναδέλφους τους να εργάζονται με πολύ χειρότερους όρους εργασίας που καθιστούν τις ζωές τους επισφαλείς.

Η επισφαλειοποίηση της εργασίας δεν είναι μόνο ποσοτικό ζήτημα για να αναλωθούμε σε συζητήσεις υπολογισμού του αριθμού των επισφαλώς εργαζομένων. Η επισφαλειοποίηση είναι τάση και ακόμα και αν σήμερα αφορά άμεσα μόνο μια μειοψηφία των εργαζομένων, οι ενδείξεις είναι ότι ως φαινόμενο πιθανόνατα θα γενικευτεί, εκτός και αν υπάρξει εντατικοποίηση της ταξικής σύγκρουσης που θα επιφέρει ανατροπές στο ισυζύγιο δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Πάντως αν κρίνουμε από τις τοποθετήσεις των εργοδοτών αυτή τη δεκαετία, η επίτευξη της ευέλικτης εργασίας αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Ο ΠΑΣΥΔΙΞΕ με ανακοίνωση του (“Πολίτης”, 27/10/2009) εξηγεί μάλιστα ότι «η μορφή ευέλικτης απασχόλησης θα πρέπει να περιλαμβάνει συνδυασμό τριών μορφών απασχόλησης, δηλαδή εκ περιτροπής εργασία, εργοδότηση με μειωμένο ωράριο ή μειωμένης διάρκειας και εργοδότηση λεγόμενη on Call»

Η εργασιακή ευελιξία και η συνθήκη της επισφάλειας

Η ευέλικτη εργασία παίρνει διάφορες μορφές σε διαφορετικούς κλάδους και επαγγέλματα. Η αριθμητική και η χρονική ευελιξία αναφέρεται στη δυνατότητα της εργοδοσίας να αυξομειώνει το προσωπικό της ανάλογα με τις διακυμάνσεις στην αγορά και να κατανέμει τον χρόνο εργασίας του υφιστάμενου προσωπικού σύμφωνα με τις ανάγκες της εταιρείας. Αυτές είναι οι δυο μορφές της εργασιακής ευελιξίας που αναπτύχθηκαν και στην Κύπρο αυτή τη δεκαετία. Οι άλλες μορφές της λειτουργικής και της μισθολογικής ευελιξίας δεν σημειώνουν παρόμοια ανάπτυξη στην Κύπρο και περιορίζονται σε κλάδους και επαγγέλματα όπου παραδοσιακά χαρακτηρίζονταν από συστήματα εναλλαγής σε θέσεις εργασίας και προμήθειας στο μισθό, όπως ο χρηματο-οικονομικός τομέας και το λιανικό εμπόριο.

Στον κλάδο των ξενοδοχοϋπαλλήλων, ένα κλάδο με παραδοσιακές ευελιξίες (λόγω εποχικότητας του τουριστικού προϊόντος και λόγω της χρέωσης υπηρεσίας και του διαμοιρασμού της στο προσωπικό μέσω ενός συστήματος μονάδων) η ευελικτοποίηση που συντελείται σήμερα παίρνει την μορφή της καθημερινοποίησης (casualisation) της εργασίας και της εξατομίκευσης των εργασιακών σχέσεων μέσα από τα προσωπικά συμβόλαια και τους fixed μισθούς. Με τα συμβόλαια ορισμένου χρόνου που ανανεώνονται δημιουργούνται οι “μόνιμα προσωρινοί” εργαζόμενοι που είναι εκτός ωφελημάτων (π.χ. Ταμείο Προνοίας), ενώ με τους fixed μισθούς εξισώνεται ο εργασιακός χρόνος και εξαφανίζεται η έννοια της υπερωρίας και της αργίας. Το ότι για μια σημαντική μερίδα των εργαζομένων, όλες οι εργατοώρες πληρώνονται το ίδιο, εξανεμίζοντας πλήρως τον διαχωρισμό μεταξύ καθημερινής και αργίας έχει βαρύνουσα σημασία για τη μείωση του εργατικού κόστους (για τους εργοδότες) και του εργατικού εισοδήματος.

Στον κλάδο των κατασκευών, η ευελικτοποίηση που συντελείται σήμερα παίρνει τη μορφή της επιστροφής σε ιστορικά προηγούμενες εργασιακές μορφές, όπως την υπεργολαβία και τη δουλειά με το κομμάτι. Βέβαια στην πραγματικότητα αυτές δεν εξαφανίστηκαν ποτέ, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες σημειώνουν αύξηση τόσο διεθνώς όσο και στην Κύπρο. Η τελευταία συλλογική σύμβαση στις οικοδομές καθυστέρησε σημαντικά να ανανεωθεί, καθώς μαινόταν η σύγκρουση συνδικάτων και εργοδοτών για το ζήτημα των υπεργολαβιών. Το θέμα αυτό δεν βρίσκεται τυχαία στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και διοικείται η εργασία και αμείβονται οι εργαζόμενοι. Οι εργοδότες ζητούν την επέκταση του θεσμού της υπεργολαβίας και επικαλούνται την αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού της παραγωγής μέσα από την παροχή οικονομικών κινήτρων στους εργαζομένους, τη μείωση του διοικητικού και εργατικού κόστους και την αποδοτικότερη αξιοποίηση της εργασίας. Τα συνδικάτα αντιτίθενται στην επέκταση των υπεργολαβιών, καθώς θεωρούν ότι έτσι η εργασία θα εντατικοποιηθεί, οι εργαζόμενοι θα απωλέσουν δικαιώματα και ωφελήματα, καθώς θα υπονομευτεί η συλλογική σύμβαση και επομένως θα αποδυναμωθεί και ο ρόλος του συνδικαλιστικού κινήματος. Η υπεργολαβία είναι βέβαια συχνό φαινόμενο στην εργασία των σιδεράδων, καλουπσιήδων, ηλεκτρολόγων, υδραυλικών και μπογιατζιήδων. Εκεί που δεν προχωρά είναι στην καθ' εαυτή οικοδομική εργασία. Είναι ενδιαφέρουσα η κυπριακή γλωσσική εκδοχή της υπεργολαβίας στις οικοδομές ως “καπάλιν”, καθώς αυτή αποτυπώνει με γλαφυρό τρόπο το ζήτημα της εντατικοποίησης της εργασίας που έχει και μια σειρά από αρνητικές συνέπειες για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.

Στο δημόσιο και τραπεζικό τομέα η ευελικτοποίηση της εργασίας συντελείται με πιο αργούς ρυθμούς, καθώς οι εργαζομένοι εκεί έχουν αντίληψη και της δύναμης τους λόγω της κεντρικότητας της θέσης τους στο σύστημα παραγωγής και ισχυρά συνδικάτα που καταφέρνουν να διατηρούν τα κεκετημένα των μελών τους. Παρόλ' αυτά η τάση για περαιτέρω ευελιξία τόσο στην εργασία (λειτουργική, μισθολογική) όσο και στην εργοδότηση (αριθμητική, χρονική) είναι υπαρκτή. Η αύξηση της εξωτερικής ανάθεσης εργασιών (outsourcing) και της μερικής και έκτακτης απασχόλησης τόσο στο δημόσιο όσο και στον τραπεζικό τομέα αποτελούν ενδείξεις για την κατεύθυνση στην οποία κινείται η εργοδοσία. Ήδη από το 2005, η έννοια της εξωτερικής ανάθεσης εργασιών στις τράπεζες εισήχθηκε στη συλλογική σύμβαση για εργασίες αλληλογραφίας, καθαρισμού και ασφάλειας, ενώ στην τελευταία συλλογική σύμβαση (2008) επεκτάθηκε και στις εργασίες μπλε κολάρου, σκαναρίσματος, έρευνας, αρχειοθέτησης και νέων τεχνολογιών.

Η ευελικτοποίηση της εργασίας δεν είναι απλά οργανωτικό και οικονομικό ζήτημα. Έχει συγκεκριμένες κοινωνικές επιπτώσεις. Αφορά κυρίως τους νεαρούς εργαζόμενους, Κύπριους και ξένους που αποκλείονται ή καθυστερούν να μπουν στον κόσμο των δικαιωμάτων και των ωφελημάτων που προκύπτουν από τις προηγούμενες κατακτήσεις της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος. Αυτή η κοινωνική ομάδα που βρίσκεται στον πάτο της εργασιακής ιεραρχίας τόσο από μισθολογική όσο και από επαγγελματική πλευρά είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο φαίνεται. Αντιμετωπίζει πιο έντονα το φόβο της ανεργίας, αναγκάζεται να αποδεχτεί συχνά την άτυπη και ανασφάλιστη εργασία και στην περίπτωση των μεταναστών χωρίς χαρτιά να δεχτεί τους πιο εξευτελιστικούς όρους εκμετάλλευσης (π.χ. απλήρωτη εργασία, δουλεία, σεξουαλική παρενόχληση κ.λ.π.). Η επισφάλεια αποτελεί κοινωνική συνθήκη και αναφέρεται στην έλλειψη εργασιακής σταθερότητας μέσα από τη διαρκή εναλλαγή εργοδότη και εργασιακού χώρου. Δημιουργεί μια αίσθηση διαρκούς προσωρινότητας και εμποδίζει πιο μακρόπνοους σχεδιασμούς της ζωής, βυθίζοντας τα υποκείμενα σε μια καθημερινότητα της επιβίωσης. Σε μακρο-κοινωνιολογικό επίπεδο ενισχύει το θεσμό της οικογένειας, που αναλαμβάνει να παρέχει ένα δίχτυ ασφάλειας συμπληρώνοντας τις ελλείψεις ενός ανεπαρκούς συστήματος πρόνοιας. Οι μετανάστες εργαζόμενοι, που αποστέλλουν κιόλας μέρος του ισχνού μισθού στους δικούς τους στο εξωτερικό, βυθίζονται στη στέρηση και την εξαθλίωση, στοιβαγμένοι σε διαμερίσματα τρώγλες σε υποβαθμισμένες περιοχές των κυπριακών πόλεων βόρεια και νότια της πράσινης γραμμής.

Όμως η συνθήκη της επισφάλειας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως κοινωνικο-οικονομική κατάσταση και να αναλύεται με όρους φτώχειας και αποκλεισμού. Εμπεριέχει και συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο, ένα πλαίσιο ριζοσπαστικής ελευθερίας από τα συστημικά δεσμά, στο οποίο οι εργαζόμενοι δεν έχουν να χάσουν τίποτε πέραν από την κακοπληρωμένη τους εργασία. Βέβαια αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα με αμφισβήτηση της εργοδοτικής εξουσίας, πόσον μάλλον με ένα ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα. Όμως ο αποκλεισμός τους από βασικά ωφελήματα, όπως 13ος μισθός, πληρωμένη άδεια, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και πιο συχνά από δευτερεύοντα όπως ευκολίες δανειοδότησης, επαγγελματική κατοχύρωση και άλλα επιδόματα, δημιουργεί ένα αίσθημα αδικίας που μπορεί να τροφοδοτήσει δυναμικές κινητοποιήσεις και να αναγκάσει τα συνδικάτα να εμπλακούν για να ηγηθούν του αγώνα, όπως είδαμε πρόσφατα στην απεργία στο Jumbo το 2008 και στο Cafe La Mode το 2009.

Η εργατική αντίσταση στους εργασιακούς χώρους σήμερα μπορεί να μην βγαίνει συχνά στο πολιτικό προσκήνιο, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά δεν παύει να είναι αδιάκοπη και πολύμορφη. Από την άτυπη παράκαμψη της ιεραρχίας και την ανυπακοή στις οδηγίες του προϊστάμενου, την εγκατάλειψη της εργασίας, την κωλυσιεργία και το σαμποτάζ, στη διεκδίκηση συγκεκριμένων αιτημάτων, είτε μισθολογικών είτε σε σχέση με τις εργασιακές συνθήκες, οι εργατικοί αγώνες είναι συνεχείς και διεξάγονται πολλές φορές έξω από τα συνδικαλιστικά πλαίσια. Και αυτό γιατί η απόσταση που αναπτύσσεται μεταξύ των έμμισθων συνδικαλιστών και των εργαζομένων λόγω της υπολειτουργίας πολλών τοπικών επιτροπών δεν επιτρέπει στα συνδικάτα να αφουγκραστούν και να εκφράσουν πολιτικά τα εργατικά αιτήματα. Το γεγονός όμως ότι οι ταξικές συγκρούσεις απουσιάζουν συνήθως από τη δημόσια σφαίρα, εκτός όταν αφορούν την εργατική αριστοκρατία, είναι ενδειχτικό μιας ευρύτερης αδυναμίας του εργατικού κινήματος – της πολυδιάσπασης της εργατικής τάξης στη βάση των δεξιοτήτων και του εκπαιδευτικού επιπέδου, της ηλικίας και της προϋπηρεσίας, του φύλου και της εθνότητας. Αυτή η πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης είναι ο βασικός λόγος της διατήρησης της ηγεμονίας του κεφαλαίου.

Το μέλλον του εργατικού κινήματος

Μέσα στις συνθήκες της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, της ευελιξίας και της επισφάλειας, όπως περιγράφηκαν πιο πάνω, και με δεδομένη τη μετανάστευση τόσο από ευρωπαϊκές όσο και από τρίτες χώρες, οι οιωνοί δεν είναι είναι ευνοϊκοί για το εργατικό κίνημα. Ο συνδικαλισμός βρίσκεται σε διαδικασία παρακμής και αδυνατεί να εντάξει στους κόλπους του μια σημαντική μερίδα εργαζομένων που συγκροτούν την περιφέρεια της εργατικής τάξης. Η πολυδιάσπαση της εργατικής τάξης στις συνθήκες της οικονομίας των υπηρεσιών δεν συνιστά απλώς οργανωτικό αλλά κυρίως πολιτικό ζήτημα. Είναι διατεθημένα τα συνδικάτα να προχωρήσουν σε μια προσπάθεια ενοποίησης της εργατικής τάξης μέσα από συγκεκριμένες επιθετικές πολιτικές διεκδίκησης ή θα μείνουν απλώς ουραγοί των εξελίξεων σε άμυνα για τη διατήρηση κεκτημένων που διαβρώνονται από τις συνθήκες της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης;

Μπορούν σήμερα τα συνδικάτα βόρεια και νότια της πράσινης γραμμής να συνεργαστούν με ουσιαστικό και όχι απλώς τυπικό τρόπο (όπως το υφιστάμενο Πανσυνδικαλιστικό Φόρουμ) για να εκφράσουν τα συμφέροντα της κοινωνικής τάξης που εκπροσωπούν; Μπορούν να αναπτύξουν σήμερα στις συνθήκες της ιδεολογικής ισοπέδωσης ένα νέο ορισμό της εργατικής ταυτότητας που θα περιλαμβάνει Ε/κ και Τ/κ, Κυπρίους και ξένους, δίνοντας καινούργια ώθηση στον ταξικό ανταγωνισμό; Αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν σε θεωρητικό επίπεδο. Είναι ζητήματα συνείδησης και πράξης. Αν μπορούμε όμως να αντλήσουμε ένα συμπέρασμα από την ιστορία είναι ότι τα πολιτικά σχήματα εκφράζουν κοινωνικο-οικονομικές και πολιτιστικές-ιδεολογικές τάσεις και καταστάσεις. Και αν τα κυπριακά συνδικάτα συνεχίσουν να αγνοούν τις νέες πραγματικότητες, όπως π.χ. τη ροή εργασίας, τις συνέπειες της μετανάστευσης, την επισφάλεια, είναι αναμενόμενο ότι θα εμφανιστούν νέες μορφές οργάνωσης της εργατικής αντίστασης, ψήγματα των οποίων είδαμε ήδη στο εξωτερικό π.χ. άτυπα δίχτυα αλληλεγγύης, αυτόνομες ενώσεις, εργατικές συλλογικότητες και πρωτοβουλίες, συμμαχίες με καταναλωτές κ.λ.π. Τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.

Πηγές

Έρευνα πεδίου του συγγραφέα (7 case studies: παρατήρηση εργασιακών χώρων, συνεντεύξεις, έγγραφα) στα πλαίσια εκπόνησης διδακτορικής διατριβής στην Κοινωνιολογία με θέμα τις εργασιακές σχέσεις στην Κύπρο.

Christodoulou Demetrios, Inside the Cyprus miracle: the labours of an embattled mini economy, University of Minnesota, 1992

Ιωάννου Μιχαλάκης, Οι εργατικοί αγώνες της ΣΕΚ, Λευκωσία, 2002

Ioannou Christina, The eager Europeanisation of Cypriot social policy, unpublished doctoral dissertation, 2007

Kattos Sotiris, State, capital and labour in Cyprus, unpublished doctoral dissertation, 1999

Kurtulush Hatice, Purkis Semra, Αθέατες τάξεις και φύλα – Μεταναστευτικά κύματα από την Τουρκία στη βόρεια Κύπρο: οι απομονωμένοι μετανάστες – αδήλωτοι εργάτες της Λευκωσίας, Κοινωνία και Επιστήμη 112, 2008 (τούρκικη έκδοση)

Παλαιολόγος Νίκος, Εργασία και συνδικάτα στον 21ο αιώνα, ΙΝΕ, Αθήνα, 2006

Panayiotopoulos Prodromos, Cyprus: the developmental state in crisis, Capital and class, n.57, 1995

Παναγιώτου Αντρέας, Ερμηνεύοντας τον πατριωτισμό της Κυπριακής Αριστεράς, στην έκδοση Ν. Τριμικλινιώτη, Το πορτοκαλί της Κύπρου, 2005

ΠΕΟ, 1956-1986 – 30 χρόνια κοινωνικές ασφαλίσεις, 1987

ΠΕΟ, Ιστορία ΠΣΕ-ΠΕΟ 1941-1991, Λευκωσία, 1991

Slocum John, The development of labour relations in Cyprus, Nicosia, 1974

Sparsis Mikis, Tripartism and industrial relations, Nicosia, 1998

Σπαρσής Μίκης, Το Κυπριακό σύστημα εργατικών σχέσεων, Λευκωσία, 1995

Στατιστική υπηρεσία, Εργατικές στατιστικές 2004, 2005

Στατιστική υπηρεσία, Έρευνα εργατικού δυναμικού 2006

Τριμικλινιώτης Νίκος, Ρατσισμός, μετανάστες και εργασία σε μια μετα-Ευρωπαϊκή χώρα – Κύπρος (υπό έκδοση)

Trimikliniotis Nicos and Pantelides Panayiotis, Mapping discriminatory landscapes in Cyprus: ethnic discrimination in the labour market, The Cyprus Review, Vol. 15 n.1, spring 2003

Υπουργείο Εργασίας, Ετήσιες εκθέσεις 1989, 2008 και Πίνακας μισθωτών-οργανωμένων από Αρχείο Εφόρου Συντεχνιών