Tuesday, October 28, 2008

Το κύκνειο άσμα του εθνικισμού

Επειδή ο πανικός των συντηρητικών κύκλων για την αλλαγή της διδασκόμενης ιστορίας συνεχίζεται, θα αποπειραθώ να παρουσιάσω κάποιες θέσεις για τις αιτίες αυτού του πανικού. Η αντίδραση στην απόπειρα εκσυγχρονισμού της ελληνοκυπριακής παιδείας έχει δομικά αίτια. Δεν μπορεί να αναλυθεί σε επίπεδο αφορμών που τάχα έδωσε το ΑΚΕΛ, επειδή αυτό αποτελεί την επιφάνεια, όχι την ουσία. Η ουσία της αντίδρασης είναι η γενικότερη υποχώρηση της εθνικιστικής λογικής που φαίνεται να έχει ηττηθεί σε κοινωνικό επίπεδο. Έτσι οι συντηρητικοί κύκλοι φωνάζουν πια για να ακουστούν. Πρόκειται όμως για το κύκνειο άσμα τους. Πέρασαν ανεπιστρεπτί οι εποχές όπου τα λόγια τους δεν δεχόντουσαν αμφισβήτηση. Σήμερα υπάρχουν ερευνητές που αποδομούν τον εθνικιστικό λόγο αντί να τον αναπαράγουν. Που μελετούν την ιστορία αντί να την μυθοποιούν. Που είναι πρώτα από όλα επιστήμονες και μετά δημόσιοι υπάλληλοι.

Η διαδικασία της επανένωσης δεν είναι τυχαίο που έχει ξεκινήσει τώρα. Είναι επειδή τώρα υπάρχει το απαιτούμενο ιστορικό πλαίσιο, οι απαραίτητες δηλαδή κοινωνικές προϋποθέσεις και οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες. Πρόκειται για την υποχώρηση του εθνικισμού σε κοινωνικό επίπεδο που αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο και προέρχεται μέσα από την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης που σχετικοποιεί τη κρατική κυριαρχία επιτρέποντας αυξημένες διασυνοριακές επαφές. Από την μια η μετανάστευση και από την άλλη η οικονομική διεθνοποίηση έχουν μεταλλάξει τόσο την σύνθεση των εθνικών κρατών όσο και την σημασία τους στο καινούργιο παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Σε αυτό συνέβαλε και η διεθνιστική δράση των κινημάτων που αμφισβήτησε το έθνος ως αποκλειστική μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Στην νότια πλευρά της Κύπρου ήδη από την δεκαετία του 90 η κάθοδος των μεταναστών από τη μια και των ξένων επενδύσεων από την άλλη έχουν εμπλέξει την κοινωνία μας στα παγκόσμια δίχτυα κεφαλαίου και εργασίας. Η πολυεθνοποίηση της εργασιακής διαδικασίας μεταλλάσσει τις σχέσεις της καθημερινότητας των ε/κ καθώς αυτοί έρχονται σε επαφή με άλλες εθνότητες. Κατ' επέκταση επηρεάζει και τον τρόπο που οι ε/κ αντιλαμβάνονται σήμερα το Κυπριακό. Η βελτίωση των διακοινοτικών σχέσεων αυτή την δεκαετία με αποκορύφωμα το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 ανατρέπει την μονόπλευρη και μονοδιάστατη εθνική αντίληψη καθώς οι ε/κ έρχονται σε επαφή με τ/κ και μαθαίνουν περισσότερα και για την δική τους εκδοχή της σύγκρουσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την διάβρωση της κυρίαρχης αντίληψης μέσα από τις διαδικασίες απομυθοποίησης και αποδόμησης που πραγματοποιούνται σε κοινωνικό επίπεδο και επηρεάζουν εντέλει και την πολιτική που ακολουθείται σε κρατικό επίπεδο.

Το ΑΚΕΛ με την εκλογή του στην εκτελεστική εξουσία επανατοποθέτησε την ιστορία του Κυπριακού σε τρία σημεία – αναγνώρισε τελεσίδικα τους τ/κ ως κοινότητα αποδεχόμενο την αρχή της πολιτικής ισότητας που ουσιαστικά χρονολογείται από το 1958, αναγνώρισε την Κυπριακή Δημοκρατία ως συνεταιρικό κράτος των δυο κοινοτήτων και αναγνώρισε το ελληνοκυπριακό μερίδιο ευθύνης για τις ταραχές / φασαρίες / συγκρούσεις του 1963-67. Έτσι έκανε ουσιαστικά τρία βήματα προς την τ/κ κοινότητα και προς την επίλυση της δικοινοτικής διαφοράς. Αυτά τα βήματα προκάλεσαν τις συντηρητικές δυνάμεις του στάτους κβο με πρώτο το ΕΥΡΩΚΟ και δεύτερους την ΕΔΕΚ και τους Οικολόγους. Ο Κουτσού το είπε πρώτος ανοιχτά και ξεκάθαρα. Δεν πρέπει να λέμε ότι ήταν συνεταιρισμός επειδή τότε με την αποχώρηση των τ/κ το κράτος (μας) δεν υφίσταται. Παραδέκτηκε δηλαδή έστω και εν είδη άρνησης, ότι η μονοπώληση του κράτους από την ε/κ κοινότητα αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι την επίλυση του. Επειδή αν ήμασταν συναίτεροι με τους τ/κ το 1960 πρέπει να αποδείξουμε ότι αυτοί ευθύνονται αποκλειστικά για την διάλυση του δικοινοτικού κράτους. Έτσι ακολουθούν ο Ομήρου και ο Περδίκης που μας τονίζουν το κυρίαρχο εννοιακό πλαίσιο της “τουρκο-ανταρσίας” ή της “τουρκοκυπριακής ανταρσίας”.

Βέβαια η έννοια της “τουρκο-ανταρσίας” κατασκευή του ΕΟΚΑτζικου κατεστημένου βασίζεται σε μια αντίληψη των τ/κ ως προδοτών και ως εχθρών εντός των τειχών που αρνήθηκαν να αποδεχτούν την κυπριακή ανεξαρτησία. Όμως η έννοια της Κύπρου και της ανεξαρτησίας της σε αυτή τη λογική δεν μπορεί να διαχωριστεί από την “λογική του ελληνισμού” που δεν μπορεί να κατανοήσει την Κύπρο αυτόνομα αλλά μόνο στην χειρότερη περίπτωση ως ελληνική επικράτεια και στην καλύτερη ως δεύτερο ελληνικό κράτος. Αυτή η λογική έχει ξεπεραστεί μέσα από την μετα-αποικιακή εμπειρία που ακολούθησε. Τώρα η πλειοψηφία των Κυπρίων βόρεια και νότια της πράσινης γραμμής αντιλαμβάνεται την Κύπρο ως αυτόνομη οντότητα και αυτό είναι αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής πορείας που δεν επέτρεψε την εδραίωση και την νομιμοποίηση του διαχωρισμού που επιβλήθηκε οριστικά το 74. Το δικοινοτικό κράτος του 60, πέρα από τη συνταγματική του περιπλοκότητα απέτυχε τελικά επειδή λίγοι πίστεψαν σε αυτό. Οι εθνικιστικές ηγεσίες των δυο κοινοτήτων και οι παραστρατιωτικές τους ομάδες κατάφεραν να επιβάλουν τον διαχωρισμό και την πρώτη διχοτόμηση. Όμως το πέτυχαν αυτό επειδή τότε η εθνικιστική αντίληψη καθόριζε την ιδεολογική ορθοδοξία. Σήμερα αν οι δυο κοινότητες προχωρήσουν σε συμφωνία, οι δυνάμεις του εθνικισμού δεν έχουν πια ούτε το κοινωνικό ούτε το πολιτικό έρισμα να την ανατρέψουν. Και αυτό είναι επειδή η εποχή της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Thursday, October 23, 2008

on history

To hearken back to a set of "historical precedents" which are supposed to anticipate and prefigure the present movements of the workers - this is always reactionary, always a conservative force acting to block the present movement and control it within the limited horizons of those who control the course of history today, of those who therefore control the development of society. Nothing is more alien to the working class point of view than the opportunistic cult of historical continuity; nothing more repugnant than the concept of "tradition". Workers recognise only one continuity - that of their own, direct political experiences; one sole tradition - that of their struggles.

Mario Tronti, 1965

Tuesday, October 14, 2008

Time is money

The first generation of factory workers were taught by their masters the importance of time; the second generation formed their short-time work committees in the ten-hour movement; the third generation struck for overtime or time-and-a-half. They had accepted the categories of their employers and learned to fight back within them. They had learnt their lesson, that time is money, only too well.

E.P. Thompson, 1967

Tuesday, October 7, 2008

εργασία και χαρά

As employees, men are reminded of the rational organisation and urged to fit in like sensible people. As customers, the freedom of choice, the charm of novelty is demonstrated to them on the screen or in the press by means of the human and personal anecdote. In either case they remain objects.

Theodor Adorno, The dialectic of enlightenment

Wednesday, September 24, 2008

Η ιστορία που δεν διδάσκεται

“Ένα γυμνάσιο, δυο δημοτικά και λίγοι σύλλογοι,
παντοπωλεία, καφενεία και κουρεία,
ανάμεσα τους τριγυρνάνε οι δοσίλογοι
για να προσέχουν μην αλλάξει η ιστορία...”

Επαρχία 1978, Αντώνης Βαρδής, Πάνος Φαλάρας

Με αφορμή το θόρυβο που δημιουργήθηκε με τη δήθεν προσπάθεια του ΑΚΕΛ να “αλλάξει την ιστορία” θα επιχειρήσω να παρουσιάσω κάποιες θέσεις για τη σχέση της ιστορίας με την πολιτική με στόχο τη σκιαγράφηση του τι πραγματικά διακυβεύεται στην παρούσα αντιπαράθεση. Πρόκειται στην πραγματικότητα για δυο αλληλοεξαρτώμενα ζητήματα που είναι όμως αναλυτικά διακριτά: από τη μια είναι ο καθορισμός του περιεχομένου της επίσημης ιστορίας και από την άλλη είναι ο τρόπος μετάδοσης αυτού του περιεχομένου στην επόμενη γενιά μέσα από την εκπαίδευση.

Το συντηρητικό στρατόπεδο που αντιτίθεται στην εκπαιδευτική μεταρύθμιση γενικά επικεντρώνεται στο θέμα της διδασκαλίας της ιστορίας και κατηγορεί το ΑΚΕΛ για “εργαλειοποίηση της ιστορίας” και “ιδεολογικοποίηση του μαθήματος”. Η ρητορική αυτή δεν είναι τόσο αφελής και αθώα όσο φαίνεται. Σε ένα πρώτο επίπεδο απευθύνεται στον φιλελεύθερο πολιτικό χώρο που αντιλαμβάνεται την επιστήμη ως καθ' αυτήν αξία που βρίσκεται έξω από τις ιδεολογικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Πρόκειται όμως για ρητορική καθώς το συντηρητικό στρατόπεδο δεν συμμερίζεται στην πραγματικότητα την φιλελεύθερη κοσμοαντίληψη. Αυτό που ενοχλεί δεν είναι η “εργαλειοποίηση” ή η “ιδεολογικοποίηση” καθ' αυτή, αλλά το είδος, ο χαρακτήρας και το περιεχόμενο της εργαλειοποίησης και ιδεολογικοποίησης. Όταν για παράδειγμα την προηγούμενη δεκαετία προωθούνταν η “ελληνοκεντρική παιδεία” με στόχο την “καλλιέργεια εθνικής συνείδησης” δεν βγήκε κανείς να εναντιωθεί για την προσαρμογή της εκπαίδευσης σε ιδεολογικές και πολιτικές σκοπιμότητες. Σήμερα όμως που οι πολιτικοί στόχοι αφορούν την “ειρηνική συνύπαρξη” και την “αναγνώριση και αποδοχή της πολυπολιτισμικότητας”, έχουμε αντιδράσεις στο όνομα της αξιολογικά ουδέτερης εκπαίδευσης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο η ρητορική αυτή αρθρώνεται συστημικά, μέσα από την οπτική της υφιστάμενης κοινωνικο-οικονομικής εξουσίας, που θεωρεί ότι η δική της αντίληψη δεν αποτελεί ιδεολογία αλλά πραγματικότητα, ότι η δική της άποψη δεν είναι πολιτική αλλά πλαίσιο του τι συνιστά αποδεκτή πολιτική. Η κυρίαρχη ιδεολογία συντηρείται ως κυρίαρχη στο βαθμό που καταφέρνει να περνιέται ως αντικειμενική αλήθεια. Για να κατασκευαστεί όμως αυτή η “μια αντικειμενική αλήθεια” χρειάζεται να αποσιωποιηθούν άλλες, εναλλαχτικές φωνές.

Η άνοδος του ΑΚΕΛ στην εκτελεστική εξουσία δημιουργεί για πρώτη φορά συνθήκες επανακαθορισμού της κυρίαρχης ιδεολογίας μέσα από την ενσωμάτωση της μέχρι τώρα περιθωριοποιημένης αριστερής εκδοχής. Ιδιαίτερα μάλιστα αφού η βασική προεκλογική υπόσχεση της Αριστεράς είναι η λύση του πολιτικού προβλήματος και η επανένωση της χώρας. Τόσο η άνοδος του ΑΚΕΛ στην εξουσία όσο και η διαδικασία της επανένωσης αποτελούν ιστορικές εξελίξεις που αναπόφευκτα θέτουν ζήτημα επανακαθορισμού του περιεχομένου της επίσημης ιστορίας. Οι διακοινοτικές σχέσεις στην οθωμανική και βρετανική περίοδο, οι ταξικοί αγώνες, η αντίσταση στον ενωτικό εθνικισμό της μετα-αποικιακής περιόδου, πτυχές που εν πολλοίς καθόρισαν τη σύχρονη κυπριακή ταυτότητα γενικά και την εικόνα της Αριστεράς πιο συγκεκριμένα, διεκδικούν σήμερα θέση στη μεγάλη αφήγηση που ονομάζεται επίσημη ιστορία. Βέβαια το ζητούμενο από μια ριζοσπαστική οπτική δεν είναι απλώς η συμπερίληψη μιας άλλης “αιρετικής” εκδοχής στη βασική “ορθόδοξη” εκδοχή, αλλά η αποδόμηση της εθνοκεντρικής αφήγησης και η ανάδειξη του πολυπρισματικού και πολυεπίπεδου χαρακτήρα της ιστορίας που επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών και αναγνώσεων.

Ένας πραγματικός εκσυγχρονισμός της ελληνοκυπριακής παιδείας οφείλει κατ' αρχάς να αναγνωρίσει την αυτονομία της ιστορίας ως επιστήμης και να μην την εντάσσει στην ευρύτερη εκμάθηση της γλώσσας. Αυτή η ταύτιση (εθνικής) γλώσσας και (εθνικής) ιστορίας δεν είναι τυχαία. Αποτελεί τη μέθοδο της κατασκευής της εθνικής ταυτότητας μέσα από τη μονοδιάστατη και μονόπλευρη παρουσίαση της δήθεν διαχρονικής (στην πραγματικότητα δια-ιστορικής και ανιστόρητης) πορείας του “έθνους”. Μέσα από την κυρίαρχη φιλολογική οπτική, τα μυθικά στοιχεία ενσωματώνονται πιο ανεπαίσθητα και πιο “αθώα” στη μεγάλη αφήγηση που κατασκευάζεται με λογοτεχνική μεν μαεστρία αλλά σε βάρος της επιστημονικής μεθοδολογίας. Αυτό φαίνεται να είναι ελληνικό φαινόμενο, καθώς σε άλλα κράτη (όπου ο εθνικισμός δεν αποτελεί πια την κυρίαρχη οπτική) το μάθημα της ιστορίας διαχωρίζεται από αυτό της γλώσσας. Η ιστορία που διδάσκεται σε άλλες χώρες είναι διεθνής και παγκόσμια, ενώ προωθείται ταυτόχρονα και η τοπική ιστορία μέσα από την προφορική παράδοση. Έτσι από τη μια οι μαθητές αποκτούν μια πιο σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα του παγκόσμιου ιστορικού γίγνεσθαι, ενώ ταυτόχρονα μπορούν να συμμετάσχουν οι ίδιοι στη συγγραφή της τοπικής τους ιστορίας μέσα από συνεντεύξεις που παίρνουν από ηλικιωμένους συγγενείς και γείτονές τους. Η διεθνοποίηση της ιστορίας και η προώθηση της προφορικής ιστορίας στην εκπαίδευση αποτελούν αδήριτη αναγκαιότητα στο κυπριακό πλαίσιο καθώς από τη μια, λόγω γεωγραφίας και μεγέθους οι διεθνείς εξελίξεις επηρέασαν και επηρεάζουν σε τεράστιο βαθμό την κυπριακή πραγματικότητα και από την άλλη η ραγδαία μεταμόρφωση της κυπριακής κοινωνίας μέσα σε τρεις γενιές καθιστά την προφορική ιστορία ως πηγή αστείρευτης γνώσης που μπορεί να αποκτηθεί άμεσα από τους ίδιους τους μαθητές και όχι να μεταδοθεί σε αυτούς μέσα από τα βιβλία.

Η ιστορία αποτελεί εν τέλει την εικόνα μιας κοινωνίας για το παρελθόν της καθώς αυτή βιώνει το παρόν και οραματίζεται το μέλλον της. Μια κοινωνία που θέλει να προχωρήσει μπροστά και να αλλάξει το μέλλον της είναι υποχρεωμένη να αλλάξει και την εικόνα του παρελθόντος της. Δεν μπορούν τα στεγανά πλαίσια που η ίδια κατασκεύασε στο παρελθόν να προβάλλουν ως εμπόδια στη δημιουργία του μέλλοντος της. Η Κύπρος βρίσκεται ήδη σε διαδικασία επανένωσης, στα πλαίσια μιας δικοινοτικής συμφιλίωσης. Λογικό είναι να προβληθεί επί τέλους η μέχρι τώρα καταπιεσμένη δικοινοτική πτυχή της ιστορίας της και να γίνει αυτοκριτική για τους ανταγωνιζόμενους εθνικισμούς που εγκλώβισαν τις δυο κοινότητες στα αδιέξοδα των μακροχρόνιων εθνικών αγώνων και εμπόδισαν την ειρηνική συνύπαρξη και τον ομαλό πολιτικό βίο.


Γρηγόρης Ιωάννου

Sunday, September 14, 2008

Εκπαιδευτική μεταρύθμιση τώρα! Η διαδικασία της επανένωσης δεν σταματά!

...Είναι αυτονόητο ότι η επανένωση της πατρίδας μας περνά μέσα από την ομοσπονδία. Άλλωστε αυτή είναι και η επίσημα διακηρυγμένη πολιτική μας, η οποία στηρίζεται από όλα σχεδόν τα πολιτικά κόμματα του τόπου. Αν πετύχουμε λοιπόν την πολυπόθητη λύση, αυτό θα γίνει για τη νέα γενιά, η οποία θα κληθεί ως εκ τούτου, να συμβιώσει με το σύνοικο στοιχείο. Μια γενιά την οποία δυστυχώς γαλουχήσαμε με τα συνθήματα "καλός Τούρκος, νεκρός Τούρκος" και βάλε. Στις εθνικές γιορτές εκφωνούσαμε ασυλλόγιστα πύρινους λόγους φαρμακώνοντας έτσι τις καρδιές των παιδιών μας με κίβδηλο εθνικισμό, επωάζοντας έτσι σιγά-σιγά το αυγό του φιδιού και δημιουργώντας μικρά φασιστάκια. Ποιος οφείλει λοιπόν να ξεριζώσει το ρατσισμό και τον εθνικισμό από τις καρδιές των παιδιών μας αν όχι η παιδεία; "Παιδεύεσθαι και εθίζεσθαι προς τας πολιτείας" διακήρυττε ο Αριστοτέλης. Η παιδεία μας οφείλει να εθίσει τους νέους προς τη νέα πολιτεία στην οποία προσβλέπουμε. Η καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης και αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων είναι μέλημα της παιδείας και αποτελεί υπό τας περιστάσεις μονόδρομο...(Θεοδώρου)

...Αυτός ο τόπος δεν πάει πίσω στο παρελθόν. Γύρισε σελίδα οριστικά και κοιτάζει μπροστά. Η πατριδοκαπηλία έκανε τον κύκλο της και δεν πουλά πια. Η συμφιλίωση με τους ανθρώπους με τους οποίους υποτίθεται πως έχουμε αποφασίσει να ζήσουμε μαζί σε ένα συνεταιρικό κράτος δεν είναι απλώς μια επιλογή, είναι αναγκαιότητα. Και είναι δύσκολο το έργο. Απαιτείται πρώτα από όλα αμοιβαιότητα. Και οι δυο κοινότητες πρέπει να κάνουν υπερβάσεις και να αλλάξουν στρεβλωμένες αντιλήψεις και πρακτικές. Όμως δεν μπορεί να περιμένει ο ένας τον άλλο να κάνει την αρχή. Ας την κάνουμε εμείς. Αυτό δείχνει ωριμότητα και αίσθημα ευθύνης, αλλά και αυτοπεποίθηση...(Γεωργίου)

...Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα υποβοηθείτο με την κατάργηση της θρησκευτικής επιτήρησης της παιδείας, δηλαδή με την κατάργηση των θρησκευτικών, δεδομένου ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ανεξίθρησκη. Η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση πρέπει να είναι προσωπική και οικογενειακή υπόθεση ενός εκάστου και όχι θεσμική υποχρέωση του κοινωνικού συνόλου. Θα υποβοηθείτο επίσης με την εισαγωγή της τουρκικής γλώσσας, αφού εξ αντικειμένου και εκ του συντάγματος έχουμε μία διεθνοτική κοινωνία. Περαιτέρω, η εισαγωγή του μαθήματος της Κοινωνιολογίας θα ενίσχυε την κοινωνική αντίληψη των πραγμάτων περί των κοινωνικών αντιθέσεων και συμφερόντων...(Κάττος)

...Είναι ευρύτατα γνωστό πως ο εθνικιστικός λόγος δομείται με την ύπαρξη ενός άλλου που μας απειλεί "όντας" βάρβαρος. Και την ύπαρξη ενός "εμείς" που απολαμβάνει έως και μια άρρηκτη σχέση με την Ιστορία καθ' αυτή, τον Θεό/ούς. Εδώ είναι πολύ σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι, στην Κύπρο - από τον 19ο αιώνα και εντεύθεν - οι ομιλούντες ελληνικά στην πλειονότητά τους θέλουν να ταυτίζονται με ένα Ελληνικό Χριστιανικό έθνος. Για τους ίδιους η Ιστορία θέλει εαυτούς και προγόνους να αντιστέκονται σε βαρβάρους που ήθελαν/θέλουν όπως διαβρώσουν ή/και αφανίσουν την Ελληνική ταυτότητά τους. Και ανάλογα κατ' αυτούς όσοι τολμούν να ασκήσουν κριτική σ' αυτή την ερμηνεία της ιστορίας είναι εχθροί του έθνους. Δυστυχώς για την Κύπρο, η διάγνωση του λόγου των προαναφερθέντων ως ρατσιστικού και εθνικιστικού είναι έγκυρη. Και οι μεταρρυθμιστές της παιδείας μας, και οι υπόλοιποι εμείς αντιρατσιστές και αντεθνικιστές ας μην προσπαθούμε να αποποιηθούμε των όσων μας καταλογίζουν. Ναι, λοιπόν, είμαστε εδώ για να καταρρακώσουμε τον ρατσισμό και τον εθνικισμό στην κοινωνία μας. Και πρώτο και βασικότερο βήμα στην επιτέλεση του έργου αυτού είναι να το πετύχουμε μέσω της Παιδείας. Μιας Παιδείας που θα έχει το ελληνικότερο των χαρακτηριστικών: την κριτική σκέψη ή φιλοσοφία. Και για να παραφράσω τον Θαλή τον Μιλήσιο. Εμείς δοκιμάσαμε την ελληνοχριστιανική σας Παιδεία για τόσα χρόνια. Είναι σειρά σας τώρα να δοκιμάσετε την Παιδεία του Διαφωτισμού...(Δευτεράς)

Wednesday, September 3, 2008

Η πρώτη δικοινοτική διαδήλωση στην Κύπρο με σύνθημα ειρήνη-επανένωση.

1η Σεπτεμβρίου 2008. Δυο πορείες που ενώθηκαν στην νεκρή ζώνη. Άναψαν κεράκια, τραγούδησαν και χόρεψαν. Φώναξαν συνθήματα, ανέμισαν σημαίες. 600 άνθρωποι. Επαναπροσεγγιστές δασκάλοι, αριστεριστές και αναρχικοί. Συνοδεύτηκαν από τις αστυνομίες τους μέχρι τα οδοφράγματα. Οι τ/κ ήταν για άλλη μια φορά πλειοψηφία παρόλο που δέχτηκαν ένας ένας τον έλεγχο ταυτοτήτων πριν περάσουν. Οι ε/κ δεν κατάφεραν να φωνάξουν συνθήματα όλοι μαζί. Μάλλον μας λείπει η κουλτούρα των κινητοποιήσεων, κάτι που χαρακτηρίζει τους τ/κ τουλάχιστον αυτήν την δεκαετία. Το μόνο σύνθημα που φωνάχτηκε δικοινοτικά ήταν στα τούρκικα. Κιπριστάν μπαρίς εγκελλενεμέζ. Κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την ειρήνη στην Κύπρο. Αυτό ας το χωνέψουν καλά οι ηγέτες που ξεκινούν τις συνομιλίες σήμερα.