Thursday, February 28, 2013

Εν κατακλείδι

Και τώρα φίλοι μου είναι αργά
μια καληνύχτα στη μαμά
και λίγη στάχτη στα μαλλιά
καιρός να πούμε αντίο.

Σκέπασαμε όλους τους νεκρούς
με αρρωστιάρικους ψαλμούς
κλόουν με σοβαρούς σκοπούς
γυμνοί μέσα στο κρύο.

Κατά τα άλλα εσείς
που σαστε υγιείς
και αξιοπρεπείς
βοηθήστε μας και λίγο.
Δώστε μας πνοή
στέγη και τροφή
μια ιδέα στεγανή
που να μην μπάζει κρύο.

Πουλάμε σώμα και ψυχή
δώστε μας λίγη προσοχή
στα υπόγεια μαύροι ποντικοί
λουφάζουνε δύο-δύο.

Παίρνουμε σβάρνα τους γιατρούς
αδύνατοι μπροστά στους δυνατούς
και συναντάμε ξέμπαρκους Θεούς
που χάσανε το πλοίο.

Κατά τα άλλα εσείς
που σαστε υγιείς
και αξιοπρεπείς
βοηθήστε μας και λίγο.
Δώστε μας πνοή
στέγη και τροφή
μια ιδέα στεγανή
που να μην μπάζει κρύο.

Παύλος Σιδηρόπουλος, 1978, Φλου

Sunday, February 24, 2013

Βραδιάζει


Βραδιάζει πάλι σήμερα βραδιάζει
κι έρχεται η ώρα η δικιά μου
Αυτή που σαν πουκάμισο ταιριάζει
με τη μελαγχολία στη καρδιά μου, βραδιάζει

Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί
με τους κυρίους στα κασμίρια τους σφιγμένους
Εγώ τη νύχτα μόνο ζω μαζί με κείνους π’ αγαπώ
με τους παράνομους και τους αδικημένους

Βραδιάζει πάλι σήμερα βραδιάζει
και τότε το τραγούδι σιγοπιάνω
Σαν μάνα το σκοτάδι μ’ αγκαλιάζει
μια τέτοια ώρα θέλω να πεθάνω, βραδιάζει

Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί
με τους κυρίους στα κασμίρια τους σφιγμένους
Εγώ τη νύχτα μόνο ζω μαζί με κείνους π’ αγαπώ
με τους παράνομους και τους αδικημένους

Σώτια Τσώτου, Χρίστος Νικολόπουλος,
Στέλιος Καζαντζίδης, 1991

Friday, February 22, 2013

Άννα μη κλαις

Μιλάνε για καιρούς δοξασμένους, και πάλι
(Άννα μην κλαις)
θα γυρέψουμε βερεσέ απ’ τον μπακάλη.

Μιλάνε για του έθνους, ξανά, την τιμή
(Άννα μην κλαις)
στο ντουλάπι δεν έχει ψίχα ψωμί

Μιλάνε για νίκες που το μέλλον θα φέρει
(Άννα μην κλαις)
Εμένα δε με βάζουν στο χέρι.

Ο στρατός ξεκινά
(Άννα μην κλαις)
Σαν γυρίσω ξανά
θ’ ακολουθώ άλλες σημαίες.
Ο στρατός ξεκινά

Θάνος Μικρούτσικος και Υπόγεια Ρεύματα,
δίσκος Τους έχω βαρεθεί, 2009 (1978)

Sunday, February 17, 2013

Αλεξανδρινοί Βασιλείς

Μαζεύθηκαν οἱ Ἀλεξανδρινοι
νά δοῦν τῆς Κλεοπάτρας τά παιδιά,
τόν Καισαρίωνα, καί τά μικρά του ἀδέρφια,
Ἀλέξανδρο καί Πτολεμαῖο, πού πρώτη
φορά τά βγάζαν ἔξω στό Γυμνάσιο,
ἐκεῖ νά τά κηρύξουν βασιλεῖς,
μές στή λαμπρή παράταξι τῶν στρατιωτῶν.

Ὁ Ἀλέξανδρος – τόν εἶπαν βασιλέα
τῆς Ἀρμενίας, τῆς Μηδίας, καί τῶν Πάρθων.
Ὁ Πτολεμαῖος – τόν εἶπαν βασιλέα
τῆς Κιλικίας, τῆς Συρίας, καί τῆς Φοινίκης.
Ὁ Καισαρίων στέκονταν πιό ἐμπροστά,
ντυμένος σέ μετάξι τριανταφυλλί,
στό στήθος του ἀνθοδέσμη ἀπό ὑακίνθους,
ἡ ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι ἀμεθύστων,
δεμένα τά ποδήματά του μ’ ἄσπρες
κορδέλλες κεντημένες μέ ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αὐτόν τόν εἶπαν πιότερο ἀπό τούς μικρούς,
αὐτόν τόν εἶπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οἱ Ἀλεξανδρινοί ἔνοιωθαν βέβαια
πού ἦσαν λόγια αὐτά καί θεατρικά.

Ἀλλά ἡ μέρα ἤτανε ζεστή καί ποιητική,
ὁ οὐρανός ἕνα γαλάζιο ἀνοιχτό,
τό Ἀλεξανδρινό Γυμνάσιο ἕνα
θριαμβικό κατόρθωμα τῆς τέχνης,
τῶν αὐλικῶν ἡ πολυτέλεια ἔκτακτη,
ὁ Καισαρίων ὅλο χάρις κ’ ἐμορφιά
(τῆς Κλεοπάτρας υἱός, αἷμα τῶν Λαγιδῶν)∙
κ’ οἱ Ἀλεξανδρινοί ἔτρεχαν πιά στήν ἑορτή,
κ’ ἐνθουσιάζονταν, κ’ ἐπευφημοῦσαν
ἑλληνικά, κ’ αἰγυπτιακά, καί ποιοί ἑβραίικα,
γοητευμένοι μέ τ’ ὡραῖο θέαμα –
μ’ ὅλο πού βέβαια ἤξευραν τί ἄξιζαν αὐτά,
τί κούφια λόγια ἤσανε αὐτές ἡ βασιλεῖες.

Κωνσταντίνος Καβάφης «Ἀλεξανδρινοί Βασιλεῖς»