"Το βασικό πρόβλημα για την ξενοδοχειακή βιομηχανία της Κύπρου είναι το ψηλό payroll cost."
"Άμαν αφαιρέσεις τους μισθούς σας εσάς τους managers, εννά δεις ίνταλως ππέφτει το payroll cost."
Το καλοτζαίρι που επέρασεν ασχολήθηκα με τους ξενοδοχοϋπαλλήλους. Εμίλησα με πολλούς τζαι επαρακολούθησα πολλούς σαν εδουλεύκαν. Τζαι έκαμεν μου εντύπωση ότι πίσω που την εργοδοτική τρομοκρατία που επικρατεί στον εργασιακό χώρο, τζαι την εξατομίκευση που επιφέρει, υπάρχουν τζαι άλλα πράματα. Υπάρχουν οι αντιστάσεις, η κριτική αντίληψη της πραγματικότητας, η ανυποταξία, το σαμποτάζ: τα βασικά στοιχεία μιας ακωδικοποίητης πολιτικά, ταξικής συνείδησης.
Τμηματάρχης οδηγεί καθαρίστρια στον διευθυντή για επίπληξη. Από το παράθυρο του διευθυντή φαίνονται τα υπόλοιπα ξενοδοχεία της περιοχής.
"Μα νομίζεις φοούμαι ότι εννά με απολύσεις; Να φοάσαι εσού αν χάσεις την δουλειά του γραφείου."
Τζαι δείχνοντας του τη θέα που το παράθυρο λαλεί του
"Θώρε αποπάτους που έχω να καθαρίσω εγώ;"
"Γιατί δουλεύκετε απλήρωτο overtime?"
"Ψυσιηκά μάνα μου. Εν φτωσιοί οι μαστόροι μας τζαι λυπούμαστεν τους. Χαχαχα."
Παλιός υπάλληλος
"Εν καλός ο μάστρος μας."
Νέος υπάλληλος.
"Ναι, άμαν τζοιμάται."
"Να τους κάμουμεν καμιάν απεργία να τους ταράξουμεν;"
"Ναι ρε τζαι οι Πολωνοί να μείνουν μέσα τζαι να μας την σπάσουν."
"Εννά τους κουρτίσουμε τζαι τζίνους. Τζαι αν δεν ηφκαίνουν να τους φκάλουμε με το ζόρι."
Ανάγνωση καθηκόντων καθαρίστριας σε ένα τραπέζι με καθαρίστριες Κυπραίες τζαι ξένες.
Να είναι γνώστης της Αγγλικής γλώσσας.
"Χαχαχα. Άκου ρε, πρέπει να ξέρεις εγγλέζικα για να καθαρίζεις αποπάτους.
Να έχει ενεργειακή συνείδηση στη χρήση φωτισμού και νερού και να συμβάλλει στην εξοικονόμηση ενέργειας αποφεύγοντας τις σπατάλες.
"Αα έτσι; Τώρα που θα πάω πάνω θα ανάψω όλα τα φώτα!"
"Έτσι τους πρέπει. Ότι μας κάμνουν να τους κάμνουμε."
"Το κεφάλαιο τζαι το κράτος είναι το ένα και το αυτό. Όπως θωρείς τωρά τους επιχειρηματίες πίσω που τον Παπαδόπουλλο αύριο εννά τους θωρείς πίσω που τον Χριστόφκια. Εγώ είμαι αριστερός αλλά λαλώ σου ότι όποιος τζαι να φκει εμείς πάλε δαμέ εννά είμαστεν να μας εκμεταλλεύκουνται."
"Εμάς έννεν σαν υπαλλήλους που μας θωρούν. Εν σαν μηχανές χρήματος."
"Μα πόσα να φκάλουν σιόρ οι ξενοδόχοι; Να σάσουν τα κοπελλούθκια τους, να σάσουν τα αγγόνια τους. Εν ανάγκη να σάσουν τζαι τα δισέγγονα τους; Ας δουλέψουν τζαι λλίον τα δισέγγονα τους."
"Αυτοί που έχουν τα χρήματα στη τσέπη μας κοροϊδεύουνε. Πολλά λεφτά στη Κύπρο, ανάπτυξη μεγάλη. Αλλά τα λεφτά τα βαστούν μια χούφτα ανθρώπων. Άμα διαβάσουν το βιβλίο σου οι καρχαρίες οι μεγάλοι ίσως να σκεφτούν λίγο."
"Που τους καρχαρίες μεν περιμένεις τίποτε κύριε τάδε."
"Εσύ που ξέρεις, μήπως το κάνανε να παίρνεις σύνταξη στα 67;"
"Όχι ακόμα. Ίσως το κάμουν στο μέλλον."
"Για ποιούς θα το κάνουνε; Για τους υπουργούς; για τις γυναίκες τους; Ρώτησαν ποτέ έναν εργαζόμενο αν μπορεί να δουλεύει σε έτσι ηλικία; Ούτε που τους ενδιαφέρει."
πολιτικός τζιαι θεωρητικός προβληματισμός, απόπειρα ιστορικής αφήγησης τζιαι επίκαιροι τραγουδιστοί συνειρμοί
Thursday, October 4, 2007
Saturday, September 1, 2007
Επιλογές μνήμης, βιώματα στην ένταση μιας μετάβασης, Σεπτέμβρης 2006
Είχε μια ιδιαίτερη ασκήμια αυτή η νύχτα καθώς κάποιοι κουρασμένοι ήχοι τριγύριζαν χαμένοι μέσα στα σοκάκια και τις γειτονιές, πάλευαν μάταια με την γαλήνη του θανάτου μέχρις ότου έσβηναν και εξαφανίζονταν στην σκόνη, σαν τις σκέψεις των μοναχικών ανθρώπων και σαν τις ελπίδες μας για ένα καλύτερο αύριο. (Αύγουστος 97).
Φωτιές σε βαρέλια ζεσταίνουν τους αλήτες της πόλης καθώς ο παγερός αέρας διαπερνά το δέρμα τους, σκυλιά που γαυγίζουν αυτοκίνητα που τρέχουν, κόσμος στην ουρά για το σινεμά.
Σε μια παλιά αποθήκη κάτι παιδιά με κιθάρες προσπαθούν να βρουν νόημα,
σαν τον ποιητή του αντικρυνού διαμερίσματος που χάνει συνεχώς τον ειρμό της σκέψης του.
Τα βατράχια του βάλτου έχουνε συναυλία απόψε, μια άθλια χορωδία θορύβου που χτυπάει στα νεύρα των περαστικών
και η χιονάτη με το κοντό της φουστανάκι κρυώνει
καθώς περιμένει τον πρίγκηπα που την έστησε ξανά στο ραντεβού.
Ουρλιακτά σκύλλων, μισό φεγγάρι, απέραντη μοναξιά, παγωμένο αεράκι διαπερνά τη σάρκα τσακίζει τα κόκαλα, κάνει το μεδούλι να τρέμει. Το μυαλό ταξιδεύει μακριά πέρα από τα ανθρώπινα μονοπάτια, πέρα από τον ουρανό και τα σύννεφα, πέρα από τα αστέρια, πέρα από το άπειρο. Λάσπες, ξερά φύλλα, άβυσσος, μοναξιά....Ακινησία, ψεύτικη γαλήνη, θέατρο, κουφό ηλίθιο θέατρο...(Νιόβρης 98).
1999. Ήταν ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943 – 49 που κατάστρεψε τον αντι-αποικιακό μας αγώνα; ΕΑΜ. Seatle. International history. 1968.
2000. LSE. One stockbroker is one too many. No top up fees. The internationale. Police in helicopters. Mayday in Oxford Circus. You are being detained for the breach of peace and the destruction of private property, you will be released in due course. Birthday in Genoa. Assassini.
...Η δολοφονία του Τζουλιάνι δεν ήταν ατύχημα – ήταν το φυσικό αποτέλεσμα της όλης προσπάθειας της κρατικής εξουσίας να αντιμετωπίσει την έκρηξη οργής του πλήθους μπροστά στην συνειδητοποίηση της αθλιότητας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο θάνατος του Τζιουλιάνι είναι εκεί για να μας θυμίζει τα όρια της δημοκρατίας μας – μιας δημοκρατίας που ανέχεται την λαϊκή αντίσταση μέχρι το σημείο που δεν απειλεί τα οικονομικά συμφέροντα της παγκόσμιας ολιγαρχίας και της κάθε κρατικής εξουσίας που δουλεύει για αυτά. (Γένοβα – ένας χρόνος μετά)
...Σε τελική ανάλυση η κυριαρχία είναι ένας νομικός όρος, ο οποίος αντλεί την ουσία του από πράξεις σαν την εγκατάσταση των κεραιών και όχι λόγος άρνησης και δισταγμού για αντίσταση προς αυτήν. (Οι βρετανικές βάσεις και η νωχελική μας στάση)
(επιστολές στον Πολίτη, 2002)
Βρυξέλλες, Σύνοδος Κορυφής Ε.Ε., Δεκέμβρης 2002. Η αλληλεγγύη το όπλο των λαών, πόλεμος στον πόλεμο των αφεντικών. The multi-dimensional character of class conflict. Eros and civilisation. The critique of democratic centralism. The anti – war movement. Bi-communality and the Anan Plan. The border. The historicity of the movement. Occupations and social centres. The black bloc. Cuba. Empire. We would like to ask you some further questions. Have you ever been associated with radical organisations, islamic or otherwise?.
2004. Viva Zapatistas. LSE or £$€?
...The increase in the brutality of the exploitation, that globalisation entails, should not obscure the fact that the decline of the state as the mediator of the capital-labour antagonism, means the decline of capital's most effective ideological weapon. Capital's control of the globe is thus much more precarious, since under the imperial regime, it is based more on the manipulation of fear than the manipulation of hope.
(Is there a global economy and if so, who controls it?, 2004, LSE)
Πρωτοβουλία αριστερών για το Nαι. Kartash. Πρωτοβουλία ενάντια στην κρατική καταστολή. Everything around changes and everything remains the same. Interpreting the greekcypriot No. Το λογικό και το παράλογο έχουν επιβλητική διαλεκτική, ειρωνεία που σπάζει κόκαλα και αντιφάσεις μεγάλες σαν γκρεμοί που μου προκαλούν δέος. Autonomous spaces, London. We demand flexicurity against flexploitation. There is no end to the war, there is neither an everest upon which we can raise victoriously our flag, in fact we have no flag to raise.
Venceremos.
Physics tells us that free radicals
Violate the laws of nature
Biology that they cause
Cancer on the tissues
Chemistry that they cannot be
Isolated nor annihilated
Sociology and Economics tell us they are
Marginal figures and
History that they are either
Villains or heroes
Politics says that they are a source of instability and
Law that they disrupt the public order...
Και το ζητούμενο σήμερα από την αριστερή / εναλλακτική προσέγγιση δεν είναι να ανακαλύψουμε αν και σε ποιο βαθμό ο εθνικισμός υπήρξε δύναμη αμφισβήτησης της εξουσίας πριν διακόσια χρόνια αλλά πως μπορούμε σήμερα να επεκτείνουμε την κριτική μας στα εθνικιστικά φιλοσοφικά αξιώματα, να αμφισβητήσουμε τον εθνοκεντρισμό σαν στάση ζωής.
(Κοινό πολιτιστικό κέντρο Καρτάς)
2005. Εργασία.
LSE = £$€ . The technician of power. Η άνοδος και η πτώση του κράτους προνοίας. Επανοικειοποίηση των εννοιών. Συνεργασία. Ιδιοκτησία. Αγροτικός παραγωγικός συνεργατισμός. Κολλεκτίβες. Καρτάς. Ατυπος. Έρευνα. Προφορική και κοινωνική ιστορία. Euromayday. Έρευνα. Η εξέλιξη των εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο.
2006. Αβεβαιότητα.
Το πρεκαριάτο δεν είναι φρούτο της παγκοσμιοποίησης. Κουβαλά μέσα του ιστορία. Καθώς αλλάζουν οι εποχές, η στοιχειωμένη κραυγή των ακτημόνων αγροτών έξω από τα μεταλλεία και τις οικοδομές μιας αποικίας αντηχεί μέχρι σήμερα στα αυτιά κάποιων...
- Θέλουμεν μάστρον, ττέλουμε μάστρο!!!
Η αυτονόμηση της εργασίας από το πρόγραμμα αξιοποίησης του κεφαλαίου παραμένει το βασικό πρόταγμα. Η αυτοαξιοποίηση της εργασίας βρίσκεται στην συνεργατική επανοικειοποίηση της παραγωγής.
- Τα μαστριλλίκια κομμένα!
Καθώς η διχοτόμηση μεταξύ εργασιακού και ελεύθερου χρόνου ανατρέπεται, ο “ελεύθερος χρόνος καλείται να ανα-πληρώσει τον αναξιοποίητο εργασιακό χρόνο. Ούτε λεπτό να μην υπάρξει έξω από το εμπόρευμα! Πάρτ τάιμ τζαι βάρδιες, σπαστόν ωράριον τζαι το όβερ-τάιμ μιαν μιαν. Με το ψουμίν μας εν παίζουμεν. Παίζουσιν άλλοι! Δεν μπορώ άλλο Θανάση, στα εικοσπέντε έχω γεράσει.
- Κάνε στάση, κάνε στάση.
(Ευέλικτη εργασία και επισφαλής ζωή). Φάλιες, ηλεκτρονικό περιοδικό εναλλακτικής ενημέρωσης τζαι κριτικής. Ο γαλλικός Μάρτης. Πολιτική διαχείρηση της ανεργίας. Κοινωνικές (αν)ασφαλίσεις. Οι οικονομικοί μετανάστες είναι πολιτικοί μετανάστες. Πλατεία Ελευθερίας. Εμπόρευμα και θέαμα. Κάρολος Μαρξ. Εργασία. Γραφειο-κρατία. Άρνηση. Βέμπερ. Στάτους. Θέση. Πιλοτήριο. Άρνηση. Αναφορά. Διαδικασία. Προειδοποίηση. Καταστολή. (Δίκη του Άρη στες) έντεκα του Σεπτέμβρη. Στες 12 Αγγλία. Όχι Βρετανία. Όχι Ευρώπη. Κοινοπολιτεία ανεξαρτήτων κρατών. Ευρωπαϊκή Ένωση. Στάτους. Euro. Gregoris/y. LSE alumni. Νέος Ερευνητής. Phd student. Εργασία. Μεταπτυχιακός συνεργάτης. Ευελιξία. Ον κολ. Οικιακή βοηθός. Παρεξήγηση. Εθελοντής.
Αυτό το κείμενο έχει τελιώσει. 8/9/06.
Κινέζος.
Ττου πει κοντίνιουντ...
maybe.
Yia hara.
Φωτιές σε βαρέλια ζεσταίνουν τους αλήτες της πόλης καθώς ο παγερός αέρας διαπερνά το δέρμα τους, σκυλιά που γαυγίζουν αυτοκίνητα που τρέχουν, κόσμος στην ουρά για το σινεμά.
Σε μια παλιά αποθήκη κάτι παιδιά με κιθάρες προσπαθούν να βρουν νόημα,
σαν τον ποιητή του αντικρυνού διαμερίσματος που χάνει συνεχώς τον ειρμό της σκέψης του.
Τα βατράχια του βάλτου έχουνε συναυλία απόψε, μια άθλια χορωδία θορύβου που χτυπάει στα νεύρα των περαστικών
και η χιονάτη με το κοντό της φουστανάκι κρυώνει
καθώς περιμένει τον πρίγκηπα που την έστησε ξανά στο ραντεβού.
Ουρλιακτά σκύλλων, μισό φεγγάρι, απέραντη μοναξιά, παγωμένο αεράκι διαπερνά τη σάρκα τσακίζει τα κόκαλα, κάνει το μεδούλι να τρέμει. Το μυαλό ταξιδεύει μακριά πέρα από τα ανθρώπινα μονοπάτια, πέρα από τον ουρανό και τα σύννεφα, πέρα από τα αστέρια, πέρα από το άπειρο. Λάσπες, ξερά φύλλα, άβυσσος, μοναξιά....Ακινησία, ψεύτικη γαλήνη, θέατρο, κουφό ηλίθιο θέατρο...(Νιόβρης 98).
1999. Ήταν ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943 – 49 που κατάστρεψε τον αντι-αποικιακό μας αγώνα; ΕΑΜ. Seatle. International history. 1968.
2000. LSE. One stockbroker is one too many. No top up fees. The internationale. Police in helicopters. Mayday in Oxford Circus. You are being detained for the breach of peace and the destruction of private property, you will be released in due course. Birthday in Genoa. Assassini.
...Η δολοφονία του Τζουλιάνι δεν ήταν ατύχημα – ήταν το φυσικό αποτέλεσμα της όλης προσπάθειας της κρατικής εξουσίας να αντιμετωπίσει την έκρηξη οργής του πλήθους μπροστά στην συνειδητοποίηση της αθλιότητας της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο θάνατος του Τζιουλιάνι είναι εκεί για να μας θυμίζει τα όρια της δημοκρατίας μας – μιας δημοκρατίας που ανέχεται την λαϊκή αντίσταση μέχρι το σημείο που δεν απειλεί τα οικονομικά συμφέροντα της παγκόσμιας ολιγαρχίας και της κάθε κρατικής εξουσίας που δουλεύει για αυτά. (Γένοβα – ένας χρόνος μετά)
...Σε τελική ανάλυση η κυριαρχία είναι ένας νομικός όρος, ο οποίος αντλεί την ουσία του από πράξεις σαν την εγκατάσταση των κεραιών και όχι λόγος άρνησης και δισταγμού για αντίσταση προς αυτήν. (Οι βρετανικές βάσεις και η νωχελική μας στάση)
(επιστολές στον Πολίτη, 2002)
Βρυξέλλες, Σύνοδος Κορυφής Ε.Ε., Δεκέμβρης 2002. Η αλληλεγγύη το όπλο των λαών, πόλεμος στον πόλεμο των αφεντικών. The multi-dimensional character of class conflict. Eros and civilisation. The critique of democratic centralism. The anti – war movement. Bi-communality and the Anan Plan. The border. The historicity of the movement. Occupations and social centres. The black bloc. Cuba. Empire. We would like to ask you some further questions. Have you ever been associated with radical organisations, islamic or otherwise?.
2004. Viva Zapatistas. LSE or £$€?
...The increase in the brutality of the exploitation, that globalisation entails, should not obscure the fact that the decline of the state as the mediator of the capital-labour antagonism, means the decline of capital's most effective ideological weapon. Capital's control of the globe is thus much more precarious, since under the imperial regime, it is based more on the manipulation of fear than the manipulation of hope.
(Is there a global economy and if so, who controls it?, 2004, LSE)
Πρωτοβουλία αριστερών για το Nαι. Kartash. Πρωτοβουλία ενάντια στην κρατική καταστολή. Everything around changes and everything remains the same. Interpreting the greekcypriot No. Το λογικό και το παράλογο έχουν επιβλητική διαλεκτική, ειρωνεία που σπάζει κόκαλα και αντιφάσεις μεγάλες σαν γκρεμοί που μου προκαλούν δέος. Autonomous spaces, London. We demand flexicurity against flexploitation. There is no end to the war, there is neither an everest upon which we can raise victoriously our flag, in fact we have no flag to raise.
Venceremos.
Physics tells us that free radicals
Violate the laws of nature
Biology that they cause
Cancer on the tissues
Chemistry that they cannot be
Isolated nor annihilated
Sociology and Economics tell us they are
Marginal figures and
History that they are either
Villains or heroes
Politics says that they are a source of instability and
Law that they disrupt the public order...
Και το ζητούμενο σήμερα από την αριστερή / εναλλακτική προσέγγιση δεν είναι να ανακαλύψουμε αν και σε ποιο βαθμό ο εθνικισμός υπήρξε δύναμη αμφισβήτησης της εξουσίας πριν διακόσια χρόνια αλλά πως μπορούμε σήμερα να επεκτείνουμε την κριτική μας στα εθνικιστικά φιλοσοφικά αξιώματα, να αμφισβητήσουμε τον εθνοκεντρισμό σαν στάση ζωής.
(Κοινό πολιτιστικό κέντρο Καρτάς)
2005. Εργασία.
LSE = £$€ . The technician of power. Η άνοδος και η πτώση του κράτους προνοίας. Επανοικειοποίηση των εννοιών. Συνεργασία. Ιδιοκτησία. Αγροτικός παραγωγικός συνεργατισμός. Κολλεκτίβες. Καρτάς. Ατυπος. Έρευνα. Προφορική και κοινωνική ιστορία. Euromayday. Έρευνα. Η εξέλιξη των εργασιακών σχέσεων στην Κύπρο.
2006. Αβεβαιότητα.
Το πρεκαριάτο δεν είναι φρούτο της παγκοσμιοποίησης. Κουβαλά μέσα του ιστορία. Καθώς αλλάζουν οι εποχές, η στοιχειωμένη κραυγή των ακτημόνων αγροτών έξω από τα μεταλλεία και τις οικοδομές μιας αποικίας αντηχεί μέχρι σήμερα στα αυτιά κάποιων...
- Θέλουμεν μάστρον, ττέλουμε μάστρο!!!
Η αυτονόμηση της εργασίας από το πρόγραμμα αξιοποίησης του κεφαλαίου παραμένει το βασικό πρόταγμα. Η αυτοαξιοποίηση της εργασίας βρίσκεται στην συνεργατική επανοικειοποίηση της παραγωγής.
- Τα μαστριλλίκια κομμένα!
Καθώς η διχοτόμηση μεταξύ εργασιακού και ελεύθερου χρόνου ανατρέπεται, ο “ελεύθερος χρόνος καλείται να ανα-πληρώσει τον αναξιοποίητο εργασιακό χρόνο. Ούτε λεπτό να μην υπάρξει έξω από το εμπόρευμα! Πάρτ τάιμ τζαι βάρδιες, σπαστόν ωράριον τζαι το όβερ-τάιμ μιαν μιαν. Με το ψουμίν μας εν παίζουμεν. Παίζουσιν άλλοι! Δεν μπορώ άλλο Θανάση, στα εικοσπέντε έχω γεράσει.
- Κάνε στάση, κάνε στάση.
(Ευέλικτη εργασία και επισφαλής ζωή). Φάλιες, ηλεκτρονικό περιοδικό εναλλακτικής ενημέρωσης τζαι κριτικής. Ο γαλλικός Μάρτης. Πολιτική διαχείρηση της ανεργίας. Κοινωνικές (αν)ασφαλίσεις. Οι οικονομικοί μετανάστες είναι πολιτικοί μετανάστες. Πλατεία Ελευθερίας. Εμπόρευμα και θέαμα. Κάρολος Μαρξ. Εργασία. Γραφειο-κρατία. Άρνηση. Βέμπερ. Στάτους. Θέση. Πιλοτήριο. Άρνηση. Αναφορά. Διαδικασία. Προειδοποίηση. Καταστολή. (Δίκη του Άρη στες) έντεκα του Σεπτέμβρη. Στες 12 Αγγλία. Όχι Βρετανία. Όχι Ευρώπη. Κοινοπολιτεία ανεξαρτήτων κρατών. Ευρωπαϊκή Ένωση. Στάτους. Euro. Gregoris/y. LSE alumni. Νέος Ερευνητής. Phd student. Εργασία. Μεταπτυχιακός συνεργάτης. Ευελιξία. Ον κολ. Οικιακή βοηθός. Παρεξήγηση. Εθελοντής.
Αυτό το κείμενο έχει τελιώσει. 8/9/06.
Κινέζος.
Ττου πει κοντίνιουντ...
maybe.
Yia hara.
Tuesday, May 1, 2007
Labouring in the hospitality industry of Cyprus
Gregory Ioannou
Sociology Department,
University of Warwick
Aims, intellectual context and rationale of the research
The topic of my research concerns the labour relations in the hospitality industry of Cyprus. The primary aim of the thesis is to document the conditions of work and employment of a particular section of the working class, strategically positioned in the service economy of Cyprus. More broadly the thesis aims to provide a discussion of the labour relations in Cyprus and to contribute to the debates around the dynamics of labour flexibility in private service sector work.
The thesis is expected to provide some insights on the character of work in the hospitality industry, on sectoral labour relations patterns, on the institutional context and the political strategies of trade union activity and finally on the interplay of gender and ethnicity in the hospitality industry. These insights can be utilised in the debates concerning the contemporary labour process and the transformations that allegedly have taken place in the last decades. The study of a particular labour intensive industry of the service sector is bound to be a source of useful information concerning the notion of the flexibilisation of contemporary labour. The examination of work organisation and employment practices in a specific industry and a traditionally flexible one at that, is expected to subject the theories of flexibility to an empirical test. At the micro level the research will account for the subjective experience of flexible work while at the macro level it will discuss its impacts on the class structure. Thus issues of skill and training, the division of labour and the employment contractual arrangements will be examined in order to assess the meaning of flexibility in labour utilisation and its relation to insecure employment and intensified work. Finally the research should identify possible forms of resistance to flexibilisation and potential alternative practices.
The hospitality industry is ultimately both global and local. As an industry inextricably intertwined with global tourism, it is subject to the volatility of broader geopolitical developments. As a locally delivered service, it is subject to the norms of the society that it is found in as well as to the natural and climate conditions of its surrounding environment. The hotel, as the basic establishment and built environment of hospitality service delivery will attract the main focus of the research. As a place of both leisure and work, the hotel is more than merely a workplace. The hotel is simultaneously a public and a private space, and despite the division into front and back stage areas, spatial boundaries are to a certain degree blurred. The co-presence of the customers and their interactions with the hotel staff is actually part of hospitality work and thus a significant parameter of the analysis.
It is vital that the results of the research are contextualised in their historical settings. This will involve a participation in the debates concerning the developmental paths of Cyprus, concerning both the past and the future, through the analysis of the historical role of the hospitality industry in the broader society of Cyprus. Furthermore the results of the research will be to some extent generalisable, as they can serve as a reference point for other research that focuses on international tourism or more specifically on the global hospitality industry.
Research questions
General research questions
- Where and how is the hospitality industry situated in the broader society of Cyprus?
- What is the structure of the industry's labour force?
- What are the predominant employment relations?
Particular themes to be explored
- How is work in the hospitality industry managed?
- To what extent is work in the hospitality industry gendered?
- What is the role of ethnicity? Comparing the situations of Cypriot and foreign workers.
Analysis and policy implications
- What is the role of the trade unions in hospitality sector labour relations? To what extent are the trade unions able to overcome labour force segmentation and employment insecurity?
Theoretical framework
According to the core and periphery thesis, the restructuring of global capitalism since the mid 1970s has brought the post Fordist regime of flexible accumulation which operates via the segmentation of the labour market into two distinct parts1. (Piore and Sabel, 1984; Harvey, 1989; Standing, 1999; Burchell, Lapido and Wilkinson, 2002) Those belonging to the core segment enjoy stable, permanent and highly rewarding employment, while those belonging to the periphery are pushed into insecure and low paid employment, on a part-time, casual or temporary basis. Whereas the core segment is characterised by functional flexibility and consists of a multi-skilled labour force, the peripheral segment is characterised by numerical flexibility and consists of a casualised and less trained labour force. However the core and periphery thesis has been criticised for over-simplifying and glossing over the complexities of contemporary employment. Critics have claimed that the labour market segmentation is not a new phenomenon, that the so called periphery is heterogeneous and that there are variations in the trends of insecure employment. (Pollert, 1988; Gallie et al, 1998) More generally critics have called for sector specific research in order to examine the particularities of non-standard forms of employment, viewing the difference between “core” and “periphery” as one of degree, not of substance.
Although most of the literature on labour flexibility focuses on the secondary sector, it is in the now dominant tertiary sector that non-standard jobs seem to be concentrated. (Rees and Fielder, 1992) Thus, before proceeding to analyse the dynamics of labour flexibility, it is important to understand more specifically the concept of service sector work. Service sector work, and in particular hospitality work, is characterised by the presence of the customer in the workplace itself. This brings about a simultaneity of production and consumption as all services provided are delivered at the time and place at which they are produced. The quality of the social interaction between the front-line worker and the customer, is part of the product that is sold. (Urry, 1990) Hence, the cuctomer comes to influence the way in which the “triadic” work relation is constructed. (Lucas, 2004) According to the empowerment thesis propagated in managerial literature, service sector work is satisfying and empowering since the front line workers are allowed a significant degree of autonomy in their interactions with customers. According to the rationalisation thesis, (Ritzer, 1996, 2004) service sector work is bureaucratically determined, consisting of overtly scripted and routinised interactions, rehearsed time and time again in an almost Taylorist model. Ambitious attempts to reconcile both aspects include the concept of the customer-oriented bureaucracy (Korczynski, 2002) according to which managers of service sector work promote both cost minimisation and good customer relations policies in their attempt to maintain the “enchanting illusion of customer sovereignty”. It is a matter of investigation to determine whether the customer is perceived as a second boss, or as a source of satisfaction for service sector workers.
The hospitality industry has traditionally been a low-paying and labour intensive industry. Tipping, a socially embedded historical legacy of hospitality, expresses and supports a split in managerial authority, promoting an instrumental relationship between the worker and the customer. (Korczynski, 2002) The hospitality industry however, is a diverse sector consisting of both front line and back stage work. Thus whereas some workers are likely to interact with customers on a continuous basis, some others might not interact with them at all. The distinction between front line and back stage work may be related to ethnicity, and the distinction between local and foreign labour. It is in other words possible that there are significant differences in the character of work within the industry that militate against generalisations. The majority of hospitality sector workers are females, and there are allegedly aspects of hospitality sector work especially prone to feminisation and sexualisation. (Lucas, 2004) It is a matter of investigation to determine the extent and the ways in which hospitality sector work is gendered, by examining the interplay of emotion and sexuality and their role in the structuring of both the work and the employment relationship.(Adkins, 1995; Taylor and Tyler, 2000)
The generalised insecurity thesis focuses on the social impacts of labour flexibility, and its detrimental effects on the self. Richard Sennet (1998) for example claims that the short termist character of contemporary employment brings illegibility and loss of coherent biographical narrative, superficiality of involvements and erosion of trust, leading in the corrosion of character. This perspective illuminates the subjective aspects of work and employment and its impacts in the lives of people. The hospitality industry has been traditionally the site of atypical and flexible labour relations. (Timo, 2001) It has also been traditionally a difficult terrain for trade union organisation. (Lucas, 1996; Wills 2005) As a sector with high labour turnover, it lacks the relative stability, deemed necessary for trade union activity to develop. (Wood, 1992) It is a matter of empirical investigation to examine how trade unionism works in the hospitality industry, analysing its efforts of recruitment and its political strategies in collective bargaining negotiations. Finally this can be related to the low-waged people's strategies of survival through a broader analysis of the social context of their work, examining family and class history.
Spacio – temporal framework: Cyprus and historical context
Godfrey Baldacchino in his 1993 phd thesis, “Labouring in the Lilliput: labour relations and images of smallness in developing microstates”, put forward the concept of the microstate labour syndrome, while examining the labour dynamics in two small states, Malta and Barbados. Besides the advantages of a more manageable research project in logistic, temporal and financial terms, he claimed that the microstate millieu constitutes a specificity that requires an analysis sensitive to the smallness effect. He claimed that small state societies are characterised by totality, monopoly and intimacy, attributes that differentiate them from the western european “norm”. Since then however, the expansion of and increased interaction with the global migration movements, may have changed the situation. Sotiris Kattos in his 1999 phd thesis, “State, capital and labour in Cyprus”, for example has claimed that the influx of foreign labour has generally weakened the Cypriot labour movement by exerting a downward pressure on wages.
Before proceeding to examine the origins of the hospitality industry in Cyprus it is important to refer to the late colonial period, as this was the time when the first wave of the proletarianisation process was completed, as the towns of Cyprus were converted into commercial centres.(Attalides, 1981) Proletarianisation was imposed in the interwar period through the expropriation of the peasantry in the hands of the money lenders. The material condition and the experience of proletarianisation as a historical process caused the class restructuring which created the working class of the towns (Katsiaounis, 1996, 2000) and the “mass worker” of the mines (Panayiotou, 1999). The basic characteristic and consequence of this process was the declining importance of farm land as an infrastructure for the family, and its replacement by wage (Loizos, 1975). The establishment of the capitalist relation was completed in the 1940s through the expansion of military and public works, which ultimately imposed the law of value in the Cypriot countryside. Capitalist development however, was neither a consensual nor a smooth process. The local resistances to capital were expressed through the cooperative and trade union movements, which were constituted simultaneously both as a defence and as a proposal of the farmers and the workers with respect to and against the form of development. These same military and public works, that signalled the final predominance of the waged form of labour, constituted simultaneously an aspect of the Keynesian compromise, which included/accepted the working class into the state through the political regulation of the market. The late colonial period, was also the time of the most important victory of the labour movement, namely the Cost Of Living Allowance (COLA) considered by capital as the major cause of the erosion of the competitiveness of the Cypriot economy (Kattos, 1999). It was also the time when tripartism and the rudimentary form of the social security system was instituted. (Slocum, 1974; Sparsis, 1998)
The origins of the hospitality industry in Cyprus are to be found in the internal/domestic tourism of the 1940s and 1950s in the movement of the bourgoisie from the towns to the villages. The relatively rich townspeople rented the countryside houses for the summer while the owners of the houses spend the summer months camping in the fields, under the trees. Kakopetria, Kalopanayiotis and Pera Pedhi emerged in this way as minor hill resorts. Mountainous resorts such as Platres, Prodromos and Pedhoulas attracted visitors from the Middle East, while seaside resorts such as Kyrenia catered principally for European visitors. By 1961, the island had 110 hotels, with 4306 beds catering for 38 396 tourist arrivals. (Christodoulou, 1992: 140). The independence government paid special attention to tourism, offering low interest, long term loans for new hotels or the expansion of existing ones, long-term leases of state land in coastal areas and duty free import of hotel furniture and equipment as well as tax allowances for hotel building investments. (Christodoulou, 1992: 141)
Mass international tourism is essentially a post independence/post colonial phenomenon in Cyprus. Although the development of this sector begun in the late 1960s, the most rapid expansion came after the war of 1974. The expansion of the tourist industry was embarked upon as a national development strategy expected to bring in foreign currency and create jobs. The rapidity of development brought with it huge environmental costs, as construction of hotels has been haphazard and largely unplanned. Private investors were given generous incentives by the state, as the tourist industry has been viewed as the means and the motor of broader economic development. It was in the 1970s and 1980s that the second wave of proletarianisation occured firstly caused by the war of 1974 and secondly by the demise of agriculture and the desertion of the countryside in search of work in the expanding service sector. (Christodoulou, 1992)
By the 1990s, all the coastal towns of Cyprus were transformed by the influx of mass package tourism in search of sun, sea and sex. Ayia Napa became a youth attraction while Paphos became a site of family tourism. High class tourism, the favourite type for the authorities also made its presence felt in more secluded areas nearby. Despite the moratorium placed regarding the construction of further hotels and hotel appartments, haphazard development continued unabated. Although the tourism industry was shaken by the Gulf war of 1991 and September 11 in 2001, it managed to recover fairly quickly and continued to expand until this day.
Whereas in the 1980s workers for the hospitality industry were drawn from the locality, the increasing integration of Cyprus in the networks of global migration, made foreign workers an alternative pool of recruits. Immigrant workers with papers rose from 26 000 in 2000 to 47 000 in 2004. More specifically for those employed in hotels and restaurants, the number doubled from 2000 to 2004. (Labour statistics, 2004) This does not include those without papers, estimated at 30 000 to 40 000, who are expected to have increased even more, as a result of Cyprus' entry in the EU in 2004. That there is a significant degree of ethnic discrimination in the Cypriot labour market, has already been documented. (Trimikliniotis and Pantelides, 2003). It is matter of empirical investigation to assess the consequences of this for the labour relations of the hospitality industry and in Cypriot society more generally.
Methodology
The research project will take the form of four comparative case studies and will consist primarily of qualitative methods of data collection such as interviewing and participant observation. I will need to actually spend a significant amount of time in the workplaces under investigation and interact with my informants in both formal and informal ways. The primary method for the selection of my informants will be the snowballing sampling technique, although taking care not to be confined to a restricted segment of the labour force. Convenience and self selection methods will also be used.
I will examine four tourist establishments, two catering for mass tourism, and two for elite tourism, two unionised workplaces and two non unionised. The four establishments will vary in size but small establishments will be excluded as they are bound to be family businesses working under different logic than the “norm” of the industry. I expect that 12-15 semi structured interviews is a sufficient number from each unit. Some interviews may be unrecorded, since important information is usually gathered when the tape-recorder is switched off. I will begin by collecting statistics and background information from press reviews and expert interviews, (with state officials, employers' representatives and trade unionists) so that the context of the research can be established. Then I would visit the manegement of each workplace, introduce myself as a research student and ask for their permission to have a series of interviews with them and their staff. In the unionised places the trade unionists might act as contacts, introducing me to unionised workers.
In the interviews with managers, the key questions will revolve around human resource management and the extent of flexibility in the workplace and more broadly in the industry. The discussion with managers is expected to yield infomation regarding the methods of recruitment and retention of staff, the degree of workforce task discretion deemed optimal for the establishment and the patterns of workforce reward [formal as well as informal (Mars, 1982)] and discipline. From the management I expect to collect data on management structure, employment, labour turnover, forms of contract, wages and payment policies etc.
In the interviews with trade unionists, the key questions will revolve around policies of organisation and strategies of collective bargaining negotiations. The discussion with them is expected to yield information regarding the patterns of their activity, the difficulties that they encounter and their projections about current and future workplace struggles. From the trade unionists I expect to collect data on membership structure, recruitment policy, problems encountered by workers and demands of previous and current struggles.
In the interviews with the workers, Cypriots and immigrants, the key questions will revolve around questions of working history, current work duties, relationships among collegues and superiors, unionisation and collective action and their interaction with the customers. The discussion with them is expected to yield information about the subjective aspects of their work, their perceptions and expectations from their current jobs contextualising it in their broader life experience, their family and social life in and out of the workplace. Hence the working conditions in the industry will be examined from a historical perspective in search of elements of continuity and change.
From the workers I expect to collect data on the everyday life in the industry, on workplace networks, on class and family history.
The information that I will have gathered from managers, trade unionists and workers, in the form of summary interview transcripts and observational fieldnotes will be then subjected to rigorous analysis. I will select representative quatations and I will compare and contrast them with the expectations of the various theoretical models, such as the core and periphery and the generalised insecurity theses, the empowerment and rationalisation theses, the gendered work and ethnicised labour market theses. Six dimensions seem to emerge up to now, requiring separate analysis.
Ethical considerations
The basic ethical consideration in my research project is the need for confidentiality with respect to the personal data that I will have collected. It is important to maintain the anonymity both of my informants and of the establishments that I will examine. Hence I intend to use pseudonyms both with respect to my informants and with respect to their workplaces. Since a significant part of the data will be collected by means of informal interactions, it is vital that I inform my respondents in advance that I am conducting research on the hospitality industry and that I intend to use the information for the purposes of a publication. Having set the basic ethical parameters however, does not mean that all is done with. I may face unexpected incidences where I am witness to illegal activities, sexual harassment or minor thefts. As a guiding principle in my encounter with such eventualities, I will refrain from intervention unless this amounts to a serious violation of the interests or rights of another fellow human being.
Timetable
June 2007: expert interviews (trade unionists, employers' representatives, state officials)
July – September 2007: observation and interviews from hotel 1
October – November 2007: observation and interviews from hotel 2
December 2007 – February 2008: observation and interviews from hotel 3
March - April 2008: observation and interviews from hotel 4
May – June 2008: data analysis and choice of quotations
July – August 2008: chapter 1
September – October 2008: chapter 2
November – December 2008: chapter 3
January – March 2009: chapter 4
April – June 2009: chapter 5
July – September 2009: chapter 6
October – November 2009: chapter 7
December 2009 – January 2010: chapter 8
Contents
Chapter 1: Context and methods
The introductory chapter will set the theoretical and historical context through a general literature review regarding both the thematic focus of the research and its spacio-temporal framework. The main methodological considerations and the conceptual framework utilised by the research will be explicated here so that the ground of the research unfolds from the beginning.
Chapter 2: The case studies
The second chapter will offer a descriptive account of the empirical research as it will be conducted in the period June 2007 – June 2008. A detailed narrative of all four case studies is expected to illuminate the main questions guiding the data collection process as well as the actual recording and selecting of the relevant information.
Chapter 3: The character of work
The first analytic chapter concerns the management of the workplaces and the degree of employee involvement by means of team working and operational decision making at the point of service. The separation of conception from execution (Braverman, 1974) and the varieties of forms of control coined by Edwards (1979) as simple, technical and bureaucratic as well as the notion of the “social worker” (Negri, 1988) will act as theoretical guidelines, informing the collection of empirical data. It maybe the case that collaborative networks are horizontal amongst the labour force, with management confined to a supervisory role, while it might also be the case that vertical structures of authority are firmly established. The size of the establishment will be an independent variable in this case, with functional flexibility and multi-skilling being the dependent variable. Formality and informality of management as well as of recruitment will be another dimension for investigation and analysis.
Chapter 4: The forms and extent of flexibility in the industry
The hospitality industry has traditionally been a sector of non-standard employment relations, relying heavily on a primarily female and part-time labour force. (Wood, 1992) The seasonal character of work in the tourist industry has meant in practice that a section of the staff is laid off in the autumn, and hired back again in the spring. There also seems to be a significant amount of shift and overtime work, employment practices that probably preceded the literature on numerical and temporal flexibility. (Rowley and Richardson, 2000) The varieties of employment relations in the industry will be examined in an attempt to assess the conditions of work in the lives of the workers. (Gabriel, 1988)
The analysis of the character of work and employment in the hospitality industry of Cyprus is expected to put to the test theories of Taylorism whether of actual labour power utilisation (Braverman, 1974) or of contractual relations of employment (Beck, 1986). Concepts such as flexible specialisation (Piore and Sabel, 1984) and Post-fordism (Bonefeld and Holloway, 1991; Vallas, 1999), will guide the collection of empirical data, examining the relationship between service market demand and labour process organisation. In other words, mass tourism and elite tourism will be the independent variables, while working tasks and employment practices will be the dependent variables.
Chapter 5: Gendered work
The role of gender in the hospitality industry will be analysed through an examination of the organisational structure of the establishments as well as through an observation of the modes of interaction between men and women workers, managers and customers. It is expected that the labour force will be segregated and heterosexuality will be the predominant mode of interaction, while the family is expected to constitute the primary form of social organisation. The majority of hospitality sector workers are females. It is a matter of investigation to determine the extent and the ways in which hospitality sector work is gendered, by examining the interplay of emotion and sexuality and their role in the structuring of the work and employment relation. (Adkins, 1995; Taylor and Tyler, 2000)
Chapter 6: Ethnicity in the labour process
The role of the foreign workers in the hospitality industry, discriminatory practices and the relations between Cypriot and non-Cypriot workers will constitute another dimension requiring analysis in the context of the research. The role of ethnicity in the structuring of the employment relationship is expected to be significant, both in terms of wage determination and in terms of the division of labour. More broadly the transformation in the Cypriot class structure in the last decades need to be discussed in relation to the phenomenon of global migration and its intersection with the island of Cyprus and its hospitality industry.
Chapter 7: Labour force structure and institutional context
The hospitality industry of Cyprus, like most industries in Cyprus is governed by the tripartite system of industrial relations. This was enshrined in the Industrial Relations Code of 1977 which stipulates the voluntary abidance of both employers and employees to the collective agreements signed by their representative organisations. (Sparsis, 1998) There is a significant trade union presence in the hospitality industry of Cyprus, an attribute that sets Cyprus apart from the UK experience, and militating for separate analysis, on the lines of the micro-state millieu. Out of the 30 000 employed in hotels and restaurants around 12 000 are unionised, refering to those that paid their contribution at least once in the last two years. (source: interviews with trade unionists)
Chapter 8: Trade unionism – collective action and strategy
There has also been limited albeit significant strike activity during the negotiation of the last collective sectoral agreement, renewed in August 2006. The collective agreement stipulates for the method of payment of allowances and compensations, overtime work, holidays and rest hours, sick leave and health care in the trade union medical schemes, cost of living allowance, and the various benefits accruing from years of service. (Collective aggrement for the hotels and restaurants sector, 2006). Trade unionists complain however that employers in some establishments violate the collective agreement by offering lower wages and less benefits than those stipulated by contractual arrangements. It is important to examine the ways in which the collective agreement relates to actual employment practices and the ways with which managements and trade unions react to its failures. Union policy and strategy will be discussed more broadly at the national level linking it with processes under way at the workplace level.
Conclusion
A discussion of the major results of the thesis.
References:
Adkins Lisa, Gendered work, Open University Press, 1995
Attalides Michael, Social change and urbanisation in Cyprus: a study of Nicosia, Nicosia: Social Research Centre, 1981
Baldacchino Godfrey, unpublished doctoral dissertation, Labouring in the Lilliput: labour relations and images of smallness in developing microstates, 1993
Beck Ulrich, Risk society, Sage Publications 1992 [1986]
Bonefeld Werner and Holloway John, Post-Fordism and social form, London, 1991
Braverman Harry, Labor and monopoly capital: the degradation of work in the 20th Century, Monthly Review Press, 1974
Burchell Brendan, Lapido David and Wilkinson Frank, Job insecurity and work intensification, Routledge, 2002
Christodoulou Demetrios, Inside the Cyprus miracle: the labours of an embattled mini-economy, Minneapolis: University of Minessota, 1992
Edwards Richard, Contested terrain: the transformation of the workplace in the 20th Century, Basic Books, 1979
Gabriel Yiannis, Working lives in catering, Routledge, 1988
Gallie Duncan, White Michael, Cheng Yuan and Mark Tomlinson, Restructuring the employment relationship, Oxford, 1998
Harvey David, The condition of postmodernity, Blackwell, 1989
Katsiaounis Rolandos, Labour, society and politics in Cyprus during the second half of the 19th Century, Cyprus Research Centre, 1996
Katsiaounis Rolandos, I Diaskeptiki, (The consultative assembly) Cyprus Research Centre, 2000
Kattos Sotiris, unpublished doctoral dissertation, State, capital and labour in Cyprus, 1999
Korczynski Marek, Human resource management in service work, Palgrave Macmillan, 2002
Loizos Peter, Unofficial Views, "Changes in property transfer among Greek Cypriot villagers", Cyprus: Intercollege Press, 2001 [1975]
Lucas Rosemary, Industrial relations in hotels and catering: neglect and paradox? British Journal of Industrial Relations, 34:2, June 1996, pp. 267-286
Lucas Rosemary, Employment relations in the hospitality and tourism industries, Routledge, 2004
Mars Gerald, Cheats at work: an anthropology of workplace crime, London: Allen and Unwin, 1982
Negri Antonio, Archeology and project: the mass worker and the social worker, Revolution Retrieved: selected writtings on Marx, Keynes, the capitalist crisis and new social subjects, 1967-1983, London, Red Notes, 1988
Panayiotou Andreas, unpublished doctoral dissertation, Island radicals, 1999
Piore Michael and Sabel Charles, The second industrial divide, Basic books, 1984
Pollert Anna, Dismantling flexibility, Capital and class, n.34, 1988
Rees Gareth and Fielder Sarah, The services economy, subcontracting and the new employment relations: contract catering and cleaning, Work, Employment and Society, Vol.6, n.3, September 1992, pp 347-368
Ritzer George, The MacDonaldisation of society, Pine Forge Press, 2004
Rowley Gill and Richardson Mike, Work, employment and flexibility in hospitality, in Purcell Kate edition, Changing boundaries in employment, Bristol Academic Press, 2000
Sennet Richard, The corrosion of character, Norton, 1998
Slocum John, The development of labour relations in Cyprus, Nicosia, 1974
Sparsis Mikis, Tripartism and industrial relations: the Cyprus experience, Nicosia, 1998
Standing Guy, Global labour flexibility, Macmillan Press, 1999
Statistical Service of Republic of Cyprus, Labour statistics, 2004
Taylor Steve and Tyler Melissa, Emotional labour and sexual difference in the airline industry, Work, Employment and Society, Vol.14 n.1, 2000
Timo Nils, “Lean or just mean”? The flexibilisation of labour in the Australian hotel industry, in Vallas Steven edition The transformation of work, Research in the sociology of work, Volume 10, Elsevier Science, 2001, pp. 287 – 309
Trimikliniotis Nicos and Pantelides Panayiotis, Mapping discriminatory landscapes in Cyprus: ethnic discrimination in the labour market, The Cyprus Review, Vol. 15 n.1, spring 2003
Urry John, The tourist gaze, Sage Publications, 1990
Vallas Steven, Rethinking post Fordism: the meaning of workplace flexibility, Sociological Theory, Vol.17, n.1, March 1999, pp. 68-101
Wills Jane, The geography of union organising in low-paid service industries in the UK: Lessons from the T&G's campaign to unionise the Dorchester Hotel, London, Antipode, 2005
Wood Roy, Working in hotels and catering, Routledge, 1992
1The debate around post Fordism begins with Aglietta (1979) and the French regulation school.
Sociology Department,
University of Warwick
Aims, intellectual context and rationale of the research
The topic of my research concerns the labour relations in the hospitality industry of Cyprus. The primary aim of the thesis is to document the conditions of work and employment of a particular section of the working class, strategically positioned in the service economy of Cyprus. More broadly the thesis aims to provide a discussion of the labour relations in Cyprus and to contribute to the debates around the dynamics of labour flexibility in private service sector work.
The thesis is expected to provide some insights on the character of work in the hospitality industry, on sectoral labour relations patterns, on the institutional context and the political strategies of trade union activity and finally on the interplay of gender and ethnicity in the hospitality industry. These insights can be utilised in the debates concerning the contemporary labour process and the transformations that allegedly have taken place in the last decades. The study of a particular labour intensive industry of the service sector is bound to be a source of useful information concerning the notion of the flexibilisation of contemporary labour. The examination of work organisation and employment practices in a specific industry and a traditionally flexible one at that, is expected to subject the theories of flexibility to an empirical test. At the micro level the research will account for the subjective experience of flexible work while at the macro level it will discuss its impacts on the class structure. Thus issues of skill and training, the division of labour and the employment contractual arrangements will be examined in order to assess the meaning of flexibility in labour utilisation and its relation to insecure employment and intensified work. Finally the research should identify possible forms of resistance to flexibilisation and potential alternative practices.
The hospitality industry is ultimately both global and local. As an industry inextricably intertwined with global tourism, it is subject to the volatility of broader geopolitical developments. As a locally delivered service, it is subject to the norms of the society that it is found in as well as to the natural and climate conditions of its surrounding environment. The hotel, as the basic establishment and built environment of hospitality service delivery will attract the main focus of the research. As a place of both leisure and work, the hotel is more than merely a workplace. The hotel is simultaneously a public and a private space, and despite the division into front and back stage areas, spatial boundaries are to a certain degree blurred. The co-presence of the customers and their interactions with the hotel staff is actually part of hospitality work and thus a significant parameter of the analysis.
It is vital that the results of the research are contextualised in their historical settings. This will involve a participation in the debates concerning the developmental paths of Cyprus, concerning both the past and the future, through the analysis of the historical role of the hospitality industry in the broader society of Cyprus. Furthermore the results of the research will be to some extent generalisable, as they can serve as a reference point for other research that focuses on international tourism or more specifically on the global hospitality industry.
Research questions
General research questions
- Where and how is the hospitality industry situated in the broader society of Cyprus?
- What is the structure of the industry's labour force?
- What are the predominant employment relations?
Particular themes to be explored
- How is work in the hospitality industry managed?
- To what extent is work in the hospitality industry gendered?
- What is the role of ethnicity? Comparing the situations of Cypriot and foreign workers.
Analysis and policy implications
- What is the role of the trade unions in hospitality sector labour relations? To what extent are the trade unions able to overcome labour force segmentation and employment insecurity?
Theoretical framework
According to the core and periphery thesis, the restructuring of global capitalism since the mid 1970s has brought the post Fordist regime of flexible accumulation which operates via the segmentation of the labour market into two distinct parts1. (Piore and Sabel, 1984; Harvey, 1989; Standing, 1999; Burchell, Lapido and Wilkinson, 2002) Those belonging to the core segment enjoy stable, permanent and highly rewarding employment, while those belonging to the periphery are pushed into insecure and low paid employment, on a part-time, casual or temporary basis. Whereas the core segment is characterised by functional flexibility and consists of a multi-skilled labour force, the peripheral segment is characterised by numerical flexibility and consists of a casualised and less trained labour force. However the core and periphery thesis has been criticised for over-simplifying and glossing over the complexities of contemporary employment. Critics have claimed that the labour market segmentation is not a new phenomenon, that the so called periphery is heterogeneous and that there are variations in the trends of insecure employment. (Pollert, 1988; Gallie et al, 1998) More generally critics have called for sector specific research in order to examine the particularities of non-standard forms of employment, viewing the difference between “core” and “periphery” as one of degree, not of substance.
Although most of the literature on labour flexibility focuses on the secondary sector, it is in the now dominant tertiary sector that non-standard jobs seem to be concentrated. (Rees and Fielder, 1992) Thus, before proceeding to analyse the dynamics of labour flexibility, it is important to understand more specifically the concept of service sector work. Service sector work, and in particular hospitality work, is characterised by the presence of the customer in the workplace itself. This brings about a simultaneity of production and consumption as all services provided are delivered at the time and place at which they are produced. The quality of the social interaction between the front-line worker and the customer, is part of the product that is sold. (Urry, 1990) Hence, the cuctomer comes to influence the way in which the “triadic” work relation is constructed. (Lucas, 2004) According to the empowerment thesis propagated in managerial literature, service sector work is satisfying and empowering since the front line workers are allowed a significant degree of autonomy in their interactions with customers. According to the rationalisation thesis, (Ritzer, 1996, 2004) service sector work is bureaucratically determined, consisting of overtly scripted and routinised interactions, rehearsed time and time again in an almost Taylorist model. Ambitious attempts to reconcile both aspects include the concept of the customer-oriented bureaucracy (Korczynski, 2002) according to which managers of service sector work promote both cost minimisation and good customer relations policies in their attempt to maintain the “enchanting illusion of customer sovereignty”. It is a matter of investigation to determine whether the customer is perceived as a second boss, or as a source of satisfaction for service sector workers.
The hospitality industry has traditionally been a low-paying and labour intensive industry. Tipping, a socially embedded historical legacy of hospitality, expresses and supports a split in managerial authority, promoting an instrumental relationship between the worker and the customer. (Korczynski, 2002) The hospitality industry however, is a diverse sector consisting of both front line and back stage work. Thus whereas some workers are likely to interact with customers on a continuous basis, some others might not interact with them at all. The distinction between front line and back stage work may be related to ethnicity, and the distinction between local and foreign labour. It is in other words possible that there are significant differences in the character of work within the industry that militate against generalisations. The majority of hospitality sector workers are females, and there are allegedly aspects of hospitality sector work especially prone to feminisation and sexualisation. (Lucas, 2004) It is a matter of investigation to determine the extent and the ways in which hospitality sector work is gendered, by examining the interplay of emotion and sexuality and their role in the structuring of both the work and the employment relationship.(Adkins, 1995; Taylor and Tyler, 2000)
The generalised insecurity thesis focuses on the social impacts of labour flexibility, and its detrimental effects on the self. Richard Sennet (1998) for example claims that the short termist character of contemporary employment brings illegibility and loss of coherent biographical narrative, superficiality of involvements and erosion of trust, leading in the corrosion of character. This perspective illuminates the subjective aspects of work and employment and its impacts in the lives of people. The hospitality industry has been traditionally the site of atypical and flexible labour relations. (Timo, 2001) It has also been traditionally a difficult terrain for trade union organisation. (Lucas, 1996; Wills 2005) As a sector with high labour turnover, it lacks the relative stability, deemed necessary for trade union activity to develop. (Wood, 1992) It is a matter of empirical investigation to examine how trade unionism works in the hospitality industry, analysing its efforts of recruitment and its political strategies in collective bargaining negotiations. Finally this can be related to the low-waged people's strategies of survival through a broader analysis of the social context of their work, examining family and class history.
Spacio – temporal framework: Cyprus and historical context
Godfrey Baldacchino in his 1993 phd thesis, “Labouring in the Lilliput: labour relations and images of smallness in developing microstates”, put forward the concept of the microstate labour syndrome, while examining the labour dynamics in two small states, Malta and Barbados. Besides the advantages of a more manageable research project in logistic, temporal and financial terms, he claimed that the microstate millieu constitutes a specificity that requires an analysis sensitive to the smallness effect. He claimed that small state societies are characterised by totality, monopoly and intimacy, attributes that differentiate them from the western european “norm”. Since then however, the expansion of and increased interaction with the global migration movements, may have changed the situation. Sotiris Kattos in his 1999 phd thesis, “State, capital and labour in Cyprus”, for example has claimed that the influx of foreign labour has generally weakened the Cypriot labour movement by exerting a downward pressure on wages.
Before proceeding to examine the origins of the hospitality industry in Cyprus it is important to refer to the late colonial period, as this was the time when the first wave of the proletarianisation process was completed, as the towns of Cyprus were converted into commercial centres.(Attalides, 1981) Proletarianisation was imposed in the interwar period through the expropriation of the peasantry in the hands of the money lenders. The material condition and the experience of proletarianisation as a historical process caused the class restructuring which created the working class of the towns (Katsiaounis, 1996, 2000) and the “mass worker” of the mines (Panayiotou, 1999). The basic characteristic and consequence of this process was the declining importance of farm land as an infrastructure for the family, and its replacement by wage (Loizos, 1975). The establishment of the capitalist relation was completed in the 1940s through the expansion of military and public works, which ultimately imposed the law of value in the Cypriot countryside. Capitalist development however, was neither a consensual nor a smooth process. The local resistances to capital were expressed through the cooperative and trade union movements, which were constituted simultaneously both as a defence and as a proposal of the farmers and the workers with respect to and against the form of development. These same military and public works, that signalled the final predominance of the waged form of labour, constituted simultaneously an aspect of the Keynesian compromise, which included/accepted the working class into the state through the political regulation of the market. The late colonial period, was also the time of the most important victory of the labour movement, namely the Cost Of Living Allowance (COLA) considered by capital as the major cause of the erosion of the competitiveness of the Cypriot economy (Kattos, 1999). It was also the time when tripartism and the rudimentary form of the social security system was instituted. (Slocum, 1974; Sparsis, 1998)
The origins of the hospitality industry in Cyprus are to be found in the internal/domestic tourism of the 1940s and 1950s in the movement of the bourgoisie from the towns to the villages. The relatively rich townspeople rented the countryside houses for the summer while the owners of the houses spend the summer months camping in the fields, under the trees. Kakopetria, Kalopanayiotis and Pera Pedhi emerged in this way as minor hill resorts. Mountainous resorts such as Platres, Prodromos and Pedhoulas attracted visitors from the Middle East, while seaside resorts such as Kyrenia catered principally for European visitors. By 1961, the island had 110 hotels, with 4306 beds catering for 38 396 tourist arrivals. (Christodoulou, 1992: 140). The independence government paid special attention to tourism, offering low interest, long term loans for new hotels or the expansion of existing ones, long-term leases of state land in coastal areas and duty free import of hotel furniture and equipment as well as tax allowances for hotel building investments. (Christodoulou, 1992: 141)
Mass international tourism is essentially a post independence/post colonial phenomenon in Cyprus. Although the development of this sector begun in the late 1960s, the most rapid expansion came after the war of 1974. The expansion of the tourist industry was embarked upon as a national development strategy expected to bring in foreign currency and create jobs. The rapidity of development brought with it huge environmental costs, as construction of hotels has been haphazard and largely unplanned. Private investors were given generous incentives by the state, as the tourist industry has been viewed as the means and the motor of broader economic development. It was in the 1970s and 1980s that the second wave of proletarianisation occured firstly caused by the war of 1974 and secondly by the demise of agriculture and the desertion of the countryside in search of work in the expanding service sector. (Christodoulou, 1992)
By the 1990s, all the coastal towns of Cyprus were transformed by the influx of mass package tourism in search of sun, sea and sex. Ayia Napa became a youth attraction while Paphos became a site of family tourism. High class tourism, the favourite type for the authorities also made its presence felt in more secluded areas nearby. Despite the moratorium placed regarding the construction of further hotels and hotel appartments, haphazard development continued unabated. Although the tourism industry was shaken by the Gulf war of 1991 and September 11 in 2001, it managed to recover fairly quickly and continued to expand until this day.
Whereas in the 1980s workers for the hospitality industry were drawn from the locality, the increasing integration of Cyprus in the networks of global migration, made foreign workers an alternative pool of recruits. Immigrant workers with papers rose from 26 000 in 2000 to 47 000 in 2004. More specifically for those employed in hotels and restaurants, the number doubled from 2000 to 2004. (Labour statistics, 2004) This does not include those without papers, estimated at 30 000 to 40 000, who are expected to have increased even more, as a result of Cyprus' entry in the EU in 2004. That there is a significant degree of ethnic discrimination in the Cypriot labour market, has already been documented. (Trimikliniotis and Pantelides, 2003). It is matter of empirical investigation to assess the consequences of this for the labour relations of the hospitality industry and in Cypriot society more generally.
Methodology
The research project will take the form of four comparative case studies and will consist primarily of qualitative methods of data collection such as interviewing and participant observation. I will need to actually spend a significant amount of time in the workplaces under investigation and interact with my informants in both formal and informal ways. The primary method for the selection of my informants will be the snowballing sampling technique, although taking care not to be confined to a restricted segment of the labour force. Convenience and self selection methods will also be used.
I will examine four tourist establishments, two catering for mass tourism, and two for elite tourism, two unionised workplaces and two non unionised. The four establishments will vary in size but small establishments will be excluded as they are bound to be family businesses working under different logic than the “norm” of the industry. I expect that 12-15 semi structured interviews is a sufficient number from each unit. Some interviews may be unrecorded, since important information is usually gathered when the tape-recorder is switched off. I will begin by collecting statistics and background information from press reviews and expert interviews, (with state officials, employers' representatives and trade unionists) so that the context of the research can be established. Then I would visit the manegement of each workplace, introduce myself as a research student and ask for their permission to have a series of interviews with them and their staff. In the unionised places the trade unionists might act as contacts, introducing me to unionised workers.
In the interviews with managers, the key questions will revolve around human resource management and the extent of flexibility in the workplace and more broadly in the industry. The discussion with managers is expected to yield infomation regarding the methods of recruitment and retention of staff, the degree of workforce task discretion deemed optimal for the establishment and the patterns of workforce reward [formal as well as informal (Mars, 1982)] and discipline. From the management I expect to collect data on management structure, employment, labour turnover, forms of contract, wages and payment policies etc.
In the interviews with trade unionists, the key questions will revolve around policies of organisation and strategies of collective bargaining negotiations. The discussion with them is expected to yield information regarding the patterns of their activity, the difficulties that they encounter and their projections about current and future workplace struggles. From the trade unionists I expect to collect data on membership structure, recruitment policy, problems encountered by workers and demands of previous and current struggles.
In the interviews with the workers, Cypriots and immigrants, the key questions will revolve around questions of working history, current work duties, relationships among collegues and superiors, unionisation and collective action and their interaction with the customers. The discussion with them is expected to yield information about the subjective aspects of their work, their perceptions and expectations from their current jobs contextualising it in their broader life experience, their family and social life in and out of the workplace. Hence the working conditions in the industry will be examined from a historical perspective in search of elements of continuity and change.
From the workers I expect to collect data on the everyday life in the industry, on workplace networks, on class and family history.
The information that I will have gathered from managers, trade unionists and workers, in the form of summary interview transcripts and observational fieldnotes will be then subjected to rigorous analysis. I will select representative quatations and I will compare and contrast them with the expectations of the various theoretical models, such as the core and periphery and the generalised insecurity theses, the empowerment and rationalisation theses, the gendered work and ethnicised labour market theses. Six dimensions seem to emerge up to now, requiring separate analysis.
Ethical considerations
The basic ethical consideration in my research project is the need for confidentiality with respect to the personal data that I will have collected. It is important to maintain the anonymity both of my informants and of the establishments that I will examine. Hence I intend to use pseudonyms both with respect to my informants and with respect to their workplaces. Since a significant part of the data will be collected by means of informal interactions, it is vital that I inform my respondents in advance that I am conducting research on the hospitality industry and that I intend to use the information for the purposes of a publication. Having set the basic ethical parameters however, does not mean that all is done with. I may face unexpected incidences where I am witness to illegal activities, sexual harassment or minor thefts. As a guiding principle in my encounter with such eventualities, I will refrain from intervention unless this amounts to a serious violation of the interests or rights of another fellow human being.
Timetable
June 2007: expert interviews (trade unionists, employers' representatives, state officials)
July – September 2007: observation and interviews from hotel 1
October – November 2007: observation and interviews from hotel 2
December 2007 – February 2008: observation and interviews from hotel 3
March - April 2008: observation and interviews from hotel 4
May – June 2008: data analysis and choice of quotations
July – August 2008: chapter 1
September – October 2008: chapter 2
November – December 2008: chapter 3
January – March 2009: chapter 4
April – June 2009: chapter 5
July – September 2009: chapter 6
October – November 2009: chapter 7
December 2009 – January 2010: chapter 8
Contents
Chapter 1: Context and methods
The introductory chapter will set the theoretical and historical context through a general literature review regarding both the thematic focus of the research and its spacio-temporal framework. The main methodological considerations and the conceptual framework utilised by the research will be explicated here so that the ground of the research unfolds from the beginning.
Chapter 2: The case studies
The second chapter will offer a descriptive account of the empirical research as it will be conducted in the period June 2007 – June 2008. A detailed narrative of all four case studies is expected to illuminate the main questions guiding the data collection process as well as the actual recording and selecting of the relevant information.
Chapter 3: The character of work
The first analytic chapter concerns the management of the workplaces and the degree of employee involvement by means of team working and operational decision making at the point of service. The separation of conception from execution (Braverman, 1974) and the varieties of forms of control coined by Edwards (1979) as simple, technical and bureaucratic as well as the notion of the “social worker” (Negri, 1988) will act as theoretical guidelines, informing the collection of empirical data. It maybe the case that collaborative networks are horizontal amongst the labour force, with management confined to a supervisory role, while it might also be the case that vertical structures of authority are firmly established. The size of the establishment will be an independent variable in this case, with functional flexibility and multi-skilling being the dependent variable. Formality and informality of management as well as of recruitment will be another dimension for investigation and analysis.
Chapter 4: The forms and extent of flexibility in the industry
The hospitality industry has traditionally been a sector of non-standard employment relations, relying heavily on a primarily female and part-time labour force. (Wood, 1992) The seasonal character of work in the tourist industry has meant in practice that a section of the staff is laid off in the autumn, and hired back again in the spring. There also seems to be a significant amount of shift and overtime work, employment practices that probably preceded the literature on numerical and temporal flexibility. (Rowley and Richardson, 2000) The varieties of employment relations in the industry will be examined in an attempt to assess the conditions of work in the lives of the workers. (Gabriel, 1988)
The analysis of the character of work and employment in the hospitality industry of Cyprus is expected to put to the test theories of Taylorism whether of actual labour power utilisation (Braverman, 1974) or of contractual relations of employment (Beck, 1986). Concepts such as flexible specialisation (Piore and Sabel, 1984) and Post-fordism (Bonefeld and Holloway, 1991; Vallas, 1999), will guide the collection of empirical data, examining the relationship between service market demand and labour process organisation. In other words, mass tourism and elite tourism will be the independent variables, while working tasks and employment practices will be the dependent variables.
Chapter 5: Gendered work
The role of gender in the hospitality industry will be analysed through an examination of the organisational structure of the establishments as well as through an observation of the modes of interaction between men and women workers, managers and customers. It is expected that the labour force will be segregated and heterosexuality will be the predominant mode of interaction, while the family is expected to constitute the primary form of social organisation. The majority of hospitality sector workers are females. It is a matter of investigation to determine the extent and the ways in which hospitality sector work is gendered, by examining the interplay of emotion and sexuality and their role in the structuring of the work and employment relation. (Adkins, 1995; Taylor and Tyler, 2000)
Chapter 6: Ethnicity in the labour process
The role of the foreign workers in the hospitality industry, discriminatory practices and the relations between Cypriot and non-Cypriot workers will constitute another dimension requiring analysis in the context of the research. The role of ethnicity in the structuring of the employment relationship is expected to be significant, both in terms of wage determination and in terms of the division of labour. More broadly the transformation in the Cypriot class structure in the last decades need to be discussed in relation to the phenomenon of global migration and its intersection with the island of Cyprus and its hospitality industry.
Chapter 7: Labour force structure and institutional context
The hospitality industry of Cyprus, like most industries in Cyprus is governed by the tripartite system of industrial relations. This was enshrined in the Industrial Relations Code of 1977 which stipulates the voluntary abidance of both employers and employees to the collective agreements signed by their representative organisations. (Sparsis, 1998) There is a significant trade union presence in the hospitality industry of Cyprus, an attribute that sets Cyprus apart from the UK experience, and militating for separate analysis, on the lines of the micro-state millieu. Out of the 30 000 employed in hotels and restaurants around 12 000 are unionised, refering to those that paid their contribution at least once in the last two years. (source: interviews with trade unionists)
Chapter 8: Trade unionism – collective action and strategy
There has also been limited albeit significant strike activity during the negotiation of the last collective sectoral agreement, renewed in August 2006. The collective agreement stipulates for the method of payment of allowances and compensations, overtime work, holidays and rest hours, sick leave and health care in the trade union medical schemes, cost of living allowance, and the various benefits accruing from years of service. (Collective aggrement for the hotels and restaurants sector, 2006). Trade unionists complain however that employers in some establishments violate the collective agreement by offering lower wages and less benefits than those stipulated by contractual arrangements. It is important to examine the ways in which the collective agreement relates to actual employment practices and the ways with which managements and trade unions react to its failures. Union policy and strategy will be discussed more broadly at the national level linking it with processes under way at the workplace level.
Conclusion
A discussion of the major results of the thesis.
References:
Adkins Lisa, Gendered work, Open University Press, 1995
Attalides Michael, Social change and urbanisation in Cyprus: a study of Nicosia, Nicosia: Social Research Centre, 1981
Baldacchino Godfrey, unpublished doctoral dissertation, Labouring in the Lilliput: labour relations and images of smallness in developing microstates, 1993
Beck Ulrich, Risk society, Sage Publications 1992 [1986]
Bonefeld Werner and Holloway John, Post-Fordism and social form, London, 1991
Braverman Harry, Labor and monopoly capital: the degradation of work in the 20th Century, Monthly Review Press, 1974
Burchell Brendan, Lapido David and Wilkinson Frank, Job insecurity and work intensification, Routledge, 2002
Christodoulou Demetrios, Inside the Cyprus miracle: the labours of an embattled mini-economy, Minneapolis: University of Minessota, 1992
Edwards Richard, Contested terrain: the transformation of the workplace in the 20th Century, Basic Books, 1979
Gabriel Yiannis, Working lives in catering, Routledge, 1988
Gallie Duncan, White Michael, Cheng Yuan and Mark Tomlinson, Restructuring the employment relationship, Oxford, 1998
Harvey David, The condition of postmodernity, Blackwell, 1989
Katsiaounis Rolandos, Labour, society and politics in Cyprus during the second half of the 19th Century, Cyprus Research Centre, 1996
Katsiaounis Rolandos, I Diaskeptiki, (The consultative assembly) Cyprus Research Centre, 2000
Kattos Sotiris, unpublished doctoral dissertation, State, capital and labour in Cyprus, 1999
Korczynski Marek, Human resource management in service work, Palgrave Macmillan, 2002
Loizos Peter, Unofficial Views, "Changes in property transfer among Greek Cypriot villagers", Cyprus: Intercollege Press, 2001 [1975]
Lucas Rosemary, Industrial relations in hotels and catering: neglect and paradox? British Journal of Industrial Relations, 34:2, June 1996, pp. 267-286
Lucas Rosemary, Employment relations in the hospitality and tourism industries, Routledge, 2004
Mars Gerald, Cheats at work: an anthropology of workplace crime, London: Allen and Unwin, 1982
Negri Antonio, Archeology and project: the mass worker and the social worker, Revolution Retrieved: selected writtings on Marx, Keynes, the capitalist crisis and new social subjects, 1967-1983, London, Red Notes, 1988
Panayiotou Andreas, unpublished doctoral dissertation, Island radicals, 1999
Piore Michael and Sabel Charles, The second industrial divide, Basic books, 1984
Pollert Anna, Dismantling flexibility, Capital and class, n.34, 1988
Rees Gareth and Fielder Sarah, The services economy, subcontracting and the new employment relations: contract catering and cleaning, Work, Employment and Society, Vol.6, n.3, September 1992, pp 347-368
Ritzer George, The MacDonaldisation of society, Pine Forge Press, 2004
Rowley Gill and Richardson Mike, Work, employment and flexibility in hospitality, in Purcell Kate edition, Changing boundaries in employment, Bristol Academic Press, 2000
Sennet Richard, The corrosion of character, Norton, 1998
Slocum John, The development of labour relations in Cyprus, Nicosia, 1974
Sparsis Mikis, Tripartism and industrial relations: the Cyprus experience, Nicosia, 1998
Standing Guy, Global labour flexibility, Macmillan Press, 1999
Statistical Service of Republic of Cyprus, Labour statistics, 2004
Taylor Steve and Tyler Melissa, Emotional labour and sexual difference in the airline industry, Work, Employment and Society, Vol.14 n.1, 2000
Timo Nils, “Lean or just mean”? The flexibilisation of labour in the Australian hotel industry, in Vallas Steven edition The transformation of work, Research in the sociology of work, Volume 10, Elsevier Science, 2001, pp. 287 – 309
Trimikliniotis Nicos and Pantelides Panayiotis, Mapping discriminatory landscapes in Cyprus: ethnic discrimination in the labour market, The Cyprus Review, Vol. 15 n.1, spring 2003
Urry John, The tourist gaze, Sage Publications, 1990
Vallas Steven, Rethinking post Fordism: the meaning of workplace flexibility, Sociological Theory, Vol.17, n.1, March 1999, pp. 68-101
Wills Jane, The geography of union organising in low-paid service industries in the UK: Lessons from the T&G's campaign to unionise the Dorchester Hotel, London, Antipode, 2005
Wood Roy, Working in hotels and catering, Routledge, 1992
1The debate around post Fordism begins with Aglietta (1979) and the French regulation school.
Thursday, March 1, 2007
A short review of Michael Hardt's and Antonio Negri's, “Multitude”
Hardt's and Negri's last work, Multitude, appeared in 2004 and became a penguin mass market edition by 2006. As the authors themselves admit this is the sequel of Empire which came out in 2001, offering a novel analysis of the transformations of sovereignty in the context of globalisation. With Multitude, the authors turn their attention to the social movements that resist the imperial order. Written in a simpler language, and in a conscious effort to avoid academic jargon as far as possible, Hardt and Negri, attempt to describe the “project of the multitude” as “the possibility of democracy on a global scale is emerging today for the very first time”.
The book was written in the period leading up to the Iraq war and thus logically starts with the current state of affairs: war. War today is global in nature and civil in form. It takes place across the globe but within sovereign territories. “War is becoming a permanent social relation” while it has already become “a regime of biopower”. The all inclusive edge of the “war against terrorism” is precisely intended to depict its absolute dimension. It is neither a religious nor a moral war. It is not against Islam, or about justice. It is a war amongst mercenaries. And for the purposes of the social movements, we should remember that mercenaries cannot stand up “to the patriotism of those who have no nation”. The authors proclaim the primacy of resistance, in this new world characterised by the hagemony of immaterial labour and proceed to review the transformations from the people's army to guerilla warfare. Hardt and Negri argue for the need to invent network struggles, Zapatista style and utilise the “swarm intelligence” in the move “from biopower to biopolitical production”.
The multitude is “a class concept”, the authors remind us and hence constituted in the realm of production. Its terrain is “the becoming common of labour”, in the processes of class struggle that accompany the post Fordist shift. Anticipating criticisms, the authors state that the hegemony of immaterial labour is not quantitative but qualitative in form and concerns the character of work itself. As a hegemonic form of production it represents a tendency that “no statistics can capture”. The organisation of production is transformed “from the linear relationships of the assembly line to the innumerable and indeterminate relationships of distributed networks. Information, communication and cooperation become the norms of production, and the network becomes its dominant form of organisation.” The dominance of immaterial labour is conceptualised as the twilight of the peasant world. The authors proceed to review the processes by which industrialisation brought a decline in the political significance of the division between town and country, and how the peasantry was extinguished as a separate social class. The concept of the multitude is meant to include those usually excluded from the socialist and communist discourses of the “working class”: “the poor, the unemployed, the unwaged, the homeless, and so forth”. The becoming common of labour means that everybody participates in the production of value, in the creation of wealth. The authors speak about “the wealth of the poor” because “the poor embody the ontological condition not only of resistance but also of productive life itself”. The global phenomenon of migration is central in the analysis here and in the proclamation “we are the poors”.
Taking the “trip to Davos” Hardt and Negri describe the new mechanism of capital accumulation by means of “law through contracts”. Multinational corporations are able to circumvent state authority and regulation or to put it in their words: “Law here is not an external constraint that regulates capital but rather an internal expression of agreement among capitalists”. This capitalist utopia however, is not the absence of government but the return of big government. We should not forget that “military force must guarantee the conditions for the functioning of the world market”. And that it is on the productive flesh of the multitude that the global political body of capital is constituted. The multitude is simultanesously the production and the mobilisation of the common. Is the multitude a historical agent? It is more than that. It is the unfinished democratic project of modernity.
Before proceeding to the democracy of the multitude, the authors speak about the unrealised democracy of socialism, about the transition from democratic representation to global public opinion and finally about the global demands of democracy including grievances of representation, grievances of rights and justice, economic and biopolitical grievances, as they converged in Seattle 1999. The democracy of the multitude is beyond sovereignty, it is a kind of exodus “fleeing the forces of oppresion, servitude and persecution in search of freedom”. And “without the active participation of the subordinated, sovereignty crumbles”. In their search for a science of this democracy, Hardt and Negri turn to Madisson and Lenin, ending their book with the call to repoliticise love.
The book was written in the period leading up to the Iraq war and thus logically starts with the current state of affairs: war. War today is global in nature and civil in form. It takes place across the globe but within sovereign territories. “War is becoming a permanent social relation” while it has already become “a regime of biopower”. The all inclusive edge of the “war against terrorism” is precisely intended to depict its absolute dimension. It is neither a religious nor a moral war. It is not against Islam, or about justice. It is a war amongst mercenaries. And for the purposes of the social movements, we should remember that mercenaries cannot stand up “to the patriotism of those who have no nation”. The authors proclaim the primacy of resistance, in this new world characterised by the hagemony of immaterial labour and proceed to review the transformations from the people's army to guerilla warfare. Hardt and Negri argue for the need to invent network struggles, Zapatista style and utilise the “swarm intelligence” in the move “from biopower to biopolitical production”.
The multitude is “a class concept”, the authors remind us and hence constituted in the realm of production. Its terrain is “the becoming common of labour”, in the processes of class struggle that accompany the post Fordist shift. Anticipating criticisms, the authors state that the hegemony of immaterial labour is not quantitative but qualitative in form and concerns the character of work itself. As a hegemonic form of production it represents a tendency that “no statistics can capture”. The organisation of production is transformed “from the linear relationships of the assembly line to the innumerable and indeterminate relationships of distributed networks. Information, communication and cooperation become the norms of production, and the network becomes its dominant form of organisation.” The dominance of immaterial labour is conceptualised as the twilight of the peasant world. The authors proceed to review the processes by which industrialisation brought a decline in the political significance of the division between town and country, and how the peasantry was extinguished as a separate social class. The concept of the multitude is meant to include those usually excluded from the socialist and communist discourses of the “working class”: “the poor, the unemployed, the unwaged, the homeless, and so forth”. The becoming common of labour means that everybody participates in the production of value, in the creation of wealth. The authors speak about “the wealth of the poor” because “the poor embody the ontological condition not only of resistance but also of productive life itself”. The global phenomenon of migration is central in the analysis here and in the proclamation “we are the poors”.
Taking the “trip to Davos” Hardt and Negri describe the new mechanism of capital accumulation by means of “law through contracts”. Multinational corporations are able to circumvent state authority and regulation or to put it in their words: “Law here is not an external constraint that regulates capital but rather an internal expression of agreement among capitalists”. This capitalist utopia however, is not the absence of government but the return of big government. We should not forget that “military force must guarantee the conditions for the functioning of the world market”. And that it is on the productive flesh of the multitude that the global political body of capital is constituted. The multitude is simultanesously the production and the mobilisation of the common. Is the multitude a historical agent? It is more than that. It is the unfinished democratic project of modernity.
Before proceeding to the democracy of the multitude, the authors speak about the unrealised democracy of socialism, about the transition from democratic representation to global public opinion and finally about the global demands of democracy including grievances of representation, grievances of rights and justice, economic and biopolitical grievances, as they converged in Seattle 1999. The democracy of the multitude is beyond sovereignty, it is a kind of exodus “fleeing the forces of oppresion, servitude and persecution in search of freedom”. And “without the active participation of the subordinated, sovereignty crumbles”. In their search for a science of this democracy, Hardt and Negri turn to Madisson and Lenin, ending their book with the call to repoliticise love.
Wednesday, December 27, 2006
Αγροτικές κολλεκτίβες, Επετηρίδα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών ΧΧΧΙΙ, 2006
Αγροτικές κολλεκτίβες στην Κύπρο
Εστιάζοντας σε ένα υβρίδιο της ύστερης αποικιακής περιόδου
Γρηγόρης Ιωάννου
Α. Εισαγωγή
“Οι σκοποί της Εταιρείας είναι να διεξάγει το επάγγελμα και την επιχείρηση της από κοινού (κολλεκτιβιστικής) γεωργίας...”1
Η εργασία αυτή επικεντρώνεται σε μια συγκεκριμένη και άγνωστη πτυχή της συνεργατικής δραστηριότητας, όπως αυτή εμφανίστηκε στην ελληνόφωνη κοινότητα της Κύπρου την περίοδο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο – την κολλεκτιβιστική αγροτική παραγωγή.2 Το φαινόμενο αυτό, λόγω της περιορισμένης του έκτασης και χρονικής διάρκειας, έχει αγνοηθεί τόσο από την ιστορική, όσο και από την κοινωνιολογική έρευνα. Από μια καθαρά πραγματολογική σκοπιά, οι κολλεκτίβες κατατάσσονται ως εμπειρικό στοιχείο στο περιθώριο μιας μεγαλύτερης Ιστορίας, του Συνεργατισμού, της Αριστεράς, της Κύπρου ή του Λαού της. Αυτή η εργασία αντιστρατεύεται την πραγματολογική κατάταξη. Εστιάζει στις κολλεκτίβες, επειδή θεωρεί ότι η απόπειρα και μόνο της “από κοινού” ιδιοκτησίας στην παραγωγή μπορεί να αναδείξει μια άλλη πτυχή της κοινωνικής ιστορίας και της αριστερής εμπειρίας.3
Η εμπειρική έρευνα βασίστηκε τόσο σε έντυπες αρχειακές πηγές όσο και σε προφορικές συνεντεύξεις. Έντυπο υλικό σχετικό με το θέμα έχει εντοπιστεί στο Κρατικό Αρχείο, στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, στην Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, στο ΑΚΕΛ και στην Ένωση Κυπρίων Αγροτών (ΕΚΑ). Παράλληλα έχουν διενεργηθεί και απομαγνητοφωνηθεί περιληπτικά προφορικές συνεντεύξεις4 με τουλάχιστον δύο άτομα από κάθε κολλεκτίβα.5 Η βασική μεθοδολογική αρχή, η οποία κατηύθυνε την εμπειρική διερεύνηση, ήταν η συγκριτική αντιπαραβολή του προφορικού και του γραπτού λόγου για και σε σχέση με τις κολλεκτίβες. Ο στρατηγικός στόχος ήταν η πολυεπίπεδη επεξεργασία των πηγών λαμβάνοντας υπόψη τις παράμετρους της προσωπικής μνήμης και αντίληψης, της θεσμικής αναγνώρισης και κατηγοριοποίησης και της δημόσιας πολιτικής και κοινωνικής εκτίμησης. Πέραν από τη διασταύρωση και αξιολόγηση των πληροφοριών και τη συσχέτιση των γεγονότων, ο αναλυτικός στόχος της εξαξωγής συμπερασμάτων αφέθηκε ανοιχτός, με την έννοια ότι η εμπειρία και η θεωρία διασυνδέθηκαν, όχι αρχικά αλλά τελικά, μέσα από τη διαδικασία της σύνταξης του κειμένου και στα χωρο-χρονικά της πλαίσια.
Το δεύτερο κεφάλαιο αποτελεί μια θεώρηση του πλαισίου σε μια προσπάθεια να τεθούν οι παράμετροι για την ανάπτυξη του θέματος. Εδώ ο αναλυτικός στόχος είναι η ανάγνωση των ευρύτερων ιστορικών συνθηκών, που περιέβαλαν το κοινωνικό φαινόμενο. Το τρίτο κεφάλαιο εστιάζει στους δρώντες και στις συγκεκριμένες συνθήκες της δημιουργίας των κολλεκτιβών. Η έμφαση εδώ δίνεται στην ιστορικότητα του φαινομένου του ίδιου και των πολιτικών του προεκτάσεων. Το τέταρτο κεφάλαιο εξετάζει τη λειτουργία και τη διάλυση των κολλεκτιβών σε μια προσπάθεια να αναλύσει το κοινωνικό νόημα και να κωδικοποιήσει την ιστορική σημασία του κολλεκτιβίστικου πειράματος στην Κύπρο. Τέλος, στον επίλογο αναφέρονται οι περιορισμοί και οι ελλείψεις της εργασίας και γίνονται εισηγήσεις προς την κατέθυνση μιας ενδεχόμενης μελλοντικής της επέκτασης.
Β. Πλαίσιο
“Οι άνθρωποι φτιάχνουν οι ίδιοι την ιστορία τους, αλλά δεν τη φτιάχνουν ακριβώς όπως θέλουν, δεν τη φτιάχνουν κάτω από συνθήκες που επιλέγουν οι ίδιοι, αλλά κάτω από συνθήκες δοσμένες και μεταδομένες από το παρελθόν”. 6
“Οι άνθρωποι φτιάχνουν οι ίδιοι την ιστορία τους, αλλά δεν τη φτιάχνουν ακριβώς όπως θέλουν, δεν τη φτιάχνουν κάτω από συνθήκες που επιλέγουν οι ίδιοι, αλλά κάτω από συνθήκες δοσμένες και μεταδομένες από το παρελθόν”. 6
(ι) Οι τέσσερις κολλεκτίβες
Οι τέσσερις κολλεκτίβες εμφανίστηκαν στο Δίκωμο της επαρχίας Κερύνειας το 1946, στα Περβόλια της επαρχίας Λάρνακας το 1947, στα Κούκλια της επαρχίας Πάφου στα τέλη του 1949, και στο Αυγόρου της επαρχίας Αμμοχώστου το 1951. Η διαδικασία της δημιουργίας, λειτουργίας και διάλυσής τους υπήρξε παρόμοια στη μορφή, με εξαίρεση την κολλεκτίβα της Ονίσιας στο Δίκωμο, η οποία ανέπτυξε βιομηχανία παραγωγής ασβέστη,7 κατέστη οικονομικά βιώσιμη και διαλύθηκε αργότερα λόγω εξωγενών παραγόντων και συγκεκριμένα των διακοινοτικών συγκρούσεων του 1964. Η Ονίσια, ως η πρώτη απόπειρα εγκαθίδρυσης αγροτικού γεωργικού συνεργατισμού σε συλλογική βάση, αποτέλεσε το παράδειγμα και το πρότυπο για τις υπόλοιπες κολλεκτίβες. Το καταστατικό της χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τα καταστατικά των υπολοίπων, ενώ μέλη της στάληκαν στις νέες κολλεκτίβες για να μεταδώσουν τις εμπειρίες της συλλογικής παραγωγής και να βοηθήσουν στην οργάνωσή τους. Όσον αφορά το νομικό τους καθεστώς, οι κολλεκτίβες ήταν εγγεγραμμένες ως Συνεργατικές Γεωργικές Ενώσεις (Cooperative Farming Societies) – Συνεργατικές Επαύλεις στην αλληλογραφία των κολλεκτιβιστών με τις Αρχές – και θεωρούνταν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης. Ως μετοχικές εταιρείες με νομικό πρόσωπο, οι κολλεκτίβες επισύναπταν δάνεια, αγόραζαν γη, εργοδοτούσαν προσωπικό και εμπορεύονταν αγαθά και υπηρεσίες. Καθώς όμως οι συνεταιρισμοί αυτοί, με εξαίρεση την Ονίσια, διαλύθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, δεν πρόλαβαν καν να αποπληρώσουν τα αρχικά τους δάνεια και δεν είχαν την ευκαιρία να προχωρήσουν σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών και την κερδοφορία τους.
Οι τέσσερις αυτές κολλεκτίβες αποτελούν το βασικό εμπειρικό δείγμα και το θεωρητικό επίκεντρο του κειμένου. Για να αναλυθεί όμως επαρκώς το πλαίσιο δημιουργίας και λειτουργίας αυτών των τεσσάρων κολλεκτιβών, θα εξεταστεί ως αντιπαραβολή και ένας πέμπτος γεωργικός συνεταιρισμός, στα Πότιμα της Πέγειας, ο οποίος ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της αποικιακής κυβέρνησης το 1950. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Η ιστορία της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων Πέγειας διασταυρώθηκε με την ιστορία των τεσσάρων κολλεκτιβών. Ως κυβερνητική πρωτοβουλία που αποτέλεσε και μοντέλο διαχείρισης κρατικής γεωργικής γης, η περίπτωση των Ποτίμων της Πέγειας μπορεί να μας βοηθήσει να σκιαγραφήσουμε την ευρύτερη κυβερνητική πολιτική σε σχέση με τη κολλεκτιβιστική αγροτική παραγωγή, δίνοντας έτσι μια πληρέστερη εικόνα του φαινομένου. Η εξέταση της δημιουργίας και λειτουργίας της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων Πέγειας έχει διπλό στόχο. Αφενός παρέχει ένα ιστορικό σημείο αναφοράς και αφετέρου ένα συγκριτικό πλαίσιο ανάλυσης.
Οι τέσσερις κολλεκτίβες εμφανίστηκαν στο Δίκωμο της επαρχίας Κερύνειας το 1946, στα Περβόλια της επαρχίας Λάρνακας το 1947, στα Κούκλια της επαρχίας Πάφου στα τέλη του 1949, και στο Αυγόρου της επαρχίας Αμμοχώστου το 1951. Η διαδικασία της δημιουργίας, λειτουργίας και διάλυσής τους υπήρξε παρόμοια στη μορφή, με εξαίρεση την κολλεκτίβα της Ονίσιας στο Δίκωμο, η οποία ανέπτυξε βιομηχανία παραγωγής ασβέστη,7 κατέστη οικονομικά βιώσιμη και διαλύθηκε αργότερα λόγω εξωγενών παραγόντων και συγκεκριμένα των διακοινοτικών συγκρούσεων του 1964. Η Ονίσια, ως η πρώτη απόπειρα εγκαθίδρυσης αγροτικού γεωργικού συνεργατισμού σε συλλογική βάση, αποτέλεσε το παράδειγμα και το πρότυπο για τις υπόλοιπες κολλεκτίβες. Το καταστατικό της χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τα καταστατικά των υπολοίπων, ενώ μέλη της στάληκαν στις νέες κολλεκτίβες για να μεταδώσουν τις εμπειρίες της συλλογικής παραγωγής και να βοηθήσουν στην οργάνωσή τους. Όσον αφορά το νομικό τους καθεστώς, οι κολλεκτίβες ήταν εγγεγραμμένες ως Συνεργατικές Γεωργικές Ενώσεις (Cooperative Farming Societies) – Συνεργατικές Επαύλεις στην αλληλογραφία των κολλεκτιβιστών με τις Αρχές – και θεωρούνταν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης. Ως μετοχικές εταιρείες με νομικό πρόσωπο, οι κολλεκτίβες επισύναπταν δάνεια, αγόραζαν γη, εργοδοτούσαν προσωπικό και εμπορεύονταν αγαθά και υπηρεσίες. Καθώς όμως οι συνεταιρισμοί αυτοί, με εξαίρεση την Ονίσια, διαλύθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, δεν πρόλαβαν καν να αποπληρώσουν τα αρχικά τους δάνεια και δεν είχαν την ευκαιρία να προχωρήσουν σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών και την κερδοφορία τους.
Οι τέσσερις αυτές κολλεκτίβες αποτελούν το βασικό εμπειρικό δείγμα και το θεωρητικό επίκεντρο του κειμένου. Για να αναλυθεί όμως επαρκώς το πλαίσιο δημιουργίας και λειτουργίας αυτών των τεσσάρων κολλεκτιβών, θα εξεταστεί ως αντιπαραβολή και ένας πέμπτος γεωργικός συνεταιρισμός, στα Πότιμα της Πέγειας, ο οποίος ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της αποικιακής κυβέρνησης το 1950. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Η ιστορία της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων Πέγειας διασταυρώθηκε με την ιστορία των τεσσάρων κολλεκτιβών. Ως κυβερνητική πρωτοβουλία που αποτέλεσε και μοντέλο διαχείρισης κρατικής γεωργικής γης, η περίπτωση των Ποτίμων της Πέγειας μπορεί να μας βοηθήσει να σκιαγραφήσουμε την ευρύτερη κυβερνητική πολιτική σε σχέση με τη κολλεκτιβιστική αγροτική παραγωγή, δίνοντας έτσι μια πληρέστερη εικόνα του φαινομένου. Η εξέταση της δημιουργίας και λειτουργίας της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων Πέγειας έχει διπλό στόχο. Αφενός παρέχει ένα ιστορικό σημείο αναφοράς και αφετέρου ένα συγκριτικό πλαίσιο ανάλυσης.
(ιι) Η Κύπρος κατά την ύστερη αποικιακή περίοδο
Παρόλο που η διαδικασία ενσωμάτωσης της Κύπρου ως μέρους της Ανατολικής Μεσογείου στην καπιταλιστική κοσμο – οικονομία χρονολογείται από το 18ο αιώνα,8 η οριστική επικράτηση του κεφαλαίου σε τοπικό επίπεδο πραγματοποιήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες της βρετανικής διοίκησης. Η κυριαρχία της μισθωτής σχέσης στην παραγωγική διαδικασία, η θεσμοθέτηση της γραφειοκρατίας και της συγκεντρωτικής οργάνωσης και ο πολιτικός διαχωρισμός στη βάση της ιδεολογίας και της εθνότητας, υπήρξαν οι τρεις βασικές συνιστώσες της μετάβασης στην καπιταλιστική νεοτερικότητα, η οποία ολοκληρώθηκε το 1960 με την ίδρυση του κυπριακού κράτους. Ο Ατταλίδης αντιλαμβάνεται αυτή την εξέλιξη ως την οικονομική και πολιτική μεταμόρφωση της κυπριακής κοινωνίας.9 Με αυτούς τους όρους, οι διαδικασίες της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης που χρονολογούνται από το 1920, επιταχύνθηκαν και εντάθηκαν κατά την περίοδο 1945-60 και είχαν ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της παρακμής της γεωργίας και την εδραίωση της κυριαρχίας της πόλης επί της υπαίθρου. Μέσα από την ανθρωπολογική οπτική του Λοΐζου, η διαδικασία της κοινωνικής αναδόμησης τοποθετείται μέσα σε ένα πλέγμα συγκρουσιακών σχέσεων.10 Με αυτό το φακό, ο εκμοντερνισμός προκάλεσε τη διάβρωση της παραδοσιακής πατριαρχίας μέσα από την εδραίωση της πυρηνικής οικογένειας και μετάλλαξε τις παραδοσιακές σχέσεις εξουσίας μέσα από την ανάπτυξη της τεχνολογίας και της μαζικής παιδείας. Ο Κατσιαούνης επικεντρώνεται στην πολιτική διάσταση της κοινωνικής μεταβολής και στις σχέσεις διαφόρων κοινωνικών ομάδων με την αποικιακή εξουσία.11 Μέσα από αυτή την προσέγγιση αναδεικνύεται ο αντιαποικιακός προσανατολισμός του λαϊκού κινήματος, όπως εκφράστηκε μέσα από την ταξική και εθνικοαπελευθερωτική σύγκρουση, η οποία κορυφώθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940. Μέσα από την κοινωνιολογική ανάλυση του Παναγιώτου αναδεικνύεται η πολιτιστική σύνθεση της κυπριακής αριστερής υποκουλτούρας μέσα από την ιστορική συνοριακή εμπειρία των διεθνών και τοπικών ταξικών επιρροών και συγκρούσεων.12 Με αυτό το φακό τα δίχτυα της αριστεράς εκφράζουν σε τοπικό επίπεδο την πολιτική και πολιτιστική αντίδραση και αντίσταση στην εμβάθυνση της καπιταλιστικής σχέσης και στην επιβολή της ηγεμονικής ιδεολογίας – αποικιοκρατικής και εθνικιστικής.
Το πλαίσιο ερμηνείας αυτής της εργασίας εντοπίζει τους όρους συγκρότησης των αγροτικών κολλεκτιβών στην υλική συνθήκη της προλεταριοποίησης, η οποία επιβλήθηκε κατά γενική ομολογία μέσα από το ξεκλήρισμα των αγροτών από τους τοκογλύφους. Η προλεταριοποίηση ορίζεται ως η επέκταση της μισθωτής σχέσης στην παραγωγική διαδιακασία και αποτελεί όχι απλώς οικονομική αλλά κοινωνικο-πολιτική εξέλιξη. Η υλική συνθήκη και η εμπειρία της προλεταριοποίησης ως ιστορική διαδικασία προκάλεσε την ταξική διαστρωμάτωση που δημιούργησε την εργατική τάξη των πόλεων και των μεταλλείων.13 Βασικό χαρακτηριστικό και αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν η μείωση της σημασίας της γεωργικής γης ως υποδομής για την οικογένεια και η αντικατάστασή της από το μισθό.14 Η εδραίωση της καπιταλιστικής σχέσης ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1940 μέσα από την αύξηση των στρατιωτικών και δημοσίων έργων, η οποία επέβαλε οριστικά το νόμο της αξίας και στην κυπριακή ύπαιθρο. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, όμως, δεν υπήρξε ούτε συνεναιτική ούτε ομαλή διαδικασία. Οι τοπικές αντιστάσεις στο κεφάλαιο εκφράστηκαν μέσα από το συνεργατικό και το συνδικαλιστικό κίνημα, που συγκροτήθηκαν ταυτόχρονα ως άμυνα και πρόταση των αγροτών και των εργατών ενάντια στη και για τη μορφή της ανάπτυξης. Τα ίδια αυτά στρατιωτικά και δημόσια έργα, που σηματοδότησαν την οριστική επικράτηση της μισθωτής μορφής εργασίας, αποτέλεσαν ταυτόχρονα και πτυχή του κεϋνσιανού συμβιβασμού, ο οποίος ενσωμάτωσε την εργατική τάξη στο κράτος μέσα από την πολιτική ρύθμιση της αγοράς.
Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων προήλθε από τα μεσαία στρώματα της υπαίθρου, με τη στήριξη ενός τμήματος της αστικής τάξης και είχε ως στόχο τη δυνατότητα εξασφάλισης χαμηλότοκων δανείων. Οι εταιρείες βασίστηκαν στις αρχές της αλληλοβοήθειας και της αυτοβοήθειας και οι μέτοχοί τους ήταν «αλληλεγγύως και απεριορίστως υπεύθυνοι» απέναντι τρίτων.15 Σταδιακά το συνεργατικό κίνημα μεγάλωσε, ενέταξε και τα χαμηλά αγροτικά στρώματα και επεκτάθηκε στον εμπορικό και καταναλωτικό τομέα με την ίδρυση οργανισμών διάθεσης προϊόντων και παντοπωλείων. Η βρετανική αποικιακή κυβέρνηση επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το συνεργατικό κίνημα και λειτούργησε υποβοηθητικά στην ανάπτυξή του, προωθώντας την αρχή της αποταμίευσης και ιδρύοντας ξεχωριστό Τμήμα Συνεργατισμού το 1936 και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα το 1938.16 Μια κυβερνητική έκθεση με θέμα τη “συνεργασία” και τίτλο “Για τις πιστωτικές συνεργατικές εταιρείες”17 είναι ενδεικτική της αποικιακής αντίληψης της χρησιμότητας του συνεργατισμού και ως “σχολείου εξάσκησης στις επιχειρηματικές μεθόδους”. Ένα άλλο απόσπασμα του ίδιου κειμένου αναφέρει: “Περιληπτικά στη συνεργασία δίνουμε ως εγγύηση το δικό μας υστέρημα, στην πραγματικότητα υποθηκεύουμε όχι την περιουσία μας, αλλά την εργασία μας. Ο εργαζόμενος γίνεται καπιταλιστής του εαυτού του”.18 Η προώθηση του συνεργατισμού, όπως και η νομοθετική ρύθμιση των αγροτικών χρεών που ακολούθησε το 1940,19 εντασσόταν στην ευρύτερη προσπάθεια της αποικιακής εξουσίας να συμφιλιωθεί με τα λαϊκά και τα αγροτικά στρώματα και να ανακόψει την ανοδική πορεία του αντιαποικιακού κινήματος. Το συνεργατικό κίνημα, στο βαθμό που έμενε έξω από την πολιτική, αποτελούσε ένα δυνητικό εργαλείο για την προώθηση της κυβερνητικής επιρροής μέσα από τον έλεγχο του διχτύου διακίνησης χρήματος και προϊόντων. Επιπρόσθετα, ο συνεργατισμός από την οπτική της αποικιοκρατίας, στο βαθμό που «ανέτρεφε» μια τάξη υπεύθυνων μικρο-ιδιοκτητών20 και εμφυσούσε ένα αίσθημα οικονομικής ασφάλειας στους υπηκόους, λειτουργούσε αποτρεπτικά στην όποια προσπάθεια διασάλευσης της κοινωνικής ειρήνης.
Στο πολιτικό επίπεδο, η φιλελευθεροποίηση, που επέτρεψε το αποικιακό καθεστώς γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1940 στην προσπάθειά του να κτίσει την απαραίτητη κοινωνική συναίνεση για τη συνέχιση της εξουσίας του, υπήρξε καθοριστικός σταθμός. Και αυτό επειδή λειτούργησε ως καταλύτης σε μια μη αναστρέψιμη διαδικασία πολιτικοποίησης των μαζών. Αυτή η πολιτικοποίηση εκφράστηκε μέσα από τη δημιουργία μαζικών οργανώσεων τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο και χαρακτηρίστηκε από μια έντονη πόλωση, η οποία εξελίχτηκε και σε βίαιη σύγκρουση σε περιόδους εκλογικών αναμετρήσεων και σε περιόδους εκτεταμένων απεργιακών κινητοποιήσεων. Ο Ψυχρός Πόλεμος και ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα πρόσθεσαν και μια ιδεολογική επικάλυψη στην ουσιαστικά κοινωνική και πολιτική σύγκρουση των παρατάξεων Αριστεράς και Δεξιάς στην ελληνόφωνη κοινότητα της Κύπρου.21 Όσον αφορά την τουρκόφωνη κοινότητα της Κύπρου, οι τάσεις προς το διαχωρισμό από την ελληνόφωνη πλειοψηφία είχαν ήδη αρχίσει να εκφράζονται σε αντιπαραβολή με την κυριαρχία του αιτήματος της ένωσης.22 Από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 δημιουργήθηκαν αμιγείς τουρκόφωνες οργανώσεις και σωματεία, όπως οι Τουρκικές Συντεχνίες και η Ένωση Τούρκων Αγροτών και άρχισε να αρθρώνεται το αίτημα της διχοτόμησης.23 Παρόλο που σε δια-προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο ο διαχωρισμός δεν υπήρξε ούτε ολοκληρωτικός ούτε καθοριστικός,24 η απουσία τουρκόφωνων Κυπρίων από πρωτοβουλίες όπως οι αγροτικές κολλεκτίβες είναι ίσως ενδεικτική της πολιτικής απόστασης, που είχε αρχίσει να δημιουργείται μεταξύ των δύο κύριων κοινοτήτων της Κύπρου.
Από πλευράς τεχνικής υποδομής, την περίοδο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο σημειώθηκε τεράστια ανάπτυξη τόσο στη μορφή όσο και στα μέσα της αγροτικής παραγωγής. Ο αριθμός των διαθέσιμων τρακτέρ και οι ποσότητες των διαθέσιμων λιπασμάτων αυξήθηκαν σημαντικά,25 θέτοντας έστω και καθυστερημένα τις προϋποθέσεις για την αναβάθμιση της κυπριακής γεωργίας. Ο κατατεμαχισμός του αγροτικού κλήρου όμως, συνέπεια του εθιμικού συστήματος ισοκατανομής της κτηματικής κληρονομιάς αλλά και της τοκογλυφίας, συνέχισε να εμποδίζει την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας και την πλήρη αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της εκβιομηχάνισης.26 Η τεράστια αύξηση των γεωτρήσεων στα μεταπολεμικά χρόνια έκανε εφικτή την επέκταση της μηχανικά αρδευόμενης γης στις 138 500 σκάλες, επιφέροντας αύξηση ύψους 160% από το 1946 μέχρι το 1957.27 Η γενικότερη έλλειψη επενδύσεων, όμως, τόσο από το αποικιακό κράτος όσο και από το ιδιωτικό κεφάλαιο, παρέτεινε την κρίση της γεωργίας και απέτρεψε την ανάπτυξη μαζικού αγροτικού καπιταλισμού στην Κύπρο. Με αυτά τα δεδομένα, ο πιστωτικός συνεργατισμός κατέστη ντε φάκτο ο κύριος φορέας αναπτυξιακής χρηματοδότησης και το βασικό πεδίο της διαλεκτικής της κεφαλαιακής συσσώρευσης στην ύπαιθρο. Η μετάβαση από την αγροτική κοινωνία στην εμπορική οικονομία28 δεν ήρθε, όμως, μόνο μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά και μέσα από την ανατροπή και μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.
Οι παράλληλες πορείες της προλεταριοποίησης και του συνεργατισμού δεν αποτελούν τυχαίο γεγονός. Ο συνεργατισμός υπήρξε μια μορφή αντίστασης στην προλεταριοποίηση, μια προσπάθεια των αγροτών να αποφύγουν να ξεπέσουν – με τους όρους της εποχής – στην “τελευταία υποστάθμη της κοινωνικής εξαθλίωσης που φέρει το όνομα εργατική τάξη”.29 Όπως το συνδικαλιστικό κίνημα στις πόλεις, το συνεργατικό κίνημα στην ύπαιθρο έπαιξε ρυθμιστικό ρόλο στην εδραίωση της καπιταλιστικής σχέσης καθώς επιτάχυνε τη διάβρωση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων εργασίας και συνεργασίας. Αν η διαδικασία της προλεταριοποίησης αποτέλεσε τη στιγμή της τυπικής υπαγωγής της εργατικής δύναμης των Κυπρίων στο παγκόσμιο κεφάλαιο, ο θεσμός του συνεργατισμού έθεσε τις ιστορικές βάσεις για την πραγματική υπαγωγή.30 Μέσα από τις πιστωτικές εταιρείες, οι αγρότες εξασφάλισαν καλύτερους όρους χρηματοδότησης και περιόρισαν το φαινόμενο της τοκογλυφίας. Στη διαδικασία αυτή όμως δεν αυτονομήθηκαν από την αστική τάξη, αλλά ανέλαβαν αυτοί, ή κάποιοι από αυτούς, το ρόλο της. Δεν ανέτρεψαν, αλλά μετάλλαξαν τη μορφή της οικονομικής τους εξάρτησης. Η σχέση της “πομισιαρκάς” ή του “φουμισιαρλίκ” παραδείγματος χάριν, σύμφωνα με την οποία ο γαιοκτήμονας έβαζε τη γη και το σπόρο και ο ακτήμονας την εργασία, για να μοιραστούν μαζί τη σοδειά, έδωσε χώρο σε πιο τυπικά ορθολογιστικές σχέσεις όπως το ενοίκιο, την ενοικιαγορά και την υποθήκευση. Η συνεργασία μεταμορφώθηκε κατά την ύστερη αποικιακή περίοδο μέσα από την ανάπτυξη της χρηματικής οικονομίας – από τη βάση της άτυπης και άγραφης οικογενειακής και κοινοτικής αλληλοβοήθειας πέρασε στη βάση της ατομικής, μετοχικής, συνεταιριστικής σύμπραξης. Η διαδικασία αυτή όμως, η οποία εμβάθυνε και επέκτεινε την καπιταλιστική σχέση, υπήρξε ταυτόχρονα ιστορικό αποτέλεσμα και αιτία του ταξικού ανταγωνισμού. Και ήταν γενικότερα οι “αχόρταγοι εργάτες”31 που οριοθετούσαν τις παράμετρους της κεφαλαιακής συσσώρευσης τόσο στην ύπαιθρο όσο και στην πόλη.
Παρόλο που η διαδικασία ενσωμάτωσης της Κύπρου ως μέρους της Ανατολικής Μεσογείου στην καπιταλιστική κοσμο – οικονομία χρονολογείται από το 18ο αιώνα,8 η οριστική επικράτηση του κεφαλαίου σε τοπικό επίπεδο πραγματοποιήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες της βρετανικής διοίκησης. Η κυριαρχία της μισθωτής σχέσης στην παραγωγική διαδικασία, η θεσμοθέτηση της γραφειοκρατίας και της συγκεντρωτικής οργάνωσης και ο πολιτικός διαχωρισμός στη βάση της ιδεολογίας και της εθνότητας, υπήρξαν οι τρεις βασικές συνιστώσες της μετάβασης στην καπιταλιστική νεοτερικότητα, η οποία ολοκληρώθηκε το 1960 με την ίδρυση του κυπριακού κράτους. Ο Ατταλίδης αντιλαμβάνεται αυτή την εξέλιξη ως την οικονομική και πολιτική μεταμόρφωση της κυπριακής κοινωνίας.9 Με αυτούς τους όρους, οι διαδικασίες της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης που χρονολογούνται από το 1920, επιταχύνθηκαν και εντάθηκαν κατά την περίοδο 1945-60 και είχαν ως αποτέλεσμα την εντατικοποίηση της παρακμής της γεωργίας και την εδραίωση της κυριαρχίας της πόλης επί της υπαίθρου. Μέσα από την ανθρωπολογική οπτική του Λοΐζου, η διαδικασία της κοινωνικής αναδόμησης τοποθετείται μέσα σε ένα πλέγμα συγκρουσιακών σχέσεων.10 Με αυτό το φακό, ο εκμοντερνισμός προκάλεσε τη διάβρωση της παραδοσιακής πατριαρχίας μέσα από την εδραίωση της πυρηνικής οικογένειας και μετάλλαξε τις παραδοσιακές σχέσεις εξουσίας μέσα από την ανάπτυξη της τεχνολογίας και της μαζικής παιδείας. Ο Κατσιαούνης επικεντρώνεται στην πολιτική διάσταση της κοινωνικής μεταβολής και στις σχέσεις διαφόρων κοινωνικών ομάδων με την αποικιακή εξουσία.11 Μέσα από αυτή την προσέγγιση αναδεικνύεται ο αντιαποικιακός προσανατολισμός του λαϊκού κινήματος, όπως εκφράστηκε μέσα από την ταξική και εθνικοαπελευθερωτική σύγκρουση, η οποία κορυφώθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940. Μέσα από την κοινωνιολογική ανάλυση του Παναγιώτου αναδεικνύεται η πολιτιστική σύνθεση της κυπριακής αριστερής υποκουλτούρας μέσα από την ιστορική συνοριακή εμπειρία των διεθνών και τοπικών ταξικών επιρροών και συγκρούσεων.12 Με αυτό το φακό τα δίχτυα της αριστεράς εκφράζουν σε τοπικό επίπεδο την πολιτική και πολιτιστική αντίδραση και αντίσταση στην εμβάθυνση της καπιταλιστικής σχέσης και στην επιβολή της ηγεμονικής ιδεολογίας – αποικιοκρατικής και εθνικιστικής.
Το πλαίσιο ερμηνείας αυτής της εργασίας εντοπίζει τους όρους συγκρότησης των αγροτικών κολλεκτιβών στην υλική συνθήκη της προλεταριοποίησης, η οποία επιβλήθηκε κατά γενική ομολογία μέσα από το ξεκλήρισμα των αγροτών από τους τοκογλύφους. Η προλεταριοποίηση ορίζεται ως η επέκταση της μισθωτής σχέσης στην παραγωγική διαδιακασία και αποτελεί όχι απλώς οικονομική αλλά κοινωνικο-πολιτική εξέλιξη. Η υλική συνθήκη και η εμπειρία της προλεταριοποίησης ως ιστορική διαδικασία προκάλεσε την ταξική διαστρωμάτωση που δημιούργησε την εργατική τάξη των πόλεων και των μεταλλείων.13 Βασικό χαρακτηριστικό και αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν η μείωση της σημασίας της γεωργικής γης ως υποδομής για την οικογένεια και η αντικατάστασή της από το μισθό.14 Η εδραίωση της καπιταλιστικής σχέσης ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1940 μέσα από την αύξηση των στρατιωτικών και δημοσίων έργων, η οποία επέβαλε οριστικά το νόμο της αξίας και στην κυπριακή ύπαιθρο. Η καπιταλιστική ανάπτυξη, όμως, δεν υπήρξε ούτε συνεναιτική ούτε ομαλή διαδικασία. Οι τοπικές αντιστάσεις στο κεφάλαιο εκφράστηκαν μέσα από το συνεργατικό και το συνδικαλιστικό κίνημα, που συγκροτήθηκαν ταυτόχρονα ως άμυνα και πρόταση των αγροτών και των εργατών ενάντια στη και για τη μορφή της ανάπτυξης. Τα ίδια αυτά στρατιωτικά και δημόσια έργα, που σηματοδότησαν την οριστική επικράτηση της μισθωτής μορφής εργασίας, αποτέλεσαν ταυτόχρονα και πτυχή του κεϋνσιανού συμβιβασμού, ο οποίος ενσωμάτωσε την εργατική τάξη στο κράτος μέσα από την πολιτική ρύθμιση της αγοράς.
Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων προήλθε από τα μεσαία στρώματα της υπαίθρου, με τη στήριξη ενός τμήματος της αστικής τάξης και είχε ως στόχο τη δυνατότητα εξασφάλισης χαμηλότοκων δανείων. Οι εταιρείες βασίστηκαν στις αρχές της αλληλοβοήθειας και της αυτοβοήθειας και οι μέτοχοί τους ήταν «αλληλεγγύως και απεριορίστως υπεύθυνοι» απέναντι τρίτων.15 Σταδιακά το συνεργατικό κίνημα μεγάλωσε, ενέταξε και τα χαμηλά αγροτικά στρώματα και επεκτάθηκε στον εμπορικό και καταναλωτικό τομέα με την ίδρυση οργανισμών διάθεσης προϊόντων και παντοπωλείων. Η βρετανική αποικιακή κυβέρνηση επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το συνεργατικό κίνημα και λειτούργησε υποβοηθητικά στην ανάπτυξή του, προωθώντας την αρχή της αποταμίευσης και ιδρύοντας ξεχωριστό Τμήμα Συνεργατισμού το 1936 και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα το 1938.16 Μια κυβερνητική έκθεση με θέμα τη “συνεργασία” και τίτλο “Για τις πιστωτικές συνεργατικές εταιρείες”17 είναι ενδεικτική της αποικιακής αντίληψης της χρησιμότητας του συνεργατισμού και ως “σχολείου εξάσκησης στις επιχειρηματικές μεθόδους”. Ένα άλλο απόσπασμα του ίδιου κειμένου αναφέρει: “Περιληπτικά στη συνεργασία δίνουμε ως εγγύηση το δικό μας υστέρημα, στην πραγματικότητα υποθηκεύουμε όχι την περιουσία μας, αλλά την εργασία μας. Ο εργαζόμενος γίνεται καπιταλιστής του εαυτού του”.18 Η προώθηση του συνεργατισμού, όπως και η νομοθετική ρύθμιση των αγροτικών χρεών που ακολούθησε το 1940,19 εντασσόταν στην ευρύτερη προσπάθεια της αποικιακής εξουσίας να συμφιλιωθεί με τα λαϊκά και τα αγροτικά στρώματα και να ανακόψει την ανοδική πορεία του αντιαποικιακού κινήματος. Το συνεργατικό κίνημα, στο βαθμό που έμενε έξω από την πολιτική, αποτελούσε ένα δυνητικό εργαλείο για την προώθηση της κυβερνητικής επιρροής μέσα από τον έλεγχο του διχτύου διακίνησης χρήματος και προϊόντων. Επιπρόσθετα, ο συνεργατισμός από την οπτική της αποικιοκρατίας, στο βαθμό που «ανέτρεφε» μια τάξη υπεύθυνων μικρο-ιδιοκτητών20 και εμφυσούσε ένα αίσθημα οικονομικής ασφάλειας στους υπηκόους, λειτουργούσε αποτρεπτικά στην όποια προσπάθεια διασάλευσης της κοινωνικής ειρήνης.
Στο πολιτικό επίπεδο, η φιλελευθεροποίηση, που επέτρεψε το αποικιακό καθεστώς γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1940 στην προσπάθειά του να κτίσει την απαραίτητη κοινωνική συναίνεση για τη συνέχιση της εξουσίας του, υπήρξε καθοριστικός σταθμός. Και αυτό επειδή λειτούργησε ως καταλύτης σε μια μη αναστρέψιμη διαδικασία πολιτικοποίησης των μαζών. Αυτή η πολιτικοποίηση εκφράστηκε μέσα από τη δημιουργία μαζικών οργανώσεων τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο και χαρακτηρίστηκε από μια έντονη πόλωση, η οποία εξελίχτηκε και σε βίαιη σύγκρουση σε περιόδους εκλογικών αναμετρήσεων και σε περιόδους εκτεταμένων απεργιακών κινητοποιήσεων. Ο Ψυχρός Πόλεμος και ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα πρόσθεσαν και μια ιδεολογική επικάλυψη στην ουσιαστικά κοινωνική και πολιτική σύγκρουση των παρατάξεων Αριστεράς και Δεξιάς στην ελληνόφωνη κοινότητα της Κύπρου.21 Όσον αφορά την τουρκόφωνη κοινότητα της Κύπρου, οι τάσεις προς το διαχωρισμό από την ελληνόφωνη πλειοψηφία είχαν ήδη αρχίσει να εκφράζονται σε αντιπαραβολή με την κυριαρχία του αιτήματος της ένωσης.22 Από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 δημιουργήθηκαν αμιγείς τουρκόφωνες οργανώσεις και σωματεία, όπως οι Τουρκικές Συντεχνίες και η Ένωση Τούρκων Αγροτών και άρχισε να αρθρώνεται το αίτημα της διχοτόμησης.23 Παρόλο που σε δια-προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο ο διαχωρισμός δεν υπήρξε ούτε ολοκληρωτικός ούτε καθοριστικός,24 η απουσία τουρκόφωνων Κυπρίων από πρωτοβουλίες όπως οι αγροτικές κολλεκτίβες είναι ίσως ενδεικτική της πολιτικής απόστασης, που είχε αρχίσει να δημιουργείται μεταξύ των δύο κύριων κοινοτήτων της Κύπρου.
Από πλευράς τεχνικής υποδομής, την περίοδο μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο σημειώθηκε τεράστια ανάπτυξη τόσο στη μορφή όσο και στα μέσα της αγροτικής παραγωγής. Ο αριθμός των διαθέσιμων τρακτέρ και οι ποσότητες των διαθέσιμων λιπασμάτων αυξήθηκαν σημαντικά,25 θέτοντας έστω και καθυστερημένα τις προϋποθέσεις για την αναβάθμιση της κυπριακής γεωργίας. Ο κατατεμαχισμός του αγροτικού κλήρου όμως, συνέπεια του εθιμικού συστήματος ισοκατανομής της κτηματικής κληρονομιάς αλλά και της τοκογλυφίας, συνέχισε να εμποδίζει την ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας και την πλήρη αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της εκβιομηχάνισης.26 Η τεράστια αύξηση των γεωτρήσεων στα μεταπολεμικά χρόνια έκανε εφικτή την επέκταση της μηχανικά αρδευόμενης γης στις 138 500 σκάλες, επιφέροντας αύξηση ύψους 160% από το 1946 μέχρι το 1957.27 Η γενικότερη έλλειψη επενδύσεων, όμως, τόσο από το αποικιακό κράτος όσο και από το ιδιωτικό κεφάλαιο, παρέτεινε την κρίση της γεωργίας και απέτρεψε την ανάπτυξη μαζικού αγροτικού καπιταλισμού στην Κύπρο. Με αυτά τα δεδομένα, ο πιστωτικός συνεργατισμός κατέστη ντε φάκτο ο κύριος φορέας αναπτυξιακής χρηματοδότησης και το βασικό πεδίο της διαλεκτικής της κεφαλαιακής συσσώρευσης στην ύπαιθρο. Η μετάβαση από την αγροτική κοινωνία στην εμπορική οικονομία28 δεν ήρθε, όμως, μόνο μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά και μέσα από την ανατροπή και μετατροπή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.
Οι παράλληλες πορείες της προλεταριοποίησης και του συνεργατισμού δεν αποτελούν τυχαίο γεγονός. Ο συνεργατισμός υπήρξε μια μορφή αντίστασης στην προλεταριοποίηση, μια προσπάθεια των αγροτών να αποφύγουν να ξεπέσουν – με τους όρους της εποχής – στην “τελευταία υποστάθμη της κοινωνικής εξαθλίωσης που φέρει το όνομα εργατική τάξη”.29 Όπως το συνδικαλιστικό κίνημα στις πόλεις, το συνεργατικό κίνημα στην ύπαιθρο έπαιξε ρυθμιστικό ρόλο στην εδραίωση της καπιταλιστικής σχέσης καθώς επιτάχυνε τη διάβρωση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων εργασίας και συνεργασίας. Αν η διαδικασία της προλεταριοποίησης αποτέλεσε τη στιγμή της τυπικής υπαγωγής της εργατικής δύναμης των Κυπρίων στο παγκόσμιο κεφάλαιο, ο θεσμός του συνεργατισμού έθεσε τις ιστορικές βάσεις για την πραγματική υπαγωγή.30 Μέσα από τις πιστωτικές εταιρείες, οι αγρότες εξασφάλισαν καλύτερους όρους χρηματοδότησης και περιόρισαν το φαινόμενο της τοκογλυφίας. Στη διαδικασία αυτή όμως δεν αυτονομήθηκαν από την αστική τάξη, αλλά ανέλαβαν αυτοί, ή κάποιοι από αυτούς, το ρόλο της. Δεν ανέτρεψαν, αλλά μετάλλαξαν τη μορφή της οικονομικής τους εξάρτησης. Η σχέση της “πομισιαρκάς” ή του “φουμισιαρλίκ” παραδείγματος χάριν, σύμφωνα με την οποία ο γαιοκτήμονας έβαζε τη γη και το σπόρο και ο ακτήμονας την εργασία, για να μοιραστούν μαζί τη σοδειά, έδωσε χώρο σε πιο τυπικά ορθολογιστικές σχέσεις όπως το ενοίκιο, την ενοικιαγορά και την υποθήκευση. Η συνεργασία μεταμορφώθηκε κατά την ύστερη αποικιακή περίοδο μέσα από την ανάπτυξη της χρηματικής οικονομίας – από τη βάση της άτυπης και άγραφης οικογενειακής και κοινοτικής αλληλοβοήθειας πέρασε στη βάση της ατομικής, μετοχικής, συνεταιριστικής σύμπραξης. Η διαδικασία αυτή όμως, η οποία εμβάθυνε και επέκτεινε την καπιταλιστική σχέση, υπήρξε ταυτόχρονα ιστορικό αποτέλεσμα και αιτία του ταξικού ανταγωνισμού. Και ήταν γενικότερα οι “αχόρταγοι εργάτες”31 που οριοθετούσαν τις παράμετρους της κεφαλαιακής συσσώρευσης τόσο στην ύπαιθρο όσο και στην πόλη.
Γ. Δρώντες και δημιουργία
“Η τάξη ορίζεται από ανθρώπους καθώς αυτοί ζουν τη δική τους ιστορία και τελικά αυτός είναι ο μόνος ορισμός” 32
“Η τάξη ορίζεται από ανθρώπους καθώς αυτοί ζουν τη δική τους ιστορία και τελικά αυτός είναι ο μόνος ορισμός” 32
Τόσο οι ταξικές όσο και οι πολιτικές καταβολές των αγροτικών κολλεκτιβών εντοπίζονται στους αγροτομορφωτικούς συλλόγους και στα σωματεία των χωριών. Οι μορφωτικοί σύλλογοι33 και τα σωματεία των χωριών εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ως κοινωνικά και πολιτιστικά κέντρα με στόχο την καλλιέργεια σοσιαλιστικής συνείδησης στην κυπριακή ύπαιθρο. Μέσα στις γενικευμένες συνθήκες φτώχειας και εξαθλίωσης, που σημάδεψαν την κρίση της γεωργίας, οι άνεργοι και άεργοι αγρότες προσεγγίστηκαν από τους κομμουνιστές, οι οποίοι κήρυτταν τη γενικευμένη μόρφωση και τη μαζική οργάνωση. Οι σύλλογοι και τα σωματεία αυτά στέγασαν τις συντεχνίες και τις οργανώσεις του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου και του ΑΚΕΛ και λειτούργησαν ευρύτερα ως δημόσιοι χώροι προλεταριακής κοινωνικοποίησης και ιδεολογικής επιμόρφωσης. Μέσα από διαλέξεις, θεατρικές παραστάσεις και το στήσιμο βιβλιοθηκών με κοινωνικό περιεχόμενο, οι προλεταριοποιημένοι αγρότες ήρθαν σε επαφή με τον κομμουνισμό. “Η γη ανήκει σε αυτούς που τη δουλεύουν. Νόμος φυσικός, άγραφος νόμος, γραμμένος όμως με πύρινα γράμματα στη συνείδηση όσων αγωνίζονται για το ψωμί και την λευτεριά. Οι είλωτες, οι σκλάβοι, οι δουλοπάροικοι, οι ενοικιαστές και οι πομισιάρηδες, οι ξεκληρισμένοι του κάμπου και του βουνού είναι δημιουργήματα και θύματα ενός αυθαίρετου και αισχρού εκμεταλλευτικού συστήματος”.34
Ποιος ήταν, όμως, ακριβώς ο ρόλος της αριστερής ιδεολογίας στη δημιουργία των αγροτικών κολλεκτιβών; Σε ποιο βαθμό μπορούμε να δούμε τις κολλεκτίβες ως ιδεολογικά εμπνευσμένες απόπειρες κοινωνικοποίησης της παραγωγής και σε ποιο βαθμό μπορούμε να τις δούμε ως οικονομικά κατευθυνόμενες πράξεις βιοπορισμού; Αυτά τα ερωτήματα δεν επιδέχονται εύκολων απαντήσεων. Για τους κολλεκτιβιστές, το “να ζήσουν” και το “να δώσουν παράδειγμα στον Κύπριο γεωργό”35 δεν ήταν διαχωρισμένα. Μια κάποια ιδεολογική συνεκτικότητα αποτελούσε ούτως ή άλλως προϋπόθεση για μια τόσο δεσμευτική πράξη όπως η συμμετοχή σε μια οικονομική και βιοπολιτική συλλογικότητα.“Ήταν τόσον κοινωνικά σφικτοδεμμένοι οι σύντροφοι της κολλεκτίβας. Τζαι το πιο βασικόν, το πιο βασικόν δεν είναι τα λεφτά. Το πιο βασικόν εν ο άνθρωπος, ο οποίος εννά συνεργαστεί μεταξύ του, εννά χτίσει, εννά οικοδομήσει, εννά παράγει. Μόνον τζιαμέ καταλαβαίνεις την αξία των συντρόφων”.36 “Εξέραμεν ούλλοι τον σκοπό που εγένετουν...να εξασφαλίσουμεν μιαν δουλειάν να δουλέψουμεν, να φκάλουμεν ένα μεροκάματον να περάουμεν. Τζαι οι παραπάνω εμπέηκαν τζαι με ιδεολογία, εγιώ εμπέηκα παρόλον που είσιεν χτήματα ο μακαρίτης [ο πατέρας μου], εμπέηκα μέσα για να ενισχύσουμεν το κόμμα”.37 Οι κολλεκτιβιστές διάβαζαν τον αριστερό τύπο και πληροφορούνταν για το σοσιαλισμό και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς της Σοβιετικής Ένωσης.38 Μερικοί είχαν δει από κοντά τα εβραϊκά κιπούτς στην Παλαιστίνη κατά τη διάρκεια της θητείας τους στο βρετανικό στρατό και είχαν εντυπωσιαστεί από την οργάνωσή τους.39 Όσο ιδεολόγοι όμως και να ήταν οι κολλεκτιβιστές, άλλο τόσο ήταν απόστρατοι και άνεργοι “εργατο-αγρότες” που συνεταιρίστηκαν στη βάση των οικονομικών τους συμφερόντων. Η ιδεολογία δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τα υλικά συμφέροντα, καθώς έγκειται στον τρόπο με τον οποίο αυτά ορίζονται. “Υπάρχει η άρχουσα τάξη, οι πλουσίοι να πούμεν τζαι υπάρχουν τζαι οι φτωσιοί, οι εργαζόμενοι. Ο εργαζόμενος επιδιώκει λλιόττερες ώρες [εργασίας], παραπάνω μεροκάματον για να ζήσει. Ο πλούσιος επιδιώκει ή [όσον] το δυνατόν να σου επιβάλει τζείνον που θέλει, παραπάνω ώρες με λλιόττερον μεροκάματον. Τούτη εν μια αρχή”.40 Επομένως, το ερώτημα πρέπει να τεθεί διαφορετικά. Ποιες ήταν οι ευρύτερες ιστορικές και ποιες οι τοπικά συγκεκριμένες συνθήκες μέσα από τις οποίες γεννήθηκε η κολλεκτιβίστικη απόπειρα; Και ποιες ήταν οι σχέσεις των κολλεκτιβιστών με τον περιβάλλοντα κοινωνικό ιστό;
Η πρώτη κολλεκτίβα γεννήθηκε μέσα από τον αγώνα για την αποστράτευση41 και σηματοδότησε την ολοκλήρωσή του. Οι κολλεκτιβιστές ήταν όλοι απόστρατοι του Β' Παγκοσμίου Πολέμου που γνωρίζονταν μεταξύ τους από τη θητεία και τις παράνομες τους πολιτικές δραστηριότητες στο βρετανικό στρατό.42 Όντας όμως στην πλειοψηφία τους ξένοι στο Δίκωμο αντιμετωπίστηκαν αρχικά με δυσπιστία από τους ντόπιους.43 Έγιναν αποδεκτοί πρώτα ως απόστρατοι από την ιστορική τους ταυτότητα και μετά ως Ονισιάτες από τη γεωγραφική τους ταυτότητα. Μέσα στις συνθήκες πολιτικού διαχωρισμού και παραταξιακού ανταγωνισμού, η γενικότερη αποδοχή τους ως συγχωριανών Δικωμιτών παρέμεινε αμφίβολη. “Οι Δικωμίτες οι προοδευτικοί εχειροκροτήσαν την προσπάθειαν μας. Οι αντιδραστικοί είπαν ότι ήταν να φύουμεν νύχτα”.44 Η πολιτική πόλωση υπήρξε σχετικά σταθερή παράμετρος, όπως φαίνεται και μέσα από τα χαιρέκακα σχόλια κάποιων δεξιών Δικωμιτών στην εμφάνιση των Ονισιατών προσφύγων στο Δίκωμο μετά την εθνοτική σύγκρουση του 1964 – “εν πειράζει σιόρ έππεσεν η μικρή Μόσχα”.45
Αν και η δεύτερη κολλεκτίβα, στα Περβόλια το 1947, ήταν πρωτοβουλία των αποστράτων, ήταν η νεοσύστατη Ένωση Αγροτών Κύπρου (ΕΑΚ) που ανάλαβε την οργανωτική και θεσμική στήριξη της προσπάθειας.46 Η απόπειρα αυτή συνδέθηκε και νοηματοδοτήθηκε μέσα από τον αγώνα των ακτημόνων για την απόκτηση γης. Η παγκύπρια συγχώνευση των μορφωτικών συλλόγων το 1946 και η δημιουργία της ΕΑΚ, πέραν από μια συγκεντρωτική αναδιοργάνωση των δυνάμεων της Αριστεράς στην ύπαιθρο, αποτελούσε και μια κλιμάκωση των κινητοποιήσεων των ακτημόνων.47Μέσα από την ΕΑΚ το αίτημα της αναδιανομής της γης τέθηκε επιτακτικά και σε παγκύπρια βάση.
“...Οι αγρόται μας χρειάζονται γην. Η γη είναι δι' αυτούς το κυριώτερον μέσον της εργασίας των. Όλη η γη των τσιφλικάδων, των μονών, των θρόνων, των εμποροτοκογλύφων και εμπορομεσιτών πρέπει να απαλλοτριωθεί προς όφελος των ακτημόνων και των μικροκαλλιεργητών...”48 Η ευρύτερη επιδείνωση των ταξικών και πολιτικών σχέσεων το 1948, με τις μεγάλες απεργίες των μεταλλωρύχων και των οικοδόμων,49 συνέθετε ένα εμπρηστικό κλίμα. “Η μουχταροκρατία και ο ζαπτιεδισμός όσο πάνε γίνονται πιο προκλητικοί. Οι εθνικόφρονες εκμεταλλευτές μεταφέρουν και στην ύπαιθρο τις χίτικες μεθόδους των. Ο χωρικός για αυτούς πρέπει να μεταβληθεί σε θύμα των....Οι αγρότες μας – ας το νιώσει καλά η αντίδρασις – ούτε παμπούλες φοβούνται, ούτε απειλές, ούτε ξόρκια. Είναι αυτοί ζωντανό κομμάτι ενός λαού που ένοιωσε την δύναμη του, βρήκε τον δρόμο του και τίποτε δεν μπορεί να τον ανακόψει. Η ώρα που ο σταύλος του Αυγείου θα καθαριστεί από την λαϊκή σκούπα δεν είναι μακρυά”.50 Στην επαρχία Λάρνακας και συγκεκριμένα στην περιοχή γύρω από το αριστερό χωριό Κίτι, η καταλήψη και καλλιέργεια αναξιοποίητης γης, γερμανικής συνήθως ιδιοκτησίας, είχε παρατηρηθεί καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940.51 Στα Περβόλια το 1948 μια τέτοια “λαϊκή απαλλοτρίωση” προκάλεσε την επέμβαση της αποικιακής αστυνομίας και οι δεκαοχτώ καταληψίες οδηγήθηκαν στη φυλακή. Σύμφωνα με έναν από τους συμμετέχοντες στην κατάληψη, η ενέργεια τους δεν ήταν μόνο οικονομική αλλά και πολιτική, παρά το γεγονός ότι “ο σύντροφος Παπαϊωάννου εμήνυσεν μας ότι η πράξη μας ήταν παράνομη”.52 Οι καταληψίες συνδέονταν με τους κολλεκτιβιστές, οι οποίοι τους έδωσαν μάλιστα και αντλία νερού και στάθηκαν οικονομικά αλληλέγγυοι στις οικογένειες τους κατά τη διάρκεια της φυλάκισής τους.53
Το συνεργατικό κίνημα δεν μπορούσε να μείνει έξω από την ταξική και πολιτική σύγκρουση. Η ραγδαία του ανάπτυξη τις προηγούμενες δεκαετίες το είχε καταστήσει κομβικό σημείο στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της υπαίθρου. Ήδη το 1947 υπήρχαν 550 εγγεγραμμένα συνεργατικά ιδρύματα και 81 593 μέλη.54 Ο ανταγωνισμός μεταξύ του ΑΚΕΛ και της ΠΕΚ για τον έλεγχο των επιτροπών των συνεργατικών οργανώσεων και η μεροληπτική στάση των Βρετανών55 αποτελούσε τη φανερή όψη μιας ευρύτερης σύγκρουσης. Η άλλη, υποβόσκουσα όψη, αφορούσε το ίδιο το νόημα της συνεργατικής δραστηριότητας, τη μορφή, το εύρος και την κατεύθυνσή της. Τι ήταν και τι μπορούσε να ήταν ο συνεργατισμός; Απολίτικο κίνημα οικονομικών συμφερόντων, ή πολιτικό κίνημα κοινωνικών συμφερόντων; Ποιων των συμφερόντων εντέλει; Μέθοδος ενσωμάτωσης των αγροτών στην καπιταλιστική οικονομία ή πρακτική σοσιαλιστικής κοινωνικοποίησης; Για το ΑΚΕΛ το συνεργατικό κίνημα αποτελούσε τόσο μορφή ταξικής πάλης όσο και χώρο πολιτικής στρατολόγησης. Η “εκδημοκρατικοποίηση του συνεργατισμού” αποτελούσε επίσημα διακηρυγμένη πολιτική θέση του κόμματος από το 1943.56 Το νόημα αυτής της θέσης, βέβαια, βρισκόταν υπό αδιάκοπη κοινωνική διαπραγμάτευση. Και όσο αυξανόταν η επιρροή των αριστερών στο συνεργατικό κίνημα, τόσο αυξανόταν και ο κίνδυνος διολίσθησης του έξω από τα αποδεκτά για την αποικιακή κυβέρνηση πλαίσια.
Η κολλεκτιβιστική απόπειρα, όπως εκφράστηκε με τη δημιουργία της κολλεκτίβας της Ονίσιας και των Περβολιών, ήταν κάτι το καινούργιο, τόσο για την κυπριακή κοινωνία όσο και για την αποικιακή εξουσία. Η άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και η αλληλεξάρτηση στη βάση της ομαδικής καλλιέργειας έδωσε νέο νόημα στην έννοια της συνεργατικής αλληλεγγύης. Ενώ ακτήμονες και μικροκαλλιεργητές απαιτούσαν από την κυβέρνηση να απαλλοτριώσει την τσιφλικάδικη γη και να τη διαμοιράσει στους φτωχούς αγρότες, οι κολλεκτιβιστές της Ονίσιας και των Περβολιών, με την πρωτοβουλία τους, πρόβαλαν τη συλλογική ιδιοκτησία και καλλιέργεια ως το πρότυπο της συνεργασίας στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής. Η κολλεκτιβιστική λύση του αγροτικού ζητήματος, όμως, αποτελούσε ακραία πολιτική και το ΑΚΕΛ δίσταζε να την ακολουθήσει. Η αμφισβήτηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, είτε άμεσα με τις παράνομες καταλήψεις είτε έμμεσα με τις νόμιμες κολλεκτίβες, ελλόχευε κινδύνους συγκρουσιακής ταξικής αντιπαράθεσης και υπονόμευσης της γραμμής της “εθνικο-απελευθερωτικής ενότητας”. Με δεδομένη τη γενικότερη αδυναμία του ΑΚΕΛ στην ύπαιθρο απέναντι στην ελληνο-ορθόδοξη παράταξη, η πρόταση της κολλεκτιβοποίησης της γεωργίας ήταν παρακινδυνευμένη. Και σίγουρα δεν βρισκόταν στις προτεραιότητες της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, όπως φαίνεται και από την πολιτική εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής προς το Έκτο Συνέδριο του κόμματος το 1949, όπου η μοναδική αναφορά στις δυο κολλεκτίβες που υπήρχαν τότε είχε την μορφή μιας σημείωσης στα πλαίσια του κεφαλαίου των μαζικών οργανώσεων, όπου εντασσόταν ο συνεργατισμός. Αυτή η σημείωση με τίτλο “Αγροτικές Κολλεκτίβες” δήλωνε ότι: “Πρέπει να τύχουν περισσότερης προσοχής και βοήθειας εκ μέρους του Κόμματος και να δούμε με ποιο τρόπο θα μπορούσε να προωθηθεί το κίνημα τούτο. Κοντά στα άλλα πρέπει να γίνει αγώνας για παροχή σε αυτές - και ιδιαίτερα στην κολλεκτίβα Περβολιών – ικανοποιητικών πιστώσεων εκ μέρους της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας”.57 Το “να δούμε” μπροστά από τη μοναδική αναφορά στο “κίνημα τούτο” είναι ενδεχομένως ενδεικτικό μιας ευρύτερης αβεβαιότητας. Το επίσημο ΑΚΕΛ δίσταζε να προωθήσει την κολλεκτιβοποίηση ως πολιτική, προτιμώντας να αναφέρεται στη “συνεργατική καλλιέργεια” ως μέθοδο οικονομίας. Με αυτό εννοούσε την κρατική επιχορήγηση γεωργικών μηχανημάτων για ταυτόχρονη χρήση σε πολλά χωράφια.58 Βέβαια, στους κόλπους της ΕΑΚ, ο αγώνας για την αναδιανομή της γης αποτελούσε στιγμή ενός ευρύτερου αγώνα για την κολλεκτιβοποίηση.“...η επιστροφή της γης στους καλλιεργητές της σημαίνει απολύτρωση των γεωργικών μέσων της παραγωγής, σημαίνει ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας, σημαίνει αγροτική άνοδο, ευημερία και ανθρώπινη ζωή. Έτσι και μόνον έτσι θα μπορούμε να ανακινούμε παράπλευρα και την κολλεκτιβίστικη καλλιέργεια της γης. Η απαλλοτριωμένη γη δεν θα πρέπει να κατακομματιάζεται...Οι Παφίτες και γενικά όλοι οι ακτήμονες και μικροκαλλιεργητές που αγωνίζονται για την απαλλοτρίωση της γης, ας αφομοιώσουν μέσα τους την μεγάλη απόφαση να μην μοιράζουν την γη αλλά να την αφήνουν μονοκόμματη για συνεργατικές εκμεταλλεύσεις”. 59
Και η τρίτη κολλεκτιβιστική απόπειρα στα Κούκλια της Πάφου συνδέθηκε με και νοηματοδοτήθηκε από τον αγώνα των ακτημόνων για την απόκτηση γης. Αλλά σε αυτή την περίπτωση και οι τοπικές και οι ιστορικές συνθήκες ήταν διαφορετικές από τις προηγούμενες δυο απόπειρες. Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία της τρίτης κολλεκτίβας στα τέλη του 1949 – που ονομάστηκε “του Ξερού” καθώς βρισκόταν κοντά στον ομώνυμο ποταμό – προήλθε και σε αυτή την περίπτωση από απόστρατους,60 αλλά μέσα από ιεραρχικές διαδικασίες με πρωταγωνιστές δυο κομματικούς και δυο δικηγόρους, όπως μας πληροφόρησε ένας από τους απόστρατους ο οποίος εκλέγηκε γραμματέας: “Εν εκάμαμεν τίποτε εμείς, εμείς ήμασταν όπως τα αρνιά που μας εκολοσύρναν, ότι νιαν μας πουν εκάμναμεν”.61 Οι συμμετέχοντες σε αυτή την προσπάθεια ήταν λιγότερο συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Πέραν από το ότι προέρχονταν από διαφορετικά χωριά και δεν γνωρίζονταν όλοι μεταξύ τους, οι συνεχείς φιλονικίες τους και η έλλειψη του αισθήματος της ευθύνης απέναντι στη συλλογικότητα62 συνθέτουν μια διαφορετική εικόνα.63 Το γιατί δεν είναι ξεκάθαρο. Ενδεχομένως η απάντηση να βρίσκεται στην ευρύτερη αδυναμία του αριστερού κινήματος ή/και στην εδραίωση της κομματικής γραφειοκρατίας στην Πάφο ή/και την περίοδο 1949-50. Αυτές οι υποθέσεις χρήζουν περαιτέρω εμπειρικής διερεύνησης. Ας εξετάσουμε όμως μια άλλη παράμετρο, στην οποία δεν έχουμε αναφερθεί ακόμα – τη στάση και την πολιτική της αποικιακής κυβέρνησης.
Η απάντηση της αποικιακής κυβέρνησης στο διαχρονικό αίτημα των ακτημόνων για την απαλλοτρίωση και αναδιανομή της τσιφλικάδικης γης ήρθε το 1947 με την αγορά τεσσάρων τσιφλικιών στην Πάφο, κάτι που αποτέλεσε την πιο μεγάλη εξέλιξη των μετα-πολεμικών χρόνων.64 Η απαλλοτρίωση αυτών των βασικά αναξιοποίητων τσιφλικιών του Μπέη στα Κούκλια (δίπλα από το αγρόκτημα όπου δραστηριοποιήθηκε η κολλεκτίβα του Ξερού), στα Πότιμα της Πέγειας, στα Μαμώνια και στην Αχέλια ουσιαστικά επιβλήθηκε στην αποικιακή κυβέρνηση, καθώς αποτελούσε κοινό και βασικό αίτημα και του ελληνο-ορθόδοξου και του σοσιαλιστικού αγροτικού κινήματος, όπως εκφράστηκε αντίστοιχα μέσα από την ΠΕΚ και την ΕΑΚ.65 Όμως, για την αποικιακή κυβέρνηση η αγορά των τσιφλικιών ήταν πρώτα από όλα οικονομική επένδυση και τρόπος άσκησης πολιτικής επιρροής. Προχώρησε σε βελτιωτικά έργα στα τσιφλίκια αυτά και ενοικίαζε σε προσωρινή βάση μερίδια γης σε οικογενειάρχες άντρες, μέσα από τις συνεργατικές πιστωτικές εταιρείες των γύρω χωριών, στην προσπάθεια της να βρει τους κατάλληλους ανθρώπους για μακροχρόνιο ενοικιοστάσιο.66 Μέσα από τη διαχείριση των τεσσάρων αυτών τσιφλικιών η αποικιακή κυβέρνηση πρόβαλε τις δικές της προϋποθέσεις για την αναδιανομή της γης και το δικό της πρότυπο συνεργασίας στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής. “Προτείνεται να δημιουργηθούν συνεργατικές γεωργικές ενώσεις που θα ενοικιάσουν τα τσιφλίκια από την κυβέρνηση και θα τα επανα-ενοικιάσουν στα μέλη τους. Οι ενώσεις αυτές μπορούν να αποκτήσουν γεωργικά μηχανήματα και να διευθετήσουν για τη συλλογική διάθεση των προϊόντων των μελών τους”.67 O κυβερνητικός αυτός στόχος επιτεύχθηκε μόνο στα Πότιμα της Πέγειας το 1950-1951 μετά από αρκετή προσπάθεια εκ μέρους της αποικιακής κυβέρνησης. “Ο διοικητής της Πάφου ανέφερε ότι, καθώς τα αρχικά άτομα που επιλέγηκαν ως δυνητικά μέλη της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων αρνήθηκαν να αποδεκτούν τους όρους της κυβέρνησης για το ενοικιοστάσιο του τσιφλικιού, άλλα άτομα με ελαφρώς ανώτερο κοινωνικό στάτους (of a slightly higher social status) επιλέγηκαν και δημιούργησαν την εταιρεία και υπόγραψαν το ενοικιοστάσιο με τους όρους της κυβέρνησης”.68
Όσο όμως η δημιουργία της τρίτης κολλεκτίβας του Ξερού στα Κούκλια της Πάφου σε ένα αγρόκτημα, το οποίο συνόρευε με το απαλλοτριωμένο, κυβερνητικό πια, τσιφλίκι των Κουκλιών, σχεδίαστηκε ή τουλάχιστον προβλήθηκε ως το αριστερό παράδειγμα στην πολιτική της κυβέρνησης για τα τσιφλίκια, άλλο τόσο η Συνεργατική Έπαυλη των Ποτίμων υπήρξε η αντι-παραβολή στην κολλεκτιβιστική απόπειρα. Αφού είχε ήδη διαμοιράσει το τσιφλίκι σε κλήρους και αφού είχε ήδη ξεκαθαρίσει ότι το τσιφλίκι δεν ήταν προς διανομή ή πώληση αλλά προς συλλογική ενοικίαση, η κυβέρνηση άρχισε στα τέλη του 1950 να προτρέπει τους αγρότες τους οποίους επέλεξε για το συνεταιρισμό στα Πότιμα να συνεργαστούν. “Ήτουν έτοιμοι οι κλήροι αλλά να δεις, [οι] υπεύθυνοι, το Γεωργικό Τμήμα εκατέβαλεν μας προσπάθειαν να τα σπείρουμεν ομαδικά, να κάμουμεν κολλεκτίβα....για να δει αν έχουμεν όρεξη να δουλέψουμεν”.69 Η ΕΑΚ Πάφου, όμως, αμφισβήτησε και τις προθέσεις και τις μεθόδους της αποικιακής κυβέρνησης αντιδρώντας στην προσπάθειά της να οικειοποιηθεί την πρόταση της ομαδικής καλλιέργειας. “Τι είδους ομαδική καλλιέργεια θα γίνει εκεί μέσα; ο κάθε ένας θα έχει από ένα κομμάτι γης και θα είναι υπόχρεος να κάμνει ότι φυτείες του υποδείξει ο κυβερνητικός λειτουργός....κατά τα άλλα ομαδική θα είναι η υποχρέωση έναντι της κυβέρνησης για να εξοφλήσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις”.70
Με τη δημιουργία της τέταρτης κολλεκτίβας στο Αυγόρου της Αμμοχώστου στα τέλη του 1951, η ΕΑΚ μετρούσε πέντε χρόνια δράσης. Παρά το ότι οι κολλεκτιβιστές ήταν ΕΑΚίτες η δημιουργία της τέταρτης κολλεκτίβας δεν φαίνεται να προήλθε από την ΕΑΚ ως οργάνωση. Η ΕΑΚ στήριζε τις κολλεκτίβες καθώς θεωρούσε ότι “με το έργο τους κτίζουν την καινούργια βάση για την αγροτικήν οικονομία του νησιού μας”.71 Αλλά ταυτόχρονα ως μαζική πολιτική οργάνωση θεωρούσε ότι προτεραιότητά της ήταν η προώθηση του ευρύτερου αγώνα ενάντια στο “ιμπεριαλιστικό αποικιακό σύστημα διακυβέρνησης”. “Χωρίς να αμφιβάλλει ότι και στον τόπο μας υπάρχει κάθε δυνατότητα για να ευδοκιμήσει ένα μαζικό κολλεκτιβίστικο σύστημα εντούτοις τούτο δεν είναι δυνατό να γίνει κάτω από μια ξένη αντιλαϊκή αποικιακή κυβέρνηση γιατί δεν συμφέρει στον ξένο κυρίαρχο να προκόψει και να ευημερήσει ο λαός μας. Τότε μόνο θάναι εύκολο να πλατύνει το κολλεκτιβίστικο κίνημα όταν ο δυστυχισμένος αυτός τόπος ξεσκλαβωθεί εθνικά, πολιτικά και οικονομικά”.72 Οι κολλεκτιβιστές ήταν και στο Αυγόρου “αριστεροί συμπαθούντες”,73 αλλά “το ΑΚΕΛ του Αυκόρου ενέκρινεν, δεν αποφάσισεν την πράξη”.74 Η κολλεκτίβα αυτή είχε έντονο τοπικό χαρακτήρα, καθώς οι συμμετέχοντες ήταν όλοι χωριανοί, οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους με συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς. Αυτό που κάνει όμως την περίπτωση του Αυγόρου διαφορετική από τις τρεις προηγούμενες κολλεκτίβες είναι η συμμετοχή ενός μόνο απόστρατου και των γυναικών ως μετόχων από την αρχή της προσπάθειας. Εντούτοις, αυτό δεν συνοδεύτηκε και από τη συμμετοχή τους στην επιτροπή της κολλεκτίβας, καθώς και εκεί, όπως και στις άλλες κολλεκτίβες, τα μεροκάματα παρέμειναν άνισα75. Αλλά το γεγονός ότι εκεί οι γυναίκες είχαν από την αρχή το δικαίωμα να συναποφασίζουν ως μετόχοι και η πληροφορία ότι εκεί “οι γεναίτζες εμιλούσαν, είχαν παραπάνω γλώσσα που μας”76 αποτελούν ενδεχομένως ενδείξεις μιας ευρύτερης αμφισβήτησης της αντρικής εξουσίας ως αναπόσπαστου μέρους της ιστορικής κρίσης της παραδοσιακής πατριαρχικής εξουσίας.77
Ποιος ήταν, όμως, ακριβώς ο ρόλος της αριστερής ιδεολογίας στη δημιουργία των αγροτικών κολλεκτιβών; Σε ποιο βαθμό μπορούμε να δούμε τις κολλεκτίβες ως ιδεολογικά εμπνευσμένες απόπειρες κοινωνικοποίησης της παραγωγής και σε ποιο βαθμό μπορούμε να τις δούμε ως οικονομικά κατευθυνόμενες πράξεις βιοπορισμού; Αυτά τα ερωτήματα δεν επιδέχονται εύκολων απαντήσεων. Για τους κολλεκτιβιστές, το “να ζήσουν” και το “να δώσουν παράδειγμα στον Κύπριο γεωργό”35 δεν ήταν διαχωρισμένα. Μια κάποια ιδεολογική συνεκτικότητα αποτελούσε ούτως ή άλλως προϋπόθεση για μια τόσο δεσμευτική πράξη όπως η συμμετοχή σε μια οικονομική και βιοπολιτική συλλογικότητα.“Ήταν τόσον κοινωνικά σφικτοδεμμένοι οι σύντροφοι της κολλεκτίβας. Τζαι το πιο βασικόν, το πιο βασικόν δεν είναι τα λεφτά. Το πιο βασικόν εν ο άνθρωπος, ο οποίος εννά συνεργαστεί μεταξύ του, εννά χτίσει, εννά οικοδομήσει, εννά παράγει. Μόνον τζιαμέ καταλαβαίνεις την αξία των συντρόφων”.36 “Εξέραμεν ούλλοι τον σκοπό που εγένετουν...να εξασφαλίσουμεν μιαν δουλειάν να δουλέψουμεν, να φκάλουμεν ένα μεροκάματον να περάουμεν. Τζαι οι παραπάνω εμπέηκαν τζαι με ιδεολογία, εγιώ εμπέηκα παρόλον που είσιεν χτήματα ο μακαρίτης [ο πατέρας μου], εμπέηκα μέσα για να ενισχύσουμεν το κόμμα”.37 Οι κολλεκτιβιστές διάβαζαν τον αριστερό τύπο και πληροφορούνταν για το σοσιαλισμό και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς της Σοβιετικής Ένωσης.38 Μερικοί είχαν δει από κοντά τα εβραϊκά κιπούτς στην Παλαιστίνη κατά τη διάρκεια της θητείας τους στο βρετανικό στρατό και είχαν εντυπωσιαστεί από την οργάνωσή τους.39 Όσο ιδεολόγοι όμως και να ήταν οι κολλεκτιβιστές, άλλο τόσο ήταν απόστρατοι και άνεργοι “εργατο-αγρότες” που συνεταιρίστηκαν στη βάση των οικονομικών τους συμφερόντων. Η ιδεολογία δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τα υλικά συμφέροντα, καθώς έγκειται στον τρόπο με τον οποίο αυτά ορίζονται. “Υπάρχει η άρχουσα τάξη, οι πλουσίοι να πούμεν τζαι υπάρχουν τζαι οι φτωσιοί, οι εργαζόμενοι. Ο εργαζόμενος επιδιώκει λλιόττερες ώρες [εργασίας], παραπάνω μεροκάματον για να ζήσει. Ο πλούσιος επιδιώκει ή [όσον] το δυνατόν να σου επιβάλει τζείνον που θέλει, παραπάνω ώρες με λλιόττερον μεροκάματον. Τούτη εν μια αρχή”.40 Επομένως, το ερώτημα πρέπει να τεθεί διαφορετικά. Ποιες ήταν οι ευρύτερες ιστορικές και ποιες οι τοπικά συγκεκριμένες συνθήκες μέσα από τις οποίες γεννήθηκε η κολλεκτιβίστικη απόπειρα; Και ποιες ήταν οι σχέσεις των κολλεκτιβιστών με τον περιβάλλοντα κοινωνικό ιστό;
Η πρώτη κολλεκτίβα γεννήθηκε μέσα από τον αγώνα για την αποστράτευση41 και σηματοδότησε την ολοκλήρωσή του. Οι κολλεκτιβιστές ήταν όλοι απόστρατοι του Β' Παγκοσμίου Πολέμου που γνωρίζονταν μεταξύ τους από τη θητεία και τις παράνομες τους πολιτικές δραστηριότητες στο βρετανικό στρατό.42 Όντας όμως στην πλειοψηφία τους ξένοι στο Δίκωμο αντιμετωπίστηκαν αρχικά με δυσπιστία από τους ντόπιους.43 Έγιναν αποδεκτοί πρώτα ως απόστρατοι από την ιστορική τους ταυτότητα και μετά ως Ονισιάτες από τη γεωγραφική τους ταυτότητα. Μέσα στις συνθήκες πολιτικού διαχωρισμού και παραταξιακού ανταγωνισμού, η γενικότερη αποδοχή τους ως συγχωριανών Δικωμιτών παρέμεινε αμφίβολη. “Οι Δικωμίτες οι προοδευτικοί εχειροκροτήσαν την προσπάθειαν μας. Οι αντιδραστικοί είπαν ότι ήταν να φύουμεν νύχτα”.44 Η πολιτική πόλωση υπήρξε σχετικά σταθερή παράμετρος, όπως φαίνεται και μέσα από τα χαιρέκακα σχόλια κάποιων δεξιών Δικωμιτών στην εμφάνιση των Ονισιατών προσφύγων στο Δίκωμο μετά την εθνοτική σύγκρουση του 1964 – “εν πειράζει σιόρ έππεσεν η μικρή Μόσχα”.45
Αν και η δεύτερη κολλεκτίβα, στα Περβόλια το 1947, ήταν πρωτοβουλία των αποστράτων, ήταν η νεοσύστατη Ένωση Αγροτών Κύπρου (ΕΑΚ) που ανάλαβε την οργανωτική και θεσμική στήριξη της προσπάθειας.46 Η απόπειρα αυτή συνδέθηκε και νοηματοδοτήθηκε μέσα από τον αγώνα των ακτημόνων για την απόκτηση γης. Η παγκύπρια συγχώνευση των μορφωτικών συλλόγων το 1946 και η δημιουργία της ΕΑΚ, πέραν από μια συγκεντρωτική αναδιοργάνωση των δυνάμεων της Αριστεράς στην ύπαιθρο, αποτελούσε και μια κλιμάκωση των κινητοποιήσεων των ακτημόνων.47Μέσα από την ΕΑΚ το αίτημα της αναδιανομής της γης τέθηκε επιτακτικά και σε παγκύπρια βάση.
“...Οι αγρόται μας χρειάζονται γην. Η γη είναι δι' αυτούς το κυριώτερον μέσον της εργασίας των. Όλη η γη των τσιφλικάδων, των μονών, των θρόνων, των εμποροτοκογλύφων και εμπορομεσιτών πρέπει να απαλλοτριωθεί προς όφελος των ακτημόνων και των μικροκαλλιεργητών...”48 Η ευρύτερη επιδείνωση των ταξικών και πολιτικών σχέσεων το 1948, με τις μεγάλες απεργίες των μεταλλωρύχων και των οικοδόμων,49 συνέθετε ένα εμπρηστικό κλίμα. “Η μουχταροκρατία και ο ζαπτιεδισμός όσο πάνε γίνονται πιο προκλητικοί. Οι εθνικόφρονες εκμεταλλευτές μεταφέρουν και στην ύπαιθρο τις χίτικες μεθόδους των. Ο χωρικός για αυτούς πρέπει να μεταβληθεί σε θύμα των....Οι αγρότες μας – ας το νιώσει καλά η αντίδρασις – ούτε παμπούλες φοβούνται, ούτε απειλές, ούτε ξόρκια. Είναι αυτοί ζωντανό κομμάτι ενός λαού που ένοιωσε την δύναμη του, βρήκε τον δρόμο του και τίποτε δεν μπορεί να τον ανακόψει. Η ώρα που ο σταύλος του Αυγείου θα καθαριστεί από την λαϊκή σκούπα δεν είναι μακρυά”.50 Στην επαρχία Λάρνακας και συγκεκριμένα στην περιοχή γύρω από το αριστερό χωριό Κίτι, η καταλήψη και καλλιέργεια αναξιοποίητης γης, γερμανικής συνήθως ιδιοκτησίας, είχε παρατηρηθεί καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940.51 Στα Περβόλια το 1948 μια τέτοια “λαϊκή απαλλοτρίωση” προκάλεσε την επέμβαση της αποικιακής αστυνομίας και οι δεκαοχτώ καταληψίες οδηγήθηκαν στη φυλακή. Σύμφωνα με έναν από τους συμμετέχοντες στην κατάληψη, η ενέργεια τους δεν ήταν μόνο οικονομική αλλά και πολιτική, παρά το γεγονός ότι “ο σύντροφος Παπαϊωάννου εμήνυσεν μας ότι η πράξη μας ήταν παράνομη”.52 Οι καταληψίες συνδέονταν με τους κολλεκτιβιστές, οι οποίοι τους έδωσαν μάλιστα και αντλία νερού και στάθηκαν οικονομικά αλληλέγγυοι στις οικογένειες τους κατά τη διάρκεια της φυλάκισής τους.53
Το συνεργατικό κίνημα δεν μπορούσε να μείνει έξω από την ταξική και πολιτική σύγκρουση. Η ραγδαία του ανάπτυξη τις προηγούμενες δεκαετίες το είχε καταστήσει κομβικό σημείο στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της υπαίθρου. Ήδη το 1947 υπήρχαν 550 εγγεγραμμένα συνεργατικά ιδρύματα και 81 593 μέλη.54 Ο ανταγωνισμός μεταξύ του ΑΚΕΛ και της ΠΕΚ για τον έλεγχο των επιτροπών των συνεργατικών οργανώσεων και η μεροληπτική στάση των Βρετανών55 αποτελούσε τη φανερή όψη μιας ευρύτερης σύγκρουσης. Η άλλη, υποβόσκουσα όψη, αφορούσε το ίδιο το νόημα της συνεργατικής δραστηριότητας, τη μορφή, το εύρος και την κατεύθυνσή της. Τι ήταν και τι μπορούσε να ήταν ο συνεργατισμός; Απολίτικο κίνημα οικονομικών συμφερόντων, ή πολιτικό κίνημα κοινωνικών συμφερόντων; Ποιων των συμφερόντων εντέλει; Μέθοδος ενσωμάτωσης των αγροτών στην καπιταλιστική οικονομία ή πρακτική σοσιαλιστικής κοινωνικοποίησης; Για το ΑΚΕΛ το συνεργατικό κίνημα αποτελούσε τόσο μορφή ταξικής πάλης όσο και χώρο πολιτικής στρατολόγησης. Η “εκδημοκρατικοποίηση του συνεργατισμού” αποτελούσε επίσημα διακηρυγμένη πολιτική θέση του κόμματος από το 1943.56 Το νόημα αυτής της θέσης, βέβαια, βρισκόταν υπό αδιάκοπη κοινωνική διαπραγμάτευση. Και όσο αυξανόταν η επιρροή των αριστερών στο συνεργατικό κίνημα, τόσο αυξανόταν και ο κίνδυνος διολίσθησης του έξω από τα αποδεκτά για την αποικιακή κυβέρνηση πλαίσια.
Η κολλεκτιβιστική απόπειρα, όπως εκφράστηκε με τη δημιουργία της κολλεκτίβας της Ονίσιας και των Περβολιών, ήταν κάτι το καινούργιο, τόσο για την κυπριακή κοινωνία όσο και για την αποικιακή εξουσία. Η άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και η αλληλεξάρτηση στη βάση της ομαδικής καλλιέργειας έδωσε νέο νόημα στην έννοια της συνεργατικής αλληλεγγύης. Ενώ ακτήμονες και μικροκαλλιεργητές απαιτούσαν από την κυβέρνηση να απαλλοτριώσει την τσιφλικάδικη γη και να τη διαμοιράσει στους φτωχούς αγρότες, οι κολλεκτιβιστές της Ονίσιας και των Περβολιών, με την πρωτοβουλία τους, πρόβαλαν τη συλλογική ιδιοκτησία και καλλιέργεια ως το πρότυπο της συνεργασίας στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής. Η κολλεκτιβιστική λύση του αγροτικού ζητήματος, όμως, αποτελούσε ακραία πολιτική και το ΑΚΕΛ δίσταζε να την ακολουθήσει. Η αμφισβήτηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, είτε άμεσα με τις παράνομες καταλήψεις είτε έμμεσα με τις νόμιμες κολλεκτίβες, ελλόχευε κινδύνους συγκρουσιακής ταξικής αντιπαράθεσης και υπονόμευσης της γραμμής της “εθνικο-απελευθερωτικής ενότητας”. Με δεδομένη τη γενικότερη αδυναμία του ΑΚΕΛ στην ύπαιθρο απέναντι στην ελληνο-ορθόδοξη παράταξη, η πρόταση της κολλεκτιβοποίησης της γεωργίας ήταν παρακινδυνευμένη. Και σίγουρα δεν βρισκόταν στις προτεραιότητες της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, όπως φαίνεται και από την πολιτική εισήγηση της Κεντρικής Επιτροπής προς το Έκτο Συνέδριο του κόμματος το 1949, όπου η μοναδική αναφορά στις δυο κολλεκτίβες που υπήρχαν τότε είχε την μορφή μιας σημείωσης στα πλαίσια του κεφαλαίου των μαζικών οργανώσεων, όπου εντασσόταν ο συνεργατισμός. Αυτή η σημείωση με τίτλο “Αγροτικές Κολλεκτίβες” δήλωνε ότι: “Πρέπει να τύχουν περισσότερης προσοχής και βοήθειας εκ μέρους του Κόμματος και να δούμε με ποιο τρόπο θα μπορούσε να προωθηθεί το κίνημα τούτο. Κοντά στα άλλα πρέπει να γίνει αγώνας για παροχή σε αυτές - και ιδιαίτερα στην κολλεκτίβα Περβολιών – ικανοποιητικών πιστώσεων εκ μέρους της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας”.57 Το “να δούμε” μπροστά από τη μοναδική αναφορά στο “κίνημα τούτο” είναι ενδεχομένως ενδεικτικό μιας ευρύτερης αβεβαιότητας. Το επίσημο ΑΚΕΛ δίσταζε να προωθήσει την κολλεκτιβοποίηση ως πολιτική, προτιμώντας να αναφέρεται στη “συνεργατική καλλιέργεια” ως μέθοδο οικονομίας. Με αυτό εννοούσε την κρατική επιχορήγηση γεωργικών μηχανημάτων για ταυτόχρονη χρήση σε πολλά χωράφια.58 Βέβαια, στους κόλπους της ΕΑΚ, ο αγώνας για την αναδιανομή της γης αποτελούσε στιγμή ενός ευρύτερου αγώνα για την κολλεκτιβοποίηση.“...η επιστροφή της γης στους καλλιεργητές της σημαίνει απολύτρωση των γεωργικών μέσων της παραγωγής, σημαίνει ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας, σημαίνει αγροτική άνοδο, ευημερία και ανθρώπινη ζωή. Έτσι και μόνον έτσι θα μπορούμε να ανακινούμε παράπλευρα και την κολλεκτιβίστικη καλλιέργεια της γης. Η απαλλοτριωμένη γη δεν θα πρέπει να κατακομματιάζεται...Οι Παφίτες και γενικά όλοι οι ακτήμονες και μικροκαλλιεργητές που αγωνίζονται για την απαλλοτρίωση της γης, ας αφομοιώσουν μέσα τους την μεγάλη απόφαση να μην μοιράζουν την γη αλλά να την αφήνουν μονοκόμματη για συνεργατικές εκμεταλλεύσεις”. 59
Και η τρίτη κολλεκτιβιστική απόπειρα στα Κούκλια της Πάφου συνδέθηκε με και νοηματοδοτήθηκε από τον αγώνα των ακτημόνων για την απόκτηση γης. Αλλά σε αυτή την περίπτωση και οι τοπικές και οι ιστορικές συνθήκες ήταν διαφορετικές από τις προηγούμενες δυο απόπειρες. Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία της τρίτης κολλεκτίβας στα τέλη του 1949 – που ονομάστηκε “του Ξερού” καθώς βρισκόταν κοντά στον ομώνυμο ποταμό – προήλθε και σε αυτή την περίπτωση από απόστρατους,60 αλλά μέσα από ιεραρχικές διαδικασίες με πρωταγωνιστές δυο κομματικούς και δυο δικηγόρους, όπως μας πληροφόρησε ένας από τους απόστρατους ο οποίος εκλέγηκε γραμματέας: “Εν εκάμαμεν τίποτε εμείς, εμείς ήμασταν όπως τα αρνιά που μας εκολοσύρναν, ότι νιαν μας πουν εκάμναμεν”.61 Οι συμμετέχοντες σε αυτή την προσπάθεια ήταν λιγότερο συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Πέραν από το ότι προέρχονταν από διαφορετικά χωριά και δεν γνωρίζονταν όλοι μεταξύ τους, οι συνεχείς φιλονικίες τους και η έλλειψη του αισθήματος της ευθύνης απέναντι στη συλλογικότητα62 συνθέτουν μια διαφορετική εικόνα.63 Το γιατί δεν είναι ξεκάθαρο. Ενδεχομένως η απάντηση να βρίσκεται στην ευρύτερη αδυναμία του αριστερού κινήματος ή/και στην εδραίωση της κομματικής γραφειοκρατίας στην Πάφο ή/και την περίοδο 1949-50. Αυτές οι υποθέσεις χρήζουν περαιτέρω εμπειρικής διερεύνησης. Ας εξετάσουμε όμως μια άλλη παράμετρο, στην οποία δεν έχουμε αναφερθεί ακόμα – τη στάση και την πολιτική της αποικιακής κυβέρνησης.
Η απάντηση της αποικιακής κυβέρνησης στο διαχρονικό αίτημα των ακτημόνων για την απαλλοτρίωση και αναδιανομή της τσιφλικάδικης γης ήρθε το 1947 με την αγορά τεσσάρων τσιφλικιών στην Πάφο, κάτι που αποτέλεσε την πιο μεγάλη εξέλιξη των μετα-πολεμικών χρόνων.64 Η απαλλοτρίωση αυτών των βασικά αναξιοποίητων τσιφλικιών του Μπέη στα Κούκλια (δίπλα από το αγρόκτημα όπου δραστηριοποιήθηκε η κολλεκτίβα του Ξερού), στα Πότιμα της Πέγειας, στα Μαμώνια και στην Αχέλια ουσιαστικά επιβλήθηκε στην αποικιακή κυβέρνηση, καθώς αποτελούσε κοινό και βασικό αίτημα και του ελληνο-ορθόδοξου και του σοσιαλιστικού αγροτικού κινήματος, όπως εκφράστηκε αντίστοιχα μέσα από την ΠΕΚ και την ΕΑΚ.65 Όμως, για την αποικιακή κυβέρνηση η αγορά των τσιφλικιών ήταν πρώτα από όλα οικονομική επένδυση και τρόπος άσκησης πολιτικής επιρροής. Προχώρησε σε βελτιωτικά έργα στα τσιφλίκια αυτά και ενοικίαζε σε προσωρινή βάση μερίδια γης σε οικογενειάρχες άντρες, μέσα από τις συνεργατικές πιστωτικές εταιρείες των γύρω χωριών, στην προσπάθεια της να βρει τους κατάλληλους ανθρώπους για μακροχρόνιο ενοικιοστάσιο.66 Μέσα από τη διαχείριση των τεσσάρων αυτών τσιφλικιών η αποικιακή κυβέρνηση πρόβαλε τις δικές της προϋποθέσεις για την αναδιανομή της γης και το δικό της πρότυπο συνεργασίας στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής. “Προτείνεται να δημιουργηθούν συνεργατικές γεωργικές ενώσεις που θα ενοικιάσουν τα τσιφλίκια από την κυβέρνηση και θα τα επανα-ενοικιάσουν στα μέλη τους. Οι ενώσεις αυτές μπορούν να αποκτήσουν γεωργικά μηχανήματα και να διευθετήσουν για τη συλλογική διάθεση των προϊόντων των μελών τους”.67 O κυβερνητικός αυτός στόχος επιτεύχθηκε μόνο στα Πότιμα της Πέγειας το 1950-1951 μετά από αρκετή προσπάθεια εκ μέρους της αποικιακής κυβέρνησης. “Ο διοικητής της Πάφου ανέφερε ότι, καθώς τα αρχικά άτομα που επιλέγηκαν ως δυνητικά μέλη της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων αρνήθηκαν να αποδεκτούν τους όρους της κυβέρνησης για το ενοικιοστάσιο του τσιφλικιού, άλλα άτομα με ελαφρώς ανώτερο κοινωνικό στάτους (of a slightly higher social status) επιλέγηκαν και δημιούργησαν την εταιρεία και υπόγραψαν το ενοικιοστάσιο με τους όρους της κυβέρνησης”.68
Όσο όμως η δημιουργία της τρίτης κολλεκτίβας του Ξερού στα Κούκλια της Πάφου σε ένα αγρόκτημα, το οποίο συνόρευε με το απαλλοτριωμένο, κυβερνητικό πια, τσιφλίκι των Κουκλιών, σχεδίαστηκε ή τουλάχιστον προβλήθηκε ως το αριστερό παράδειγμα στην πολιτική της κυβέρνησης για τα τσιφλίκια, άλλο τόσο η Συνεργατική Έπαυλη των Ποτίμων υπήρξε η αντι-παραβολή στην κολλεκτιβιστική απόπειρα. Αφού είχε ήδη διαμοιράσει το τσιφλίκι σε κλήρους και αφού είχε ήδη ξεκαθαρίσει ότι το τσιφλίκι δεν ήταν προς διανομή ή πώληση αλλά προς συλλογική ενοικίαση, η κυβέρνηση άρχισε στα τέλη του 1950 να προτρέπει τους αγρότες τους οποίους επέλεξε για το συνεταιρισμό στα Πότιμα να συνεργαστούν. “Ήτουν έτοιμοι οι κλήροι αλλά να δεις, [οι] υπεύθυνοι, το Γεωργικό Τμήμα εκατέβαλεν μας προσπάθειαν να τα σπείρουμεν ομαδικά, να κάμουμεν κολλεκτίβα....για να δει αν έχουμεν όρεξη να δουλέψουμεν”.69 Η ΕΑΚ Πάφου, όμως, αμφισβήτησε και τις προθέσεις και τις μεθόδους της αποικιακής κυβέρνησης αντιδρώντας στην προσπάθειά της να οικειοποιηθεί την πρόταση της ομαδικής καλλιέργειας. “Τι είδους ομαδική καλλιέργεια θα γίνει εκεί μέσα; ο κάθε ένας θα έχει από ένα κομμάτι γης και θα είναι υπόχρεος να κάμνει ότι φυτείες του υποδείξει ο κυβερνητικός λειτουργός....κατά τα άλλα ομαδική θα είναι η υποχρέωση έναντι της κυβέρνησης για να εξοφλήσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις”.70
Με τη δημιουργία της τέταρτης κολλεκτίβας στο Αυγόρου της Αμμοχώστου στα τέλη του 1951, η ΕΑΚ μετρούσε πέντε χρόνια δράσης. Παρά το ότι οι κολλεκτιβιστές ήταν ΕΑΚίτες η δημιουργία της τέταρτης κολλεκτίβας δεν φαίνεται να προήλθε από την ΕΑΚ ως οργάνωση. Η ΕΑΚ στήριζε τις κολλεκτίβες καθώς θεωρούσε ότι “με το έργο τους κτίζουν την καινούργια βάση για την αγροτικήν οικονομία του νησιού μας”.71 Αλλά ταυτόχρονα ως μαζική πολιτική οργάνωση θεωρούσε ότι προτεραιότητά της ήταν η προώθηση του ευρύτερου αγώνα ενάντια στο “ιμπεριαλιστικό αποικιακό σύστημα διακυβέρνησης”. “Χωρίς να αμφιβάλλει ότι και στον τόπο μας υπάρχει κάθε δυνατότητα για να ευδοκιμήσει ένα μαζικό κολλεκτιβίστικο σύστημα εντούτοις τούτο δεν είναι δυνατό να γίνει κάτω από μια ξένη αντιλαϊκή αποικιακή κυβέρνηση γιατί δεν συμφέρει στον ξένο κυρίαρχο να προκόψει και να ευημερήσει ο λαός μας. Τότε μόνο θάναι εύκολο να πλατύνει το κολλεκτιβίστικο κίνημα όταν ο δυστυχισμένος αυτός τόπος ξεσκλαβωθεί εθνικά, πολιτικά και οικονομικά”.72 Οι κολλεκτιβιστές ήταν και στο Αυγόρου “αριστεροί συμπαθούντες”,73 αλλά “το ΑΚΕΛ του Αυκόρου ενέκρινεν, δεν αποφάσισεν την πράξη”.74 Η κολλεκτίβα αυτή είχε έντονο τοπικό χαρακτήρα, καθώς οι συμμετέχοντες ήταν όλοι χωριανοί, οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους με συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς. Αυτό που κάνει όμως την περίπτωση του Αυγόρου διαφορετική από τις τρεις προηγούμενες κολλεκτίβες είναι η συμμετοχή ενός μόνο απόστρατου και των γυναικών ως μετόχων από την αρχή της προσπάθειας. Εντούτοις, αυτό δεν συνοδεύτηκε και από τη συμμετοχή τους στην επιτροπή της κολλεκτίβας, καθώς και εκεί, όπως και στις άλλες κολλεκτίβες, τα μεροκάματα παρέμειναν άνισα75. Αλλά το γεγονός ότι εκεί οι γυναίκες είχαν από την αρχή το δικαίωμα να συναποφασίζουν ως μετόχοι και η πληροφορία ότι εκεί “οι γεναίτζες εμιλούσαν, είχαν παραπάνω γλώσσα που μας”76 αποτελούν ενδεχομένως ενδείξεις μιας ευρύτερης αμφισβήτησης της αντρικής εξουσίας ως αναπόσπαστου μέρους της ιστορικής κρίσης της παραδοσιακής πατριαρχικής εξουσίας.77
Δ. Λειτουργία και διάλυση
“Ώσπου να γεννηθούμεν επεθάναμεν...στα τέσσερα πέντε χρόνια εβρεθήκαμεν ιδιωτικοποιημένοι”78
“Ώσπου να γεννηθούμεν επεθάναμεν...στα τέσσερα πέντε χρόνια εβρεθήκαμεν ιδιωτικοποιημένοι”78
Το φαινόμενο των αγροτικών κολλεκτιβών, ως μια κατάσταση που προέκυψε μέσα από τη συνεύρεση της αριστερής ιδεολογίας και της συνεργατικής πρακτικής, συνιστά ένα υβρίδιο της εποχής του. Η κολλεκτιβιστική απόπειρα είχε κάτι και από την ταξική σύγκρουση και από την εδραίωση της καπιταλιστικής σχέσης. Οι κολλεκτιβιστές ήταν αριστεροί, στο βαθμό που η αριστερή ιδεολογία συγκροτεί τρόπο αντίληψης της κοινωνίας και νοηματοδότησης της πολιτικής. Με αυτή την έννοια, μοιράζονταν μια ηθική της πράξης, ένα παράδειγμα ταξικής αντίστασης με τους καταληψίες των Περβολιών. Ήταν όμως και επιχειρηματίες στο βαθμό που η επιχείρηση συγκροτεί δίχτυο εμπορευματοποίησης της εργασίας και κεφαλαιακής συσσώρευσης. Με αυτή την έννοια οι κολλεκτιβιστές εξασκούσαν τις συνεργατικές αρχές της αλληλοβοήθειας, της αυτοβοήθειας και της αποταμίευσης. Η κολλεκτιβιστική απόπειρα αποτελούσε ταυτόχρονα πρωτοπορία και περιθώριο του λαϊκού και του συνεργατικού κινήματος. Οι αγροτικές κολλεκτίβες ήταν και μορφή στρατευμένου μοντερνισμού79 που επιθυμούσε “να πραγματώσει ότι ο κόσμος, ο απλός κόσμος μπορεί να δημιουργήσει, μπορεί να ζήσει τζαι μπορεί να μεταδώσει τζαι φώτα ακόμα στες επόμενες εποχές”80 και μη αφομοιώσιμο υπόλοιπο στις αφηγήσεις του Τμήματος Συνεργατισμού.81 Η κατηγοριοποίηση τους ήταν ιδιαίτερα ακριβής: “άλλες ενώσεις”.
Ο κάθε κολλεκτιβιστής ήταν, με οικονομικούς όρους, εκτός από συνιδιοκτήτης και ημερομίσθιος υπάλληλος της συνεργατικής εταιρείας και αμοιβόταν ανάλογα με τις μέρες εργασίας του. Το ύψος του μεροκάματου εξαρτούνταν από τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της εργοδότριας εταιρείας και αυξανόταν σταδιακά ανάλογα με την κερδοφορία της. Σε περιόδους αυξημένης ανάγκης εργατικών χεριών, όπως την εποχή του θέρους, η εταιρεία προσλάμβανε και εποχιακούς εργάτες82 από τα γύρω χωριά. Οι εργαζόμενοι αυτοί πληρώνονταν με τα μεροκάματα της αγοράς που ήταν πιο ψηλά από αυτά που έδιναν στους εαυτούς τους οι κολλεκτιβιστές. Οι κολλεκτίβες, ως μια μορφή θεσμοθέτησης της ταξικής σύγκρουσης, ήταν επηρεασμένες τόσο από την εργατική προέλευση όσο και από την εργατική ιδεολογία των πρωταγωνιστών. Τα χαμηλά μεροκάματα όμως, σε συνάρτηση με τις πολλές ώρες εργασίας, είχαν σαν αποτέλεσμα τη συντήρηση ενός σχετικά χαμηλού βιοτικού επιπέδου, το οποίο διάβρωσε το ηθικό των μελών και αποτέλεσε έναν από τους κύριους λόγους της διάλυσης των κολλεκτιβών στα Περβόλια, σύμφωνα με τον Χρίστο Ρουσή και στο Αυγόρου, σύμφωνα με τον Τρύφωνα Καούλλα. Η απουσία ιδιοκτήτη-εργοδότη δεν σήμαινε απαλλαγή και από τους σκληρούς όρους της πρώιμης κεφαλαιακής συσσώρευσης και για τους κολλεκτιβιστές αυτό δεν ήταν ιδεολογία αλλά βίωμα. Η μεταβατικότητα της εποχής, μέσα στην οποία εμφανίστηκαν οι κολλεκτίβες, περιόριζε σημαντικά τα περιθώρια της ανάπτυξής τους. Από τη μια, η εδραίωση της καπιταλιστικής σχέσης πραγματοποιούνταν επί της παρατεταμένης κρίσης της γεωργίας και, από την άλλη, η γενική βελτίωση των συνθηκών ζωής των λαϊκών στρωμάτων μέσα από τους αγώνες του εργατικού κινήματος διάβρωνε κάθε ιδεολογία λιτότητας. “Άρκεψεν ο κόσμος τζαι εβαρκέτουν να πούμε διότι λαλεί σου ρε κουμπάρε μα στην Δετζέλια που παν οι εργάτες, πιάνουν δεκατρία σελίνια, δώδεκα σελίνια, εμείς να μαχούμαστεν τσάππα δώδεκα ώρες δεκατέσσερις ώρες το εικοστετράωρο τζαι να πιάνουμεν έξι σελίνια;”83 Στην Ονίσια ήταν η ανάπτυξη της κερδοφόρας βιομηχανίας παραγωγής ασβέστη που επέτρεψε στην εταιρεία να επιβιώσει, καθώς εκεί οι κολλεκτιβιστές δεν “βαρέθηκαν”.
Η υβριδιακή υπόσταση της κολλεκτιβιστικής αγροτικής παραγωγής μπορεί να ιδωθεί και ως μια ανάμειξη της εργατικής ιδεολογίας και της αγροτικής ιδιοκτησίας. Μια ανάμειξη όμως συγκρουσιακή και συναινετική ταυτόχρονα, η οποία συγκέντρωσε το ενδιαφέρον και της "αριστερής υποκουλτούρας84" και της αποικιακής κυβέρνησης. Η Ονίσια συμβόλιζε τη θεσμοθέτηση της κινηματικής εμπειρίας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ηγέτης της έγινε αργότερα πρόεδρος της ΕΚΑ (μετονομασία της ΕΑΚ) και βουλευτής Κερύνειας.85 Η επιτυχία της κολλεκτίβας του Δικώμου συνιστούσε μια μορφή αυτοσυγκρότησης της ταξικής σύγκρουσης, ως παράδειγμα μέσα από το θεσμό της ιδιοκτησίας. Στα Πότιμα της Πέγειας ο συμβολισμός ήταν πλήρως αντεστραμμένος. Εκεί, στην κυβερνητική “κολλεκτίβα”, ήταν ο θεσμός της ιδιοκτησίας που αυτοσυγκροτήθηκε μέσα από την ταξική σύγκρουση. Το τσιφλίκι χωρίστηκε σε τρεις περιοχές και διαμοιράστηκε σε είκοσι οκτώ κλήρους, που αποτελούνταν από τρία τεμάχια ο καθένας, και η Συνεργατική Έπαυλη Ποτίμων Πέγειας λειτούργησε ως εταιρεία ενοικίασης γης από το κράτος και υπενοικίασης της στα μέλη της. Όπως ήθελε η ιδιοκτήτρια κυβέρνηση, το ενοικιοστάσιο ορίστηκε για 30 χρόνια με αρχικό ετήσιο ενοίκιο 250 λίρες και με πρόνοια αναπροσαρμογής του ανάλογα με το επίπεδο των τιμών συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων στον ετήσιο δείκτη τιμών του Τμήματος Γεωργίας86. Στα Πότιμα της Πέγειας η ομαδική καλλιέργεια δεν αποτελούσε αίτημα των αγροτών αλλά εκ των υστέρων εισήγηση της κυβέρνησης η οποία μέσω του γεωργικού σχεδίου διατηρούσε και τον τελικό έλεγχο της παραγωγής.87 Οι αγρότες εκεί ήθελαν να τους διανεμηθούν οι κλήροι και να καλλιεργήσει ο καθένας τον δικό του. Κατάφεραν όμως να εκμεταλλευτούν την κυβερνητική πρόταση για την ομαδική καλλιέργεια και να εξασφαλίσουν μέρος των εξόδων για ένα βαθύ όργωμα ολόκληρου του τσιφλικιού.88 Με την αποτυχία της πρώτης και μοναδικής ομαδικής σποράς σε λιγότερο από τρεις μήνες μετά την ίδρυση της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων Πέγειας, οι κλήροι διανεμήθηκαν και η συλλογικότητα περιορίστηκε βασικά στο ενοίκιο και στη διάθεση των προϊόντων.
Στις άλλες συνεργατικές ενώσεις όμως, που λειτούργησαν έστω για κάποιο χρονικό διάστημα ως κολλεκτίβες, τόσο η παραγωγή όσο και η διάθεση των προϊόντων γινόταν εξολοκλήρου σε συλλογική βάση και, έτσι, η εταιρεία δεν φάνταζε σαν μια εξωτερική οντότητα στη σχέση με τα μέλη της. Δεν τέθηκε, δηλαδή, το θέμα της δυνητικής απόκλισης μεταξύ ιδιωτικού και συλλογικού συμφέροντος, όπως θα μπορούσε να τεθεί στην περίπτωση των Ποτίμων, αν κάποιος έμπορος πρόσφερε καλύτερες τιμές από τη συνεργατική εταιρεία για τη σοδειά κάποιου συγκεκριμένου μέλους. Πέραν από τη συλλογική ιδιοκτησία της γης και της σοδειάς, η καθημερινή επαφή μεταξύ των κολλεκτιβιστών, μέσα από την ομαδική καλλιέργεια, δημιουργούσε και στενούς δεσμούς φιλίας οι οποίοι δεν ήταν εύκολο να διασαλευτούν. Βέβαια, αυτό δεν σήμαινε ότι η αλληλεξάρτηση μεταξύ των μελών ήταν υποχρεωτικό ή μόνιμο φαινόμενο οικονομικά επιβεβλημένο. Το κάθε μέλος είχε το δικαίωμα αποχώρησης από τη συλλογικότητα με επιστροφή του μετοχικού κεφαλαίου89, το οποίο είχε συνεισφέρει με την ένταξή του. Κάποιοι εξάσκησαν το δικαίωμα της αποχώρησης, καθώς δεν άντεξαν την σκληρή δουλειά που απαιτούσαν τα πρώτα χρόνια της κολλεκτιβιστικής απόπειρας. “Στες πρώτες αρκές που εξεκινήσαμεν είχαμεν θκυο, λαλούν μας, ρε παιθκιά εμείς είμαστεν των γραμμάτων εν μπορούμεν μες τον ήλιο, μες τον καύσωνα να βκάλλουμεν πέτρες, είπαμεν τους εντάξει παιθκιά ελεύθεροι να πάτε στο καλό, τζαι αποχωρήσαν”.90 Αυτοί που τους αναπλήρωσαν, όμως, και γενικά όσοι έμπαιναν στις κολλεκτίβες σε κατοπινό στάδιο έπρεπε να περάσουν από μια εξάμηνη περίοδο δοκιμασίας με το τέλος της οποίας έπρεπε αυτοί να αποφασίσουν αν ήταν έτοιμοι για μια τέτοια δέσμευση και οι παλιοί κολλεκτιβιστές αν θα τους αποδέχονταν στη συλλογικότητα.
Τα αρχικά μέλη των κολλεκτιβών, με εξαίρεση το Αυγόρου, ήταν αποκλειστικά άντρες, με τις γυναίκες να περιορίζονται και νομικά στον υπαλληλικό ρόλο. Σταδιακά, όμως, οι άντρες επέτρεψαν και στις συζύγους τους να γίνουν μέτοχοι της εταιρείας και να έχουν έτσι το δικαίωμα της συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων. Ο βαθμός στον οποίο εξασκούνταν βέβαια αυτό το δικαίωμα στη πράξη ή/και στη μνήμη των γυναικών φαίνεται να ήταν περιορισμένος. “Εμείς οι γυναίτζες εν είχαμεν μετοχές, ψήφο εν εψηφίζαμεν”.91 “Εκάμναν τα μόνοι τους τούτα, τους λοαρκασμούς” .92 Το γεγονός ότι τα μεροκάματα των γυναικών μελών ήταν σταθερά χαμηλότερα από αυτά των αντρών και το γεγονός ότι σε καμιά από τις κολλεκτίβες δεν υπήρχε γυναίκα μέλος διοικητικής επιτροπής δείχνει ότι παρά την ευρύτερη προσπάθεια που καταβαλλόταν στα πλαίσια του αριστερού κινήματος για την ισότητα των φύλων, ο δρόμος ήταν ακόμα μακρύς. Όπως είχε παρατηρήσει και ένας από τους ηγέτες της αριστεράς της Πάφου, ο Γιάννης Σοφόκλη το Μάρτη του 1952: “Βασικά το Κόμμα εξακολουθεί να είναι συντηρητικό έναντι στη γυναίκα”.93 Σε κάποιες περιπτώσεις το μεροκάματο της γυναίκας δεν υπολογιζόταν καν ξεχωριστά, αλλά προστίθετο σε αυτό που έπαιρνε ο σύζυγός της,94 ο οποίος θεωρούνταν και ο οικογενειάρχης, διευθύνων αρμόδιος του κάθε νοικοκυριού μέσα στην κολλεκτίβα. Το γεγονός ότι η αντροκρατία ήταν βαθιά ριζωμένη σε όλα τα επίπεδα, στον καταμερισμό της εργασίας, στις μισθολογικές απολαβές, στις πολιτικές διαδικασίες πέραν από τα όρια της πρωτοπορίας των κολλεκτιβιστών, θέτει γενικότερα ερωτήματα για τις σχέσεις των φύλων την εποχή αυτή. Και, παρά την κεντρικότητα του θέματος, η υπάρχουσα εμπειρική έρευνα είναι περιορισμένη.
Το κάθε μέλος ήταν μέτοχος με δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση, το αρμόδιο σώμα για τη λήψη σημαντικών και δεσμευτικών αποφάσεων. Από τη γενική συνέλευση εκλεγόταν η πενταμελής επιτροπή, που καθόριζε το γεωργικό σχέδιο και τον καταμερισμό εργασίας και ήταν επιφορτισμένη με την καθημερινή διοίκηση του αγροκτήματος. Οι γενικές συνελεύσεις δεν λάμβαναν χώρα σε τακτά χρονικά διαστήματα και η σύγκλισή τους γινόταν συνήθως σε περιπτώσεις λήψης σημαντικών αποφάσεων. Επομένως, ο πολιτικός ρόλος και λόγος της επιτροπής ήταν ιδιαίτερα σημαντικός. Αναμφίβολα υπήρχαν ηγέτες. Από πού πήγαζε, όμως, πώς συγκροτούνταν και πώς νομιμοποιούνταν η εξουσία τους;
Στην Ονίσια πρόεδρος και σχετικά αδιαμφισβήτητος αρχηγός ήταν ο αυτοδίδακτος εργατο-αγρότης και οργανωτικός πυρήνας του ΑΚΕΛ, Χρίστος Κουρτελλάρης. Οι ηγετικές του ικανότητες είχαν αναγνωριστεί και από τη βρετανική στρατιωτική ιεραρχία, η οποία τον προήγαγε σε λοχία πριν τον μεταθέσει μαζί με άλλους στο στρατόπεδο της Χατάπα στην έρημο της Αιγύπτου, μετά από τις κινητοποιήσεις των στρατιωτών για την αποστράτευση. Στις άλλες τρεις κολλεκτίβες δεν φαίνεται να υπήρχε ανάλογο φαινόμενο. Στα Περβόλια υπήρξαν τρεις προέδροι – ο οικοδόμος Γιώργος Λεβέντης, ο οποίος είχε “εντοπιστεί” και σταλεί εξορία στην Παναγιά της Πάφου από τις αποικιακές αρχές,95 ο επίσης οικοδόμος κομμουνιστής Ανδρέας Μηνά, ο οποίος αποβλήθηκε το 1953 “λόγω της κακής αντι-συνεργατικής στάσης της γυναίκας του και της αδυναμίας του να κοντρολάρει το σπίτι του”96 και, τέλος, ο Γιώργος Χειμωνίδης, εργάτης από την Πύλα. Στα Κούκλια της Πάφου πρόεδρος ήταν ο Λοϊζος Παπαδόπουλος από τη Χλώρακα, του Γυμνασίου και του ΑΚΕΛ, ο οποίος είχε εκλεγεί πρώτος Επαρχιακός Γραμματέας της ΕΑΚ Πάφου. Ο Παπαδόπουλος ήταν “υπεύθυνος επί των πωλήσεων”, όμως βρισκόταν σε σύγκρουση με τον απόστρατο γραμματέα Κωνσταντίνου, που ήταν “στη δουλειά”.97 Στο Αυγόρου πρόεδρος ήταν ο απόστρατος οικοδόμος Γιώργος Φωτίου, γραμματέας ο Κώστας Ευθυμίου98, αλλά “υπεύθυνος των γεωργικών δουλειών” ο γεωργός Γιώργος Καούλλας, ιδρυτικό μέλος και ταμίας της ΕΑΚ Αμμοχώστου99, ο οποίος είχε βάλει και υποθήκη τα χωράφια του μαζί με την αδερφή του, για να πάρουν το αρχικό δάνειο από τη Γεωργική Τράπεζα.100
Παρόλο που οι όποιες γενικεύσεις είναι παρακινδυνευμένες, δεν μπορούμε να αφήσουμε το νευραλγικό ζήτημα των εσωτερικών πολιτικών σχέσεων στις κολλεκτίβες, χωρίς να θέσουμε τουλάχιστον κάποιες παράμετρους για την απάντησή του. Ο αναλυτικός στόχος εδώ δεν είναι τόσο οι ιεραρχίες της κολλεκτιβίστικης καθημερινότητας όσο η λογική τους. Ποιοι ήταν οι παράγοντες που προσέδιδαν κύρος/στάτους σε κάποιους κολλεκτιβιστές και όχι σε άλλους και ποια ήταν τα κριτήρια της αλληλο-αξιολόγησης των κολλεκτιβιστών; Αναμφίβολα η εργατικότητα και η αντοχή, η τεχνική κατάρτιση στις γεωργικές εργασίες και το ψυχικό σθένος υπήρξαν βασικές συνιστώσες της συγκρότησης των εσωτερικών πολιτικών σχέσεων. Τα πρότυπα της “ατσάλινης πειθαρχίας”, της “εθελοντικής δουλειάς”, της “οργάνωσης” και της “ειδίκευσης” φαίνεται να ήταν δεδομένα101 σε όλες τις κολλεκτίβες. Και αν οι αξίες αυτές μας παραπέμπουν σε μια ηθική της εργασίας βασισμένη στην υλική αναγκαιότητα της κεφαλαιοποίησης, αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το ευρύτερο της ψυχροπολεμικό πολιτικό πλαίσιο.
Οι κολλεκτίβες δεν ήταν απλά συλλογικά διαχειριζόμενες αγροτικές επιχειρήσεις. Αποτελούσαν κυπριακές μορφές συμμετοχής στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Η παγκόσμια αυτή ιδεολογική σύγκρουση έπαιρνε συχνά μυθικές διαστάσεις στις στήλες των εφημερίδων της αριστεράς και της δεξιάς: οι μεν μιλούσαν για την “αγροτική ανόρθωση στη Σοβιετική Ένωση”102 και για το ψηλό βιοτικό επίπεδο “στο κολχόζ Βοροσίλοφ”103, οι δε για τη “νέα σοβιετική εκστρατεία εναντίον των αγροτών”,104 βεβαιώνοντας τους Κύπριους αναγνώστες τους πως “δεν υπάρχει κανείς που να είναι ευτυχισμένος στη Ρωσσία”105 και πως διεξάγεται ένας σιωπηλός πόλεμος των αγροτών ενάντια στον κολλεκτιβισμό.106 Για τους Κύπριους κολλεκτιβιστές, η απόδειξη της ανωτερότητας του “κολλεκτιβιστικού συστήματος” συνιστούσε όχι απλά οικονομική “ανάγκη” αλλά και πολιτικό “καθήκον”. Εδώ βρίσκονται τόσο οι ρίζες της στοχανοβίτικης έμφασης στην αύξηση της παραγωγικότητας όσο και η πίκρα της τελικής αποτυχίας. “Εδώσαμεν τα μούτρα μας τζαι εσπάσαμεν τα, τζαι νομίζω πως επροσβάλαμεν το θεσμό της κολλεκτίβας.”107
Ο κάθε κολλεκτιβιστής ήταν, με οικονομικούς όρους, εκτός από συνιδιοκτήτης και ημερομίσθιος υπάλληλος της συνεργατικής εταιρείας και αμοιβόταν ανάλογα με τις μέρες εργασίας του. Το ύψος του μεροκάματου εξαρτούνταν από τη γενικότερη οικονομική κατάσταση της εργοδότριας εταιρείας και αυξανόταν σταδιακά ανάλογα με την κερδοφορία της. Σε περιόδους αυξημένης ανάγκης εργατικών χεριών, όπως την εποχή του θέρους, η εταιρεία προσλάμβανε και εποχιακούς εργάτες82 από τα γύρω χωριά. Οι εργαζόμενοι αυτοί πληρώνονταν με τα μεροκάματα της αγοράς που ήταν πιο ψηλά από αυτά που έδιναν στους εαυτούς τους οι κολλεκτιβιστές. Οι κολλεκτίβες, ως μια μορφή θεσμοθέτησης της ταξικής σύγκρουσης, ήταν επηρεασμένες τόσο από την εργατική προέλευση όσο και από την εργατική ιδεολογία των πρωταγωνιστών. Τα χαμηλά μεροκάματα όμως, σε συνάρτηση με τις πολλές ώρες εργασίας, είχαν σαν αποτέλεσμα τη συντήρηση ενός σχετικά χαμηλού βιοτικού επιπέδου, το οποίο διάβρωσε το ηθικό των μελών και αποτέλεσε έναν από τους κύριους λόγους της διάλυσης των κολλεκτιβών στα Περβόλια, σύμφωνα με τον Χρίστο Ρουσή και στο Αυγόρου, σύμφωνα με τον Τρύφωνα Καούλλα. Η απουσία ιδιοκτήτη-εργοδότη δεν σήμαινε απαλλαγή και από τους σκληρούς όρους της πρώιμης κεφαλαιακής συσσώρευσης και για τους κολλεκτιβιστές αυτό δεν ήταν ιδεολογία αλλά βίωμα. Η μεταβατικότητα της εποχής, μέσα στην οποία εμφανίστηκαν οι κολλεκτίβες, περιόριζε σημαντικά τα περιθώρια της ανάπτυξής τους. Από τη μια, η εδραίωση της καπιταλιστικής σχέσης πραγματοποιούνταν επί της παρατεταμένης κρίσης της γεωργίας και, από την άλλη, η γενική βελτίωση των συνθηκών ζωής των λαϊκών στρωμάτων μέσα από τους αγώνες του εργατικού κινήματος διάβρωνε κάθε ιδεολογία λιτότητας. “Άρκεψεν ο κόσμος τζαι εβαρκέτουν να πούμε διότι λαλεί σου ρε κουμπάρε μα στην Δετζέλια που παν οι εργάτες, πιάνουν δεκατρία σελίνια, δώδεκα σελίνια, εμείς να μαχούμαστεν τσάππα δώδεκα ώρες δεκατέσσερις ώρες το εικοστετράωρο τζαι να πιάνουμεν έξι σελίνια;”83 Στην Ονίσια ήταν η ανάπτυξη της κερδοφόρας βιομηχανίας παραγωγής ασβέστη που επέτρεψε στην εταιρεία να επιβιώσει, καθώς εκεί οι κολλεκτιβιστές δεν “βαρέθηκαν”.
Η υβριδιακή υπόσταση της κολλεκτιβιστικής αγροτικής παραγωγής μπορεί να ιδωθεί και ως μια ανάμειξη της εργατικής ιδεολογίας και της αγροτικής ιδιοκτησίας. Μια ανάμειξη όμως συγκρουσιακή και συναινετική ταυτόχρονα, η οποία συγκέντρωσε το ενδιαφέρον και της "αριστερής υποκουλτούρας84" και της αποικιακής κυβέρνησης. Η Ονίσια συμβόλιζε τη θεσμοθέτηση της κινηματικής εμπειρίας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο ηγέτης της έγινε αργότερα πρόεδρος της ΕΚΑ (μετονομασία της ΕΑΚ) και βουλευτής Κερύνειας.85 Η επιτυχία της κολλεκτίβας του Δικώμου συνιστούσε μια μορφή αυτοσυγκρότησης της ταξικής σύγκρουσης, ως παράδειγμα μέσα από το θεσμό της ιδιοκτησίας. Στα Πότιμα της Πέγειας ο συμβολισμός ήταν πλήρως αντεστραμμένος. Εκεί, στην κυβερνητική “κολλεκτίβα”, ήταν ο θεσμός της ιδιοκτησίας που αυτοσυγκροτήθηκε μέσα από την ταξική σύγκρουση. Το τσιφλίκι χωρίστηκε σε τρεις περιοχές και διαμοιράστηκε σε είκοσι οκτώ κλήρους, που αποτελούνταν από τρία τεμάχια ο καθένας, και η Συνεργατική Έπαυλη Ποτίμων Πέγειας λειτούργησε ως εταιρεία ενοικίασης γης από το κράτος και υπενοικίασης της στα μέλη της. Όπως ήθελε η ιδιοκτήτρια κυβέρνηση, το ενοικιοστάσιο ορίστηκε για 30 χρόνια με αρχικό ετήσιο ενοίκιο 250 λίρες και με πρόνοια αναπροσαρμογής του ανάλογα με το επίπεδο των τιμών συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων στον ετήσιο δείκτη τιμών του Τμήματος Γεωργίας86. Στα Πότιμα της Πέγειας η ομαδική καλλιέργεια δεν αποτελούσε αίτημα των αγροτών αλλά εκ των υστέρων εισήγηση της κυβέρνησης η οποία μέσω του γεωργικού σχεδίου διατηρούσε και τον τελικό έλεγχο της παραγωγής.87 Οι αγρότες εκεί ήθελαν να τους διανεμηθούν οι κλήροι και να καλλιεργήσει ο καθένας τον δικό του. Κατάφεραν όμως να εκμεταλλευτούν την κυβερνητική πρόταση για την ομαδική καλλιέργεια και να εξασφαλίσουν μέρος των εξόδων για ένα βαθύ όργωμα ολόκληρου του τσιφλικιού.88 Με την αποτυχία της πρώτης και μοναδικής ομαδικής σποράς σε λιγότερο από τρεις μήνες μετά την ίδρυση της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων Πέγειας, οι κλήροι διανεμήθηκαν και η συλλογικότητα περιορίστηκε βασικά στο ενοίκιο και στη διάθεση των προϊόντων.
Στις άλλες συνεργατικές ενώσεις όμως, που λειτούργησαν έστω για κάποιο χρονικό διάστημα ως κολλεκτίβες, τόσο η παραγωγή όσο και η διάθεση των προϊόντων γινόταν εξολοκλήρου σε συλλογική βάση και, έτσι, η εταιρεία δεν φάνταζε σαν μια εξωτερική οντότητα στη σχέση με τα μέλη της. Δεν τέθηκε, δηλαδή, το θέμα της δυνητικής απόκλισης μεταξύ ιδιωτικού και συλλογικού συμφέροντος, όπως θα μπορούσε να τεθεί στην περίπτωση των Ποτίμων, αν κάποιος έμπορος πρόσφερε καλύτερες τιμές από τη συνεργατική εταιρεία για τη σοδειά κάποιου συγκεκριμένου μέλους. Πέραν από τη συλλογική ιδιοκτησία της γης και της σοδειάς, η καθημερινή επαφή μεταξύ των κολλεκτιβιστών, μέσα από την ομαδική καλλιέργεια, δημιουργούσε και στενούς δεσμούς φιλίας οι οποίοι δεν ήταν εύκολο να διασαλευτούν. Βέβαια, αυτό δεν σήμαινε ότι η αλληλεξάρτηση μεταξύ των μελών ήταν υποχρεωτικό ή μόνιμο φαινόμενο οικονομικά επιβεβλημένο. Το κάθε μέλος είχε το δικαίωμα αποχώρησης από τη συλλογικότητα με επιστροφή του μετοχικού κεφαλαίου89, το οποίο είχε συνεισφέρει με την ένταξή του. Κάποιοι εξάσκησαν το δικαίωμα της αποχώρησης, καθώς δεν άντεξαν την σκληρή δουλειά που απαιτούσαν τα πρώτα χρόνια της κολλεκτιβιστικής απόπειρας. “Στες πρώτες αρκές που εξεκινήσαμεν είχαμεν θκυο, λαλούν μας, ρε παιθκιά εμείς είμαστεν των γραμμάτων εν μπορούμεν μες τον ήλιο, μες τον καύσωνα να βκάλλουμεν πέτρες, είπαμεν τους εντάξει παιθκιά ελεύθεροι να πάτε στο καλό, τζαι αποχωρήσαν”.90 Αυτοί που τους αναπλήρωσαν, όμως, και γενικά όσοι έμπαιναν στις κολλεκτίβες σε κατοπινό στάδιο έπρεπε να περάσουν από μια εξάμηνη περίοδο δοκιμασίας με το τέλος της οποίας έπρεπε αυτοί να αποφασίσουν αν ήταν έτοιμοι για μια τέτοια δέσμευση και οι παλιοί κολλεκτιβιστές αν θα τους αποδέχονταν στη συλλογικότητα.
Τα αρχικά μέλη των κολλεκτιβών, με εξαίρεση το Αυγόρου, ήταν αποκλειστικά άντρες, με τις γυναίκες να περιορίζονται και νομικά στον υπαλληλικό ρόλο. Σταδιακά, όμως, οι άντρες επέτρεψαν και στις συζύγους τους να γίνουν μέτοχοι της εταιρείας και να έχουν έτσι το δικαίωμα της συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων. Ο βαθμός στον οποίο εξασκούνταν βέβαια αυτό το δικαίωμα στη πράξη ή/και στη μνήμη των γυναικών φαίνεται να ήταν περιορισμένος. “Εμείς οι γυναίτζες εν είχαμεν μετοχές, ψήφο εν εψηφίζαμεν”.91 “Εκάμναν τα μόνοι τους τούτα, τους λοαρκασμούς” .92 Το γεγονός ότι τα μεροκάματα των γυναικών μελών ήταν σταθερά χαμηλότερα από αυτά των αντρών και το γεγονός ότι σε καμιά από τις κολλεκτίβες δεν υπήρχε γυναίκα μέλος διοικητικής επιτροπής δείχνει ότι παρά την ευρύτερη προσπάθεια που καταβαλλόταν στα πλαίσια του αριστερού κινήματος για την ισότητα των φύλων, ο δρόμος ήταν ακόμα μακρύς. Όπως είχε παρατηρήσει και ένας από τους ηγέτες της αριστεράς της Πάφου, ο Γιάννης Σοφόκλη το Μάρτη του 1952: “Βασικά το Κόμμα εξακολουθεί να είναι συντηρητικό έναντι στη γυναίκα”.93 Σε κάποιες περιπτώσεις το μεροκάματο της γυναίκας δεν υπολογιζόταν καν ξεχωριστά, αλλά προστίθετο σε αυτό που έπαιρνε ο σύζυγός της,94 ο οποίος θεωρούνταν και ο οικογενειάρχης, διευθύνων αρμόδιος του κάθε νοικοκυριού μέσα στην κολλεκτίβα. Το γεγονός ότι η αντροκρατία ήταν βαθιά ριζωμένη σε όλα τα επίπεδα, στον καταμερισμό της εργασίας, στις μισθολογικές απολαβές, στις πολιτικές διαδικασίες πέραν από τα όρια της πρωτοπορίας των κολλεκτιβιστών, θέτει γενικότερα ερωτήματα για τις σχέσεις των φύλων την εποχή αυτή. Και, παρά την κεντρικότητα του θέματος, η υπάρχουσα εμπειρική έρευνα είναι περιορισμένη.
Το κάθε μέλος ήταν μέτοχος με δικαίωμα ψήφου στη γενική συνέλευση, το αρμόδιο σώμα για τη λήψη σημαντικών και δεσμευτικών αποφάσεων. Από τη γενική συνέλευση εκλεγόταν η πενταμελής επιτροπή, που καθόριζε το γεωργικό σχέδιο και τον καταμερισμό εργασίας και ήταν επιφορτισμένη με την καθημερινή διοίκηση του αγροκτήματος. Οι γενικές συνελεύσεις δεν λάμβαναν χώρα σε τακτά χρονικά διαστήματα και η σύγκλισή τους γινόταν συνήθως σε περιπτώσεις λήψης σημαντικών αποφάσεων. Επομένως, ο πολιτικός ρόλος και λόγος της επιτροπής ήταν ιδιαίτερα σημαντικός. Αναμφίβολα υπήρχαν ηγέτες. Από πού πήγαζε, όμως, πώς συγκροτούνταν και πώς νομιμοποιούνταν η εξουσία τους;
Στην Ονίσια πρόεδρος και σχετικά αδιαμφισβήτητος αρχηγός ήταν ο αυτοδίδακτος εργατο-αγρότης και οργανωτικός πυρήνας του ΑΚΕΛ, Χρίστος Κουρτελλάρης. Οι ηγετικές του ικανότητες είχαν αναγνωριστεί και από τη βρετανική στρατιωτική ιεραρχία, η οποία τον προήγαγε σε λοχία πριν τον μεταθέσει μαζί με άλλους στο στρατόπεδο της Χατάπα στην έρημο της Αιγύπτου, μετά από τις κινητοποιήσεις των στρατιωτών για την αποστράτευση. Στις άλλες τρεις κολλεκτίβες δεν φαίνεται να υπήρχε ανάλογο φαινόμενο. Στα Περβόλια υπήρξαν τρεις προέδροι – ο οικοδόμος Γιώργος Λεβέντης, ο οποίος είχε “εντοπιστεί” και σταλεί εξορία στην Παναγιά της Πάφου από τις αποικιακές αρχές,95 ο επίσης οικοδόμος κομμουνιστής Ανδρέας Μηνά, ο οποίος αποβλήθηκε το 1953 “λόγω της κακής αντι-συνεργατικής στάσης της γυναίκας του και της αδυναμίας του να κοντρολάρει το σπίτι του”96 και, τέλος, ο Γιώργος Χειμωνίδης, εργάτης από την Πύλα. Στα Κούκλια της Πάφου πρόεδρος ήταν ο Λοϊζος Παπαδόπουλος από τη Χλώρακα, του Γυμνασίου και του ΑΚΕΛ, ο οποίος είχε εκλεγεί πρώτος Επαρχιακός Γραμματέας της ΕΑΚ Πάφου. Ο Παπαδόπουλος ήταν “υπεύθυνος επί των πωλήσεων”, όμως βρισκόταν σε σύγκρουση με τον απόστρατο γραμματέα Κωνσταντίνου, που ήταν “στη δουλειά”.97 Στο Αυγόρου πρόεδρος ήταν ο απόστρατος οικοδόμος Γιώργος Φωτίου, γραμματέας ο Κώστας Ευθυμίου98, αλλά “υπεύθυνος των γεωργικών δουλειών” ο γεωργός Γιώργος Καούλλας, ιδρυτικό μέλος και ταμίας της ΕΑΚ Αμμοχώστου99, ο οποίος είχε βάλει και υποθήκη τα χωράφια του μαζί με την αδερφή του, για να πάρουν το αρχικό δάνειο από τη Γεωργική Τράπεζα.100
Παρόλο που οι όποιες γενικεύσεις είναι παρακινδυνευμένες, δεν μπορούμε να αφήσουμε το νευραλγικό ζήτημα των εσωτερικών πολιτικών σχέσεων στις κολλεκτίβες, χωρίς να θέσουμε τουλάχιστον κάποιες παράμετρους για την απάντησή του. Ο αναλυτικός στόχος εδώ δεν είναι τόσο οι ιεραρχίες της κολλεκτιβίστικης καθημερινότητας όσο η λογική τους. Ποιοι ήταν οι παράγοντες που προσέδιδαν κύρος/στάτους σε κάποιους κολλεκτιβιστές και όχι σε άλλους και ποια ήταν τα κριτήρια της αλληλο-αξιολόγησης των κολλεκτιβιστών; Αναμφίβολα η εργατικότητα και η αντοχή, η τεχνική κατάρτιση στις γεωργικές εργασίες και το ψυχικό σθένος υπήρξαν βασικές συνιστώσες της συγκρότησης των εσωτερικών πολιτικών σχέσεων. Τα πρότυπα της “ατσάλινης πειθαρχίας”, της “εθελοντικής δουλειάς”, της “οργάνωσης” και της “ειδίκευσης” φαίνεται να ήταν δεδομένα101 σε όλες τις κολλεκτίβες. Και αν οι αξίες αυτές μας παραπέμπουν σε μια ηθική της εργασίας βασισμένη στην υλική αναγκαιότητα της κεφαλαιοποίησης, αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το ευρύτερο της ψυχροπολεμικό πολιτικό πλαίσιο.
Οι κολλεκτίβες δεν ήταν απλά συλλογικά διαχειριζόμενες αγροτικές επιχειρήσεις. Αποτελούσαν κυπριακές μορφές συμμετοχής στο παγκόσμιο σοσιαλιστικό στρατόπεδο. Η παγκόσμια αυτή ιδεολογική σύγκρουση έπαιρνε συχνά μυθικές διαστάσεις στις στήλες των εφημερίδων της αριστεράς και της δεξιάς: οι μεν μιλούσαν για την “αγροτική ανόρθωση στη Σοβιετική Ένωση”102 και για το ψηλό βιοτικό επίπεδο “στο κολχόζ Βοροσίλοφ”103, οι δε για τη “νέα σοβιετική εκστρατεία εναντίον των αγροτών”,104 βεβαιώνοντας τους Κύπριους αναγνώστες τους πως “δεν υπάρχει κανείς που να είναι ευτυχισμένος στη Ρωσσία”105 και πως διεξάγεται ένας σιωπηλός πόλεμος των αγροτών ενάντια στον κολλεκτιβισμό.106 Για τους Κύπριους κολλεκτιβιστές, η απόδειξη της ανωτερότητας του “κολλεκτιβιστικού συστήματος” συνιστούσε όχι απλά οικονομική “ανάγκη” αλλά και πολιτικό “καθήκον”. Εδώ βρίσκονται τόσο οι ρίζες της στοχανοβίτικης έμφασης στην αύξηση της παραγωγικότητας όσο και η πίκρα της τελικής αποτυχίας. “Εδώσαμεν τα μούτρα μας τζαι εσπάσαμεν τα, τζαι νομίζω πως επροσβάλαμεν το θεσμό της κολλεκτίβας.”107
Αυτή η εργασία αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση και δεν θεωρεί ότι έχει αναλύσει όλες τις πτυχές του φαινομένου. Αναγνωρίζει ότι ουσιαστικά θέματα, όπως οι σχέσεις των κολλεκτιβών με την οικονομία της αγοράς και οι σχέσεις μεταξύ των φύλων στις κολλεκτίβες και στην ύστερη αποικιοκρατία, σχολιάστηκαν ακροθιγώς, ενώ το διεθνές και περιφερειακό γίγνεσθαι και ο θεσμός της οικογένειας έμεινε, σε μεγάλο βαθμό, έξω από την ανάλυση. Οι περιορισμοί στη θεματική ανάπτυξη και στην αναλυτική εμβάθυνση της εργασίας τέθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, από το εμπειρικό της δείγμα και τα χωρο-χρονικά της πλαίσια. Μέσα από μια πιο εκτεταμένη εμπειρική και θεωρητική έρευνα, η κυπριακή αυτή εμπειρία θα ήταν χρήσιμο να συγκριθεί και να αντιπαραβληθεί με παρόμοια φαινόμενα σε άλλες χώρες. Εδώ τα σοβιετικά κολχόζ και τα εβραϊκά κιπούτς, από τη μια, και οι κοπερατίβες στις βρετανικές αποικίες της ινδικής χερσονήσου, από την άλλη, ίσως να είναι η καλύτερη αφετηρία, καθώς τα πρώτα δύο φαίνεται να ενέπνευσαν την κυπριακή απόπειρα, ενώ οι τελευταίες φαίνεται να προσομοίαζαν γενικότερα με το κυπριακό συνεργατικό κίνημα και το αποικιακό του πλαίσιο. Πιο ουσιαστικά, όμως, μια πιο εκτεταμένη εμπειρική και θεωρητική έρευνα θα ήταν χρήσιμο να εστιάσει στο ζήτημα του φύλου και των διαλεκτικών του, έτσι ώστε να αναδειχτεί και η άλλη όψη της μετάβασης στην καπιταλιστική νεοτερικότητα.
Σε αυτή την εργασία ο στόχος ήταν η παρουσίαση και ανάλυση των συνθηκών δημιουργίας, του κοινωνικού νοήματος και των πολιτικών προεκτάσεων της κολλεκτιβιστικής απόπειρας στην Κύπρο. Οι αγροτικές κολλεκτίβες προσεγγίστηκαν ως συγκεκριμένη κοινωνική πράξη μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές και τοπικές συνθήκες. Και ως τέτοια μπορεί να μας πληροφορήσει όχι τόσο για κάποια αφηρημένη ιδέα που λέγεται "κολλεκτιβιστικό σύστημα" όσο για μια διασταύρωση της ταξικής σύγκρουσης με τους θεσμούς της ιδιοκτησίας και του συνεργατισμού στην Κύπρο των τελευταίων δεκαετιών της βρετανικής διοίκησης. Η έννοια του υβριδίου δεν αναφέρεται μόνο στις ιστορικές καταβολές των αγροτικών κολλεκτιβών, την αριστερή κοσμοαντίληψη και τη συνεργατική πρακτική, αλλά και στην ιστορικότητά τους ως μορφές ανταγωνιστικής συμμετοχής στις διαδικασίες της καπιταλιστικής νεοτερικότητας. Οι αγροτικές κολλεκτίβες υπήρξαν μια πρωτοβουλία αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας μέσα από την ίδια την ιδιοκτησία – αμφισβήτησης του κεφαλαίου μέσα από την ίδια την κεφαλαιοποίηση. Και ως τέτοιες αποτελούν κάτι περισσότερο από μια λεπτομέρεια στο περιθώριο της διαδικασίας της προλεταριοποίησης και του θεσμού του συνεργατισμού στην Κύπρο.
Σε αυτή την εργασία ο στόχος ήταν η παρουσίαση και ανάλυση των συνθηκών δημιουργίας, του κοινωνικού νοήματος και των πολιτικών προεκτάσεων της κολλεκτιβιστικής απόπειρας στην Κύπρο. Οι αγροτικές κολλεκτίβες προσεγγίστηκαν ως συγκεκριμένη κοινωνική πράξη μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές και τοπικές συνθήκες. Και ως τέτοια μπορεί να μας πληροφορήσει όχι τόσο για κάποια αφηρημένη ιδέα που λέγεται "κολλεκτιβιστικό σύστημα" όσο για μια διασταύρωση της ταξικής σύγκρουσης με τους θεσμούς της ιδιοκτησίας και του συνεργατισμού στην Κύπρο των τελευταίων δεκαετιών της βρετανικής διοίκησης. Η έννοια του υβριδίου δεν αναφέρεται μόνο στις ιστορικές καταβολές των αγροτικών κολλεκτιβών, την αριστερή κοσμοαντίληψη και τη συνεργατική πρακτική, αλλά και στην ιστορικότητά τους ως μορφές ανταγωνιστικής συμμετοχής στις διαδικασίες της καπιταλιστικής νεοτερικότητας. Οι αγροτικές κολλεκτίβες υπήρξαν μια πρωτοβουλία αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας μέσα από την ίδια την ιδιοκτησία – αμφισβήτησης του κεφαλαίου μέσα από την ίδια την κεφαλαιοποίηση. Και ως τέτοιες αποτελούν κάτι περισσότερο από μια λεπτομέρεια στο περιθώριο της διαδικασίας της προλεταριοποίησης και του θεσμού του συνεργατισμού στην Κύπρο.
1Αρχείο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, στο εξής Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε., 62/46 Κανονισμοί της Συνεργατικής Έπαυλης Ονήσιας ΛΤΔ.
2Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε σε μια πρώιμη μορφή στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στην Αθήνα, το Μάρτη του 2006.
3Ο διάλογος με τον Αντρέα Παναγιώτου υπήρξε σημαντικός για τη διαμόρφωση αυτής της εργασίας.
4Οι συνεντεύξεις λήφθηκαν στα πλαίσια ερευνητικού προγράμματος ΠΕΝΕΚ για το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης (ΑΠΠ) του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών.
5Για την κολλεκτίβα της Ονίσιας συνέντευξη με το Χρίστο Κουρτελλάρη, τον Αντώνη Κόκκινο και τη Σαλώμη Μούζουρα. Για την κολλεκτίβα των Περβολιών συνέντευξη με τους Σάββα και Παναγιώτη Κωνσταντίνου και το Χρίστο Ρουσή. Στα Περβόλια συνέντευξη, επίσης, με το Μήτσιο Πασιουρτίδη. Για την κολλεκτίβα του Ξερού στα Κούκλια της Πάφου συνέντευξη με τους Χαμπή Ιωάννου, Γιαννή Γιαννή και Ευριδίκη Γιαννή, τον Κυριάκο Κωνσταντίνου και τη Μυριάνθη Βρυώνη. Για την κολλεκτίβα του Αυγόρου συνέντευξη με το Γιώργο Φωτίου και τον Τρύφωνα Καούλλα. Συνέντευξη, επίσης, με το Γεώργιο Χατζηνικόλα από τα Πότιμα της Πέγειας.
6Karl Marx, The eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, 1852 στο Robert C. Tucker, The Marx-Engels reader, second edition, New York, Princeton University: Norton, 1978, σ. 595.
7Αρχικά αυτό γινόταν με το κάψιμο πέτρας από τον Πενταδάκτυλο σε παραδοσιακά πέτρινα καμίνια. Το 1958 δημιουργήθηκε υψικάμινος διαρκούς καύσης μέσα από συνεταιρισμό με ιδιώτες και αναβαθμίστηκε η παραγωγή. Αργότερα μετά τη εγκατάλειψη της περιοχής λόγω των συγκρούσεων, οι Ονισιάτες δημιούργησαν εργοστάσιο μεταποίησης και δευτερογενούς επεξεργασίας ασβέστη στη Μια Μηλιά. Κύπρος Κουρτελλάρης, Οι πρωτοπόροι, Λευκωσία, Έκδοση Παγκύπριας Συνεργατικής Ομοσπονδίας, 1996.
8Immanuel Wallerstein, The Modern World-System III: The Second Era of Great Expansion of Capitalist World-Economy, San Diego: Academic Press, 1989.
9Michael Attalides, Social change and Urbanisation in Cyprus: a study of Nicosia, Nicosia: Social Research Centre, 1981.
10Peter Loizos, Unofficial Views, "Cyprus 1878-1955: structural change and its contribution to changing relations of authority", Cyprus: Intercollege Press, 2001 [1985], σσ.127-140.
11Ρολάνδος Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική, Λευκωσία, Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2000.
12Aντρέας Παναγιώτου, Συνοριακές εμπειρίες - ερμηνεύοντας τον πατριωτισμό της κυπριακής αριστεράς, Αθήνα: Νήσος, 2005 και Andreas Panayiotou, Lenin in the coffeeshop, Postcolonial studies, Vol 9, n. 3, 2005.
13Andreas Panayiotou, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Island Radicals, 1999 και Κατσιαούνης, ό.π., σσ. 25-26, 49-51.
14Loizos, ό.π., "Changes in property transfer among Greek Cypriot villagers" [1975], σσ. 47-70.
15 Καταστατικό Χωρικής Τράπεζας Λευκονοίκου στο Κυριάκος Αγκαστινιώτης, Ο συνεργατισμός, γέννησις και ανάπτυξις του εν Κύπρω, Λευκωσία, 1965, σ. 49.
16Αυτόθι.
17Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1, 1467/1926.
18 Αυτόθι.
19Ν.Κ. Λανίτης, Αγροτικά χρέη και γεωργικοί συνεταιρισμοί εν Κύπρω, 1946.
20Κατσιαούνης, ό.π., σ. 48.
21 Η επίδραση που είχε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ.) στην κυπριακή αριστερά υπήρξε σημαντική, όπως φαίνεται και στον αριστερό τύπο της εποχής. Στη συνέντευξη του στις 16/01/06 ο κολλεκτιβιστής της Ονίσιας Αντώνης Κόκκινος αναφέρει πως το 1946 ξεκινούσαν να πάνε στην δουλειά τραγουδώντας προοδευτικά τραγούδια του ΕΑΜ.
22Michael Attalides, Cyprus, Nationalism and international politics, Edinburgh: Q Press, 1979, σσ. 36-57.
23Παρά τη δημιουργία τουρκικής συντεχνίας όμως οι περισσότεροι τουρκόφωνοι εργαζόμενοι παρέμειναν οργανωμένοι στην ΠΕΟ μέχρι το 1958, όταν οι πιέσεις και οι απειλές από την ΤΜΤ τους οδήγησαν σε μαζική έξοδο. Ο διαχωρισμός στη βάση της ιδεολογίας ήταν πιο έντονος τη δεκαετία του 1940 από το διαχωρισμό στη βάση της εθνότητας, αν λάβουμε υπόψη μας δείκτες όπως το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα.
24Ο εθνοτικός διαχωρισμός συγκροτήθηκε ως πραγματικά κυρίαρχος κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 μέσα από την ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ, της Αποικιακής Αστυνομίας και της ΤΜΤ.
25Τα τρακτέρ αυξήθηκαν από 120 το 1946 σε 452 το 1950. Κρατικό Αρχείο, V40/31, Department of Agriculture, Annual Report 1950, σ. 16. Οι εισαγωγές λιπασμάτων αυξήθηκαν από 28 000 τόνους το 1950 σε 38 000 τόνους το 1953. Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1, 1508/1955, Economic Survey 1954, σ. 6.
26Demetris Christodoulou, The evolution of the rural land use pattern in Cyprus, Geographical Publications, 1959, σσ. 86-87.
27Αυτόθι, σσ. 121-122.
28Michael Attalides, Social change and Urbanisation in Cyprus: a study of Nicosia, Nicosia: Social Research Centre, 1981.
29Χατζιματθαίος Χατζηνικόλα, Οι αγρότες της Κύπρου, 1945, σ. 20. Ο αγροτικός αυτός ηγέτης ξεκίνησε από την Παναγροτική Ένωση Κύπρου (ΠΕΚ), αλλά μετά προσχώρησε στην Αριστερά και εκλέγηκε γενικός γραμματέας της Ένωση αγροτών Κύπρου (ΕΑΚ) με την ίδρυσή της το 1946. Το βιβλίο του βρίσκεται στο διαδύχτιο στη σελίδα http://www.argaki.com/.
30Για τη μαρξιακή έννοια της τυπικής και πραγματικής υπαγωγής της εργατικής δύναμης βλέπε Michael Hardt and Antonio Negri, Labour of Dionysus, Minneapolis: University of Minesota Press, 1994, και Empire, Cambridge: Harvard University Press, 2000.
31Κατσιαούνης, ό.π., σ. 74.
32E. P. Thompson, The making of the English working class, Preface, London, 1963.
33Χρίστος Πέτας, Το κίνημα των μορφωτικών συλλόγων 1939-1945, Λευκωσία, 1992.
34Τεύκρος Ανθίας, Η αγροτική μας άνοδος - Διάλεξη απάνω στα σύγχρονα αγροτικά ζητήματα, Κύπρος, 1943.
35Γιαννής του Χαραλαμπή, διήγηση Αντώνης Κόκκινος, ό.π.
36Χρίστος Ρουσής, κολλεκτίβα Περβολιών ,(συνέντευξη 5/5/05).
37Χαμπής Ιωάννου από Χλώρακα, κολλεκτίβα του Ξερού στα Κούκλια της Πάφου, (συνέντευξη 2/6/05).
38Βλέπε γενικά Ανεξάρτητος και Αγροτική Επιθεώρηση της ΕΑΚ. Κάποιοι κολλεκτιβιστές, όπως ο Χαμπής Ιωάννου του Ξερού Πάφου και ο Τρύφωνας Καούλλας του Αυγόρου θυμούνται να έχουν δει στο σύλλογο του χωριού τους και έγχρωμα περιοδικά από την Ε.Σ.Σ.Δ. μεταφρασμένα στα ελληνικά. Στο ΑΚΕΛ εντοπίστηκε το διήγημα Κολχόζνικη Ζωή, Νέα Ελλάδα, 1951.
39Συνεντεύξεις με τους Ονισιάτες κολλεκτιβιστές Χρίστο Κουρτελλάρη, (συνέντευξη 31/01/05) και Αντώνη Κόκκινο, ό.π.
40Γεώργιος Φωτίου, κολλεκτίβα του Αυγόρου, (συνέντευξη 01/03/05).
41 Στα πλαίσια του αγώνα αυτού πραγματοποιήθηκε εξέγερση μεγάλης ομάδας Κυπρίων εθελοντών στρατιωτών, οι οποίοι αρνήθηκαν να μεταβούν ξανά στην Αίγυπτο μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η εξέγερση καταστάληκε από τη βρετανική στρατιωτική ιεραρχία, με τη χρησιμοποίηση Ινδών στρατιωτών και σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του Τάκη Κυθρεώτη. Για τον αγώνα για την αποστράτευση βλέπε Μιχάλης Πουμπουρής, Λαβωμένη Προσφορά, 1996. Η Ένωση Αποστράτων, που δημιουργήθηκε μέσα από τον αγώνα για την αποστράτευση, παρείχε οργανωτική στήριξη στην πρώτη κολλεκτιβιστική απόπειρα σύμφωνα και με τον Αντώνη Κόκκινο, ό.π.
42Χρίστος Κουρτελάρης, ό.π., Αντώνης Κόκκινος , ό.π.
43Συνέντευξη με Xρίστο Κουρτελλάρη, ό.π. και πιο παλιά του συνέντευξη στο ΑΠΠ.
44Αντώνης Κόκκινος, ό.π..
45Χρίστος Κουρτελάρης, ό.π.. Παρατίθεται επίσης και στο Κύπρος Κουρτελλάρης, ό.π.
46Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε, 72/47, Επιστολή ΕΑΚ προς Έφορο Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών, 15 Σεπτεμβρίου 1947.
47Σε κάποιες από τις εκδηλώσεις συνελήφθηκαν και φυλακίστηκαν και πυρήνες μέλη της ΕΑΚ. Ε' Συνέδριο ΕΚΑ, Εικοσι-πέντε χρόνια δράσης για την αγροτιά, Μάρτης 1971, σ. 21.
48Ανεξάρτητος, 20 Μαρτίου 1948, Ι. Νικολάου (Γενικός Γραμματέας ΕΑΚ), “Η οικονομική κρίση και τα καθήκοντα του λαού”.
49Για την πολιτική διάσταση και σημασία των απεργιών αυτών βλέπε Κατσιαούνης, ό.π., 488-495.
50Ανεξάρτητος, 2 Οκτωβρίου 1948, Ι. Νικολάου (Γενικός Γραμματέας ΕΑΚ), “Η όξυνσις των ταξικών αντιθέσεων και το αγροτικόν μας πρόβλημα”.
51Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1, Σημείωμα του Διοιηκητή Λάρνακας προς τον Αποικιακό Γραμματέα, 16 Ιουνίου 1952.
52Μήτσιος Πασιουρτίδης από Περβόλια, (συνέντευξη 20/4/05).
53Αυτόθι και Χρίστος Ρουσής, ό.π.
54Κρατικό Αρχείο, V40/162, Ετήσια Έκθεση Τμήματος Συνεργατισμού, 1947.
55Κατσιαούνης, ό.π., σσ. 169-170.
56Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1/1088/1927/2, Επιστολή Κεντρικής Επιτροπής ΑΚΕΛ προς Κυβερνήτη, 1η Δεκεμβρίου 1943.
57 Θεωρητικός Δημοκράτης, Αύγουστος 1949, "Πολιτική εισήγηση Κεντρικής Επιτροπής προς το Έκτο Παγκύπριο Συνέδριο του ΑΚΕΛ".
58 Θεωρητικός Δημοκράτης, Γενάρης 1949, υπογραφή Α-Ω, "Η αγροτική τάξη στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής χρεωκοπίας". Εδώ αναφέρονται εννιά μέτρα τα οποία είναι “πραγματοποιήσιμα [ακόμα] και κάτω από ένα καπιταλιστικό καθεστώς” ως μεταβατική λύση μέχρι την εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής οικονομίας.
59Ανεξάρτητος, 23 Φεβρουαρίου 1949, Χρ. Σαββίδης, “Προς το Γ΄ Συνέδριο της ΕΑΚ”.
60Συνέντευξη με Χαμπή Ιωάννου, ό.π.
61 Κυριάκος Κωνσταντίνου, κολλεκτίβα του Ξερού, (συνέντευξη 02/06/05).
62Συνεντεύξεις με Κυριάκο Κωνσταντίνου και Χαμπή Ιωάννου, ό.π..
63 Το γεγονός ότι ο πρώτος φάκελος της εταιρείας (55/49/1) δεν εντοπίστηκε στο Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε περιορίζει την εμπειρική βάση και, επομένως, την εκτεταμένη ανάπτυξη του επιχειρήματος.
64Christodoulou, ό.π., σ. 78.
65Βέβαια το κίνημα των αγροτομορφωτικών συλλόγων, καθώς και το διάδοχο του οργανωτικό σχήμα της ΕΑΚ απαιτούσαν την απαλλοτρίωση όλων των τσιφλικιών της Πάφου περιλαμβανομένων και αυτών της εκκλησίας. Βλέπε προκήρυξη Α/Μ συλλόγων 9/7/1946, Νεόφυτος Ηλία, Το αγροτικό μας κίνημα, σ. 120.
66Κρατικό Αρχείο, V40/169, Ετήσια Έκθεση Τμήματος Συνεργατισμού 1954, Τσιφλίκια Πάφου
67Κρατικό Αρχείο, V40/163, Ετήσια Έκθεση Τμήματος Συνεργατισμού 1948, Συνεργατικές Γεωργικές Ενώσεις.
68Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1, 1735/1950/1, Minutes of the Paphos chiftliks committee, 6 Ιανουαρίου 1951.
69Γεώργιος Χατζηνικόλα, Συνεργατική Έπαυλη Ποτίμων Πέγειας, (συνέντευξη 23/6/05).
70Ανεξάρτητος, 20 Νοεμβρίου 1950, Γιάννης Σοφόκλη, "Ομαδική καλλιέργεια, Προς την Τέταρτη Επαρχιακή Συνδιάσκεψη της ΕΑΚ Πάφου".
71Αγροτική Επιθεώρηση, Οκτώβρης 1951, υπογραφή Συνεργατιστής, "Οι κολλεκτίβες μας".
72Αγροτική Επιθεώρηση, Οκτώβρης 1951, ειδική έκδοση για τα πεντάχρονα, υπογραφή ΕΑΚίτης, “Η Ένωση Αγροτών Κύπρου και το κίνημα των κολλεκτιβών”.
73Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε. 23/51, Σημείωμα προς Διοικητή Αμμοχώστου, 12 Φεβρουαρίου 1952.
74Τρύφωνας Καούλλας, κολλεκτίβα του Αυγόρου, (συνέντευξη 10/06/05).
75Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε. 23/51, Έκθεσις Εξελέγξεως, 4/6/53.
76Τρύφωνας Καούλλας, ό.π.
77Peter Loizos, Unofficial Views, "Cyprus 1878-1955: structural change and its contribution to changing relations of authority", Cyprus: Intercollege Press, 2001 [1985], σσ.127-140.
78Τρύφωνας Καούλλας, ό.π.
79Παναγιώτου, Lenin in the coffeeshop, Postcolonial Studies, Vol.9, no.3, 2005.
80Τρύφωνας Καούλλας, ό.π.
81"Οι συνεργατικές γεωργικές ενώσεις δεν είναι εύκολες και η λειτουργία και η οικονομία των τωρινών πειραμάτων θα πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά πριν δημιουργηθούν άλλες ενώσεις αυτού του τύπου". Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1 1712/1950, Σημείωμα Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών προς Αποικιακό Γραμματέα, Για την μελλοντική πολιτική του Τμήματος Συνεργατισμού, 10 Ιανουαρίου 1951, σ.3.
82 Συνήθως επρόκειτο για γυναίκες, οι οποίες εργάζονταν με πιο χαμηλά μεροκάματα.
83Χρίστος Ρουσής, ό.π.
84Andreas Panayiotou, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Island Radicals, 1999.
85Ίσως να μην είναι τυχαίο και το γεγονός ότι ο ηγέτης του ΑΚΕΛ από το 1988 μέχρι σήμερα κατάγεται από το Δίκωμο και μεγάλωσε στον άμεσο χώρο της ιδεολογικής επίδρασης και επιρροής της Ονίσιας.
86Συμφωνία ενοικιοστασίου με ημερομηνία 23 Οκτωβρίου 1950 από το αρχείο της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων στην Πέγεια.
87Συνέντευξη με Γεώργιο Χατζηνικόλα για το ρόλο των υπαλλήλων του Τμήματος Γεωργίας, ό.π..
88Πρακτικά συνεδριών της επιτροπής της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων Πέγειας 22 Οκτωβρίου 1950 και 5 Νοεμβρίου 1950 από το αρχείο της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων στην Πέγεια.
89Όχι όμως και της συσσωρευμένης υπεραξίας του. Συνέντευξη με Χαμπή Ιωάννου, ό.π.
90Αντώνης Κόκκινος, ό.π.
91Σαλώμη Μούζουρα, κολλεκτίβα Ονίσιας, (συνέντευξη 13/06/05).
92Μυριάνθη Βρυώνη, κολλεκτίβα Ξερού, (συνέντευξη 23/06/05).
93Θεωρητικός Δημοκράτης, Μάρτης 1952, Γιάννης Σοφόκλη, "Για την ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος στην Κύπρο".
94Συνέντευξη με Μυριάνθη Βρυώνη, ό.π.
95Συνεντεύξεις με Μήτσιο Πασιουρτίδη, ό.π. και Χρίστο Ρουσή, ό.π.
96Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε., 72/47, Συνεργατική Έπαυλη Περβολιών, Πρακτικά χρονιάτικης γενικής συνέλευσης των μελών, 30/6/53.
97Συνεντέυξεις με Γιαννή (και Ευριδίκη) Γιαννή και Χαμπή Ιωάννου και Κυριάκο Κωνσταντίνου, ό.π.
98Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε., 23/51, Συνεργατική Έπαυλη Αυγόρου, Πρακτικά, επιστολές.
99Νεόφυτος Ηλία, Το Αγροτικό μας κίνημα, 2000, σ. 72.
100Συνέντευξη με Τρύφωνα Καούλλα, ό.π.
101 Τα πρότυπα αυτά εμφανίζονται είτε ως πολιτικοί στόχοι είτε και ως πλαίσιο/μέτρο αξιολόγησης των κολλεκτιβιστών, τόσο στο γραπτό όσο και στον προφορικό εμπειρικό λόγο για και σε σχέση με τις κολλεκτίβες.
102 Ανεξάρτητος, 16 Οκτωβρίου 1950.
103 Αυτόθι, 7 Δεκεμβρίου 1953.
104 Αγροτική, Οκτώβριος 1951.
105 Αυτόθι, Φεβράρης 1951, Μάρτης 1951.
106 Αυτόθι, Μάρτης – Απρίλης 1954, "Οι χωρικοί και τα κολχόζ στη Ρωσσία."
107 Τρύφωνας Καούλλας, ό.π.
108 Paul Thompson, The voice of the past: Oral history, Oxford: Oxford University Press, 1988.
2Η εργασία αυτή παρουσιάστηκε σε μια πρώιμη μορφή στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στην Αθήνα, το Μάρτη του 2006.
3Ο διάλογος με τον Αντρέα Παναγιώτου υπήρξε σημαντικός για τη διαμόρφωση αυτής της εργασίας.
4Οι συνεντεύξεις λήφθηκαν στα πλαίσια ερευνητικού προγράμματος ΠΕΝΕΚ για το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης (ΑΠΠ) του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών.
5Για την κολλεκτίβα της Ονίσιας συνέντευξη με το Χρίστο Κουρτελλάρη, τον Αντώνη Κόκκινο και τη Σαλώμη Μούζουρα. Για την κολλεκτίβα των Περβολιών συνέντευξη με τους Σάββα και Παναγιώτη Κωνσταντίνου και το Χρίστο Ρουσή. Στα Περβόλια συνέντευξη, επίσης, με το Μήτσιο Πασιουρτίδη. Για την κολλεκτίβα του Ξερού στα Κούκλια της Πάφου συνέντευξη με τους Χαμπή Ιωάννου, Γιαννή Γιαννή και Ευριδίκη Γιαννή, τον Κυριάκο Κωνσταντίνου και τη Μυριάνθη Βρυώνη. Για την κολλεκτίβα του Αυγόρου συνέντευξη με το Γιώργο Φωτίου και τον Τρύφωνα Καούλλα. Συνέντευξη, επίσης, με το Γεώργιο Χατζηνικόλα από τα Πότιμα της Πέγειας.
6Karl Marx, The eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte, 1852 στο Robert C. Tucker, The Marx-Engels reader, second edition, New York, Princeton University: Norton, 1978, σ. 595.
7Αρχικά αυτό γινόταν με το κάψιμο πέτρας από τον Πενταδάκτυλο σε παραδοσιακά πέτρινα καμίνια. Το 1958 δημιουργήθηκε υψικάμινος διαρκούς καύσης μέσα από συνεταιρισμό με ιδιώτες και αναβαθμίστηκε η παραγωγή. Αργότερα μετά τη εγκατάλειψη της περιοχής λόγω των συγκρούσεων, οι Ονισιάτες δημιούργησαν εργοστάσιο μεταποίησης και δευτερογενούς επεξεργασίας ασβέστη στη Μια Μηλιά. Κύπρος Κουρτελλάρης, Οι πρωτοπόροι, Λευκωσία, Έκδοση Παγκύπριας Συνεργατικής Ομοσπονδίας, 1996.
8Immanuel Wallerstein, The Modern World-System III: The Second Era of Great Expansion of Capitalist World-Economy, San Diego: Academic Press, 1989.
9Michael Attalides, Social change and Urbanisation in Cyprus: a study of Nicosia, Nicosia: Social Research Centre, 1981.
10Peter Loizos, Unofficial Views, "Cyprus 1878-1955: structural change and its contribution to changing relations of authority", Cyprus: Intercollege Press, 2001 [1985], σσ.127-140.
11Ρολάνδος Κατσιαούνης, Η Διασκεπτική, Λευκωσία, Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2000.
12Aντρέας Παναγιώτου, Συνοριακές εμπειρίες - ερμηνεύοντας τον πατριωτισμό της κυπριακής αριστεράς, Αθήνα: Νήσος, 2005 και Andreas Panayiotou, Lenin in the coffeeshop, Postcolonial studies, Vol 9, n. 3, 2005.
13Andreas Panayiotou, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Island Radicals, 1999 και Κατσιαούνης, ό.π., σσ. 25-26, 49-51.
14Loizos, ό.π., "Changes in property transfer among Greek Cypriot villagers" [1975], σσ. 47-70.
15 Καταστατικό Χωρικής Τράπεζας Λευκονοίκου στο Κυριάκος Αγκαστινιώτης, Ο συνεργατισμός, γέννησις και ανάπτυξις του εν Κύπρω, Λευκωσία, 1965, σ. 49.
16Αυτόθι.
17Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1, 1467/1926.
18 Αυτόθι.
19Ν.Κ. Λανίτης, Αγροτικά χρέη και γεωργικοί συνεταιρισμοί εν Κύπρω, 1946.
20Κατσιαούνης, ό.π., σ. 48.
21 Η επίδραση που είχε το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ.) στην κυπριακή αριστερά υπήρξε σημαντική, όπως φαίνεται και στον αριστερό τύπο της εποχής. Στη συνέντευξη του στις 16/01/06 ο κολλεκτιβιστής της Ονίσιας Αντώνης Κόκκινος αναφέρει πως το 1946 ξεκινούσαν να πάνε στην δουλειά τραγουδώντας προοδευτικά τραγούδια του ΕΑΜ.
22Michael Attalides, Cyprus, Nationalism and international politics, Edinburgh: Q Press, 1979, σσ. 36-57.
23Παρά τη δημιουργία τουρκικής συντεχνίας όμως οι περισσότεροι τουρκόφωνοι εργαζόμενοι παρέμειναν οργανωμένοι στην ΠΕΟ μέχρι το 1958, όταν οι πιέσεις και οι απειλές από την ΤΜΤ τους οδήγησαν σε μαζική έξοδο. Ο διαχωρισμός στη βάση της ιδεολογίας ήταν πιο έντονος τη δεκαετία του 1940 από το διαχωρισμό στη βάση της εθνότητας, αν λάβουμε υπόψη μας δείκτες όπως το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα.
24Ο εθνοτικός διαχωρισμός συγκροτήθηκε ως πραγματικά κυρίαρχος κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 μέσα από την ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ, της Αποικιακής Αστυνομίας και της ΤΜΤ.
25Τα τρακτέρ αυξήθηκαν από 120 το 1946 σε 452 το 1950. Κρατικό Αρχείο, V40/31, Department of Agriculture, Annual Report 1950, σ. 16. Οι εισαγωγές λιπασμάτων αυξήθηκαν από 28 000 τόνους το 1950 σε 38 000 τόνους το 1953. Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1, 1508/1955, Economic Survey 1954, σ. 6.
26Demetris Christodoulou, The evolution of the rural land use pattern in Cyprus, Geographical Publications, 1959, σσ. 86-87.
27Αυτόθι, σσ. 121-122.
28Michael Attalides, Social change and Urbanisation in Cyprus: a study of Nicosia, Nicosia: Social Research Centre, 1981.
29Χατζιματθαίος Χατζηνικόλα, Οι αγρότες της Κύπρου, 1945, σ. 20. Ο αγροτικός αυτός ηγέτης ξεκίνησε από την Παναγροτική Ένωση Κύπρου (ΠΕΚ), αλλά μετά προσχώρησε στην Αριστερά και εκλέγηκε γενικός γραμματέας της Ένωση αγροτών Κύπρου (ΕΑΚ) με την ίδρυσή της το 1946. Το βιβλίο του βρίσκεται στο διαδύχτιο στη σελίδα http://www.argaki.com/.
30Για τη μαρξιακή έννοια της τυπικής και πραγματικής υπαγωγής της εργατικής δύναμης βλέπε Michael Hardt and Antonio Negri, Labour of Dionysus, Minneapolis: University of Minesota Press, 1994, και Empire, Cambridge: Harvard University Press, 2000.
31Κατσιαούνης, ό.π., σ. 74.
32E. P. Thompson, The making of the English working class, Preface, London, 1963.
33Χρίστος Πέτας, Το κίνημα των μορφωτικών συλλόγων 1939-1945, Λευκωσία, 1992.
34Τεύκρος Ανθίας, Η αγροτική μας άνοδος - Διάλεξη απάνω στα σύγχρονα αγροτικά ζητήματα, Κύπρος, 1943.
35Γιαννής του Χαραλαμπή, διήγηση Αντώνης Κόκκινος, ό.π.
36Χρίστος Ρουσής, κολλεκτίβα Περβολιών ,(συνέντευξη 5/5/05).
37Χαμπής Ιωάννου από Χλώρακα, κολλεκτίβα του Ξερού στα Κούκλια της Πάφου, (συνέντευξη 2/6/05).
38Βλέπε γενικά Ανεξάρτητος και Αγροτική Επιθεώρηση της ΕΑΚ. Κάποιοι κολλεκτιβιστές, όπως ο Χαμπής Ιωάννου του Ξερού Πάφου και ο Τρύφωνας Καούλλας του Αυγόρου θυμούνται να έχουν δει στο σύλλογο του χωριού τους και έγχρωμα περιοδικά από την Ε.Σ.Σ.Δ. μεταφρασμένα στα ελληνικά. Στο ΑΚΕΛ εντοπίστηκε το διήγημα Κολχόζνικη Ζωή, Νέα Ελλάδα, 1951.
39Συνεντεύξεις με τους Ονισιάτες κολλεκτιβιστές Χρίστο Κουρτελλάρη, (συνέντευξη 31/01/05) και Αντώνη Κόκκινο, ό.π.
40Γεώργιος Φωτίου, κολλεκτίβα του Αυγόρου, (συνέντευξη 01/03/05).
41 Στα πλαίσια του αγώνα αυτού πραγματοποιήθηκε εξέγερση μεγάλης ομάδας Κυπρίων εθελοντών στρατιωτών, οι οποίοι αρνήθηκαν να μεταβούν ξανά στην Αίγυπτο μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η εξέγερση καταστάληκε από τη βρετανική στρατιωτική ιεραρχία, με τη χρησιμοποίηση Ινδών στρατιωτών και σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του Τάκη Κυθρεώτη. Για τον αγώνα για την αποστράτευση βλέπε Μιχάλης Πουμπουρής, Λαβωμένη Προσφορά, 1996. Η Ένωση Αποστράτων, που δημιουργήθηκε μέσα από τον αγώνα για την αποστράτευση, παρείχε οργανωτική στήριξη στην πρώτη κολλεκτιβιστική απόπειρα σύμφωνα και με τον Αντώνη Κόκκινο, ό.π.
42Χρίστος Κουρτελάρης, ό.π., Αντώνης Κόκκινος , ό.π.
43Συνέντευξη με Xρίστο Κουρτελλάρη, ό.π. και πιο παλιά του συνέντευξη στο ΑΠΠ.
44Αντώνης Κόκκινος, ό.π..
45Χρίστος Κουρτελάρης, ό.π.. Παρατίθεται επίσης και στο Κύπρος Κουρτελλάρης, ό.π.
46Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε, 72/47, Επιστολή ΕΑΚ προς Έφορο Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών, 15 Σεπτεμβρίου 1947.
47Σε κάποιες από τις εκδηλώσεις συνελήφθηκαν και φυλακίστηκαν και πυρήνες μέλη της ΕΑΚ. Ε' Συνέδριο ΕΚΑ, Εικοσι-πέντε χρόνια δράσης για την αγροτιά, Μάρτης 1971, σ. 21.
48Ανεξάρτητος, 20 Μαρτίου 1948, Ι. Νικολάου (Γενικός Γραμματέας ΕΑΚ), “Η οικονομική κρίση και τα καθήκοντα του λαού”.
49Για την πολιτική διάσταση και σημασία των απεργιών αυτών βλέπε Κατσιαούνης, ό.π., 488-495.
50Ανεξάρτητος, 2 Οκτωβρίου 1948, Ι. Νικολάου (Γενικός Γραμματέας ΕΑΚ), “Η όξυνσις των ταξικών αντιθέσεων και το αγροτικόν μας πρόβλημα”.
51Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1, Σημείωμα του Διοιηκητή Λάρνακας προς τον Αποικιακό Γραμματέα, 16 Ιουνίου 1952.
52Μήτσιος Πασιουρτίδης από Περβόλια, (συνέντευξη 20/4/05).
53Αυτόθι και Χρίστος Ρουσής, ό.π.
54Κρατικό Αρχείο, V40/162, Ετήσια Έκθεση Τμήματος Συνεργατισμού, 1947.
55Κατσιαούνης, ό.π., σσ. 169-170.
56Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1/1088/1927/2, Επιστολή Κεντρικής Επιτροπής ΑΚΕΛ προς Κυβερνήτη, 1η Δεκεμβρίου 1943.
57 Θεωρητικός Δημοκράτης, Αύγουστος 1949, "Πολιτική εισήγηση Κεντρικής Επιτροπής προς το Έκτο Παγκύπριο Συνέδριο του ΑΚΕΛ".
58 Θεωρητικός Δημοκράτης, Γενάρης 1949, υπογραφή Α-Ω, "Η αγροτική τάξη στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής χρεωκοπίας". Εδώ αναφέρονται εννιά μέτρα τα οποία είναι “πραγματοποιήσιμα [ακόμα] και κάτω από ένα καπιταλιστικό καθεστώς” ως μεταβατική λύση μέχρι την εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής οικονομίας.
59Ανεξάρτητος, 23 Φεβρουαρίου 1949, Χρ. Σαββίδης, “Προς το Γ΄ Συνέδριο της ΕΑΚ”.
60Συνέντευξη με Χαμπή Ιωάννου, ό.π.
61 Κυριάκος Κωνσταντίνου, κολλεκτίβα του Ξερού, (συνέντευξη 02/06/05).
62Συνεντεύξεις με Κυριάκο Κωνσταντίνου και Χαμπή Ιωάννου, ό.π..
63 Το γεγονός ότι ο πρώτος φάκελος της εταιρείας (55/49/1) δεν εντοπίστηκε στο Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε περιορίζει την εμπειρική βάση και, επομένως, την εκτεταμένη ανάπτυξη του επιχειρήματος.
64Christodoulou, ό.π., σ. 78.
65Βέβαια το κίνημα των αγροτομορφωτικών συλλόγων, καθώς και το διάδοχο του οργανωτικό σχήμα της ΕΑΚ απαιτούσαν την απαλλοτρίωση όλων των τσιφλικιών της Πάφου περιλαμβανομένων και αυτών της εκκλησίας. Βλέπε προκήρυξη Α/Μ συλλόγων 9/7/1946, Νεόφυτος Ηλία, Το αγροτικό μας κίνημα, σ. 120.
66Κρατικό Αρχείο, V40/169, Ετήσια Έκθεση Τμήματος Συνεργατισμού 1954, Τσιφλίκια Πάφου
67Κρατικό Αρχείο, V40/163, Ετήσια Έκθεση Τμήματος Συνεργατισμού 1948, Συνεργατικές Γεωργικές Ενώσεις.
68Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1, 1735/1950/1, Minutes of the Paphos chiftliks committee, 6 Ιανουαρίου 1951.
69Γεώργιος Χατζηνικόλα, Συνεργατική Έπαυλη Ποτίμων Πέγειας, (συνέντευξη 23/6/05).
70Ανεξάρτητος, 20 Νοεμβρίου 1950, Γιάννης Σοφόκλη, "Ομαδική καλλιέργεια, Προς την Τέταρτη Επαρχιακή Συνδιάσκεψη της ΕΑΚ Πάφου".
71Αγροτική Επιθεώρηση, Οκτώβρης 1951, υπογραφή Συνεργατιστής, "Οι κολλεκτίβες μας".
72Αγροτική Επιθεώρηση, Οκτώβρης 1951, ειδική έκδοση για τα πεντάχρονα, υπογραφή ΕΑΚίτης, “Η Ένωση Αγροτών Κύπρου και το κίνημα των κολλεκτιβών”.
73Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε. 23/51, Σημείωμα προς Διοικητή Αμμοχώστου, 12 Φεβρουαρίου 1952.
74Τρύφωνας Καούλλας, κολλεκτίβα του Αυγόρου, (συνέντευξη 10/06/05).
75Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε. 23/51, Έκθεσις Εξελέγξεως, 4/6/53.
76Τρύφωνας Καούλλας, ό.π.
77Peter Loizos, Unofficial Views, "Cyprus 1878-1955: structural change and its contribution to changing relations of authority", Cyprus: Intercollege Press, 2001 [1985], σσ.127-140.
78Τρύφωνας Καούλλας, ό.π.
79Παναγιώτου, Lenin in the coffeeshop, Postcolonial Studies, Vol.9, no.3, 2005.
80Τρύφωνας Καούλλας, ό.π.
81"Οι συνεργατικές γεωργικές ενώσεις δεν είναι εύκολες και η λειτουργία και η οικονομία των τωρινών πειραμάτων θα πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά πριν δημιουργηθούν άλλες ενώσεις αυτού του τύπου". Κρατικό Αρχείο, Secretariat Archive 1 1712/1950, Σημείωμα Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών προς Αποικιακό Γραμματέα, Για την μελλοντική πολιτική του Τμήματος Συνεργατισμού, 10 Ιανουαρίου 1951, σ.3.
82 Συνήθως επρόκειτο για γυναίκες, οι οποίες εργάζονταν με πιο χαμηλά μεροκάματα.
83Χρίστος Ρουσής, ό.π.
84Andreas Panayiotou, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Island Radicals, 1999.
85Ίσως να μην είναι τυχαίο και το γεγονός ότι ο ηγέτης του ΑΚΕΛ από το 1988 μέχρι σήμερα κατάγεται από το Δίκωμο και μεγάλωσε στον άμεσο χώρο της ιδεολογικής επίδρασης και επιρροής της Ονίσιας.
86Συμφωνία ενοικιοστασίου με ημερομηνία 23 Οκτωβρίου 1950 από το αρχείο της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων στην Πέγεια.
87Συνέντευξη με Γεώργιο Χατζηνικόλα για το ρόλο των υπαλλήλων του Τμήματος Γεωργίας, ό.π..
88Πρακτικά συνεδριών της επιτροπής της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων Πέγειας 22 Οκτωβρίου 1950 και 5 Νοεμβρίου 1950 από το αρχείο της Συνεργατικής Έπαυλης Ποτίμων στην Πέγεια.
89Όχι όμως και της συσσωρευμένης υπεραξίας του. Συνέντευξη με Χαμπή Ιωάννου, ό.π.
90Αντώνης Κόκκινος, ό.π.
91Σαλώμη Μούζουρα, κολλεκτίβα Ονίσιας, (συνέντευξη 13/06/05).
92Μυριάνθη Βρυώνη, κολλεκτίβα Ξερού, (συνέντευξη 23/06/05).
93Θεωρητικός Δημοκράτης, Μάρτης 1952, Γιάννης Σοφόκλη, "Για την ανάπτυξη του γυναικείου κινήματος στην Κύπρο".
94Συνέντευξη με Μυριάνθη Βρυώνη, ό.π.
95Συνεντεύξεις με Μήτσιο Πασιουρτίδη, ό.π. και Χρίστο Ρουσή, ό.π.
96Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε., 72/47, Συνεργατική Έπαυλη Περβολιών, Πρακτικά χρονιάτικης γενικής συνέλευσης των μελών, 30/6/53.
97Συνεντέυξεις με Γιαννή (και Ευριδίκη) Γιαννή και Χαμπή Ιωάννου και Κυριάκο Κωνσταντίνου, ό.π.
98Αρχείο Υ.Ε.Α.Σ.Ε., 23/51, Συνεργατική Έπαυλη Αυγόρου, Πρακτικά, επιστολές.
99Νεόφυτος Ηλία, Το Αγροτικό μας κίνημα, 2000, σ. 72.
100Συνέντευξη με Τρύφωνα Καούλλα, ό.π.
101 Τα πρότυπα αυτά εμφανίζονται είτε ως πολιτικοί στόχοι είτε και ως πλαίσιο/μέτρο αξιολόγησης των κολλεκτιβιστών, τόσο στο γραπτό όσο και στον προφορικό εμπειρικό λόγο για και σε σχέση με τις κολλεκτίβες.
102 Ανεξάρτητος, 16 Οκτωβρίου 1950.
103 Αυτόθι, 7 Δεκεμβρίου 1953.
104 Αγροτική, Οκτώβριος 1951.
105 Αυτόθι, Φεβράρης 1951, Μάρτης 1951.
106 Αυτόθι, Μάρτης – Απρίλης 1954, "Οι χωρικοί και τα κολχόζ στη Ρωσσία."
107 Τρύφωνας Καούλλας, ό.π.
108 Paul Thompson, The voice of the past: Oral history, Oxford: Oxford University Press, 1988.
Subscribe to:
Posts (Atom)